Κώστας Παππής

4/22/2010

Για να υπάρξει διέξοδος

Στο προηγούμενο κείμενο που δημοσιεύτηκε σε αυτό εδώ το blog, με τίτλο «Υπάρχει διέξοδος;» ρωτούσα: «Τι έγινε στην Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας; Πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και πού θα φτάσουμε ακόμα; Τι έφταιξε και η χώρα δείχνει σαν να μην έχει ελπίδα, προοπτική εξόδου από το αδιέξοδο; Αλήθεια, δεν υπάρχει παρά μόνο αδιέξοδο;».

Προσπαθώντας να απαντήσω, επισήμανα μια βασική αιτία της σημερινής βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης της χώρας, που η συνειδητοποίησή της φαίνεται ότι γίνεται σιγά-σιγά κοινός τόπος. Συγκεκριμένα έγραψα ότι η χώρα πληρώνει κάτι, που ίσως αποδειχτεί ότι είναι εκείνο που θα ορθώσει τα μεγαλύτερα εμπόδια για μια ανόρθωση και έξοδο από τη σημερινή κρίση: την πολυετή έλλειψη ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας. Υποστήριξα ότι η Ελλάδα έγινε σιγά-σιγά μια χώρα που παράγει όλο και λιγότερα προϊόντα και υπηρεσίες, που πωλούνται όλο και ακριβότερα, και που γι αυτό τα ζητούν όλο και λιγότεροι άνθρωποι – ακόμα και οι ίδιοι οι Έλληνες. Έγραφα ότι οι καταναλωτικές ανάγκες της χώρας καλύπτονται, στο μεγαλύτερο μέρος τους, από εισαγωγές που συνεχώς αυξάνονταν τα τελευταία χρόνια. Και αποδείκνυα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οικονομικού Forum, ότι η ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις οικονομίες άλλων χωρών, ακόμα και εκείνων που «δεν τις πιάνει το μάτι σου», όπως οι γειτονικές μας Ρουμανία και Αίγυπτος (για να μην αναφέρουμε την Κύπρο και την Τουρκία), έχει υποχωρήσει δραματικά τα τελευταία χρόνια, έχοντας κατρακυλήσει σε απίστευτα χαμηλά επίπεδα, τα χαμηλότερα του πρόσφατου εθνικού μας βίου.

Με αυτό εδώ το κείμενο επανέρχομαι στο θέμα του προηγούμενου για να το συμπληρώσω με λίγα συνοπτικά σχόλια, που επιχειρούν να δώσουν μια (μερική) απάντηση στο ερώτημα «δεν υπάρχει παρά μόνο αδιέξοδο στη σημερινή κρίση;». Η άποψη που εκφράζουν αυτά τα σχόλια είναι πως ναι, υπάρχει διέξοδος – αλλά υπό προϋποθέσεις. Είναι αυτονόητο ότι, μιλώντας για διέξοδο, δεν εννοώ μια οποιαδήποτε έξοδο από την κρίση (κάθε κρίση κάποτε τελειώνει) αλλά μια έξοδο προς όφελος της χώρας και του λαού της.

Είναι φανερό ότι το αδιέξοδο είναι μονόδρομος - για την ακρίβεια, η κρίση θα βαθαίνει όλο και πιο πολύ - αν δεν ανατραπεί ριζικά η σημερινή πραγματικότητα μιας «βαθιά αλλοτριωμένης, κατακερματισμένης κοινωνίας, παραδομένης για χρόνια, χωρίς σχεδόν καμιά αντίσταση, σε μια πολιτική ηγεσία που, μασκαρεμένη με μια ρητορεία καλών προθέσεων, διδάσκει στην πράξη αδιάκοπα την ιδιοτέλεια και την αδιαφορία για τη χώρα».

Η πορεία προς ένα τέτοιο αδιέξοδο μπορεί να αναστραφεί - αργά και βασανιστικά και σε βάθος χρόνου – αν γίνουν βαθιές αλλαγές σε επίπεδο πολιτικό και κοινωνικό. Συγκεκριμένα:

Σε επίπεδο πολιτικό, βαθιές αλλαγές σημαίνουν απαλλαγή από το ευάριθμο διεφθαρμένο, ιδιοτελές και ανίκανο τμήμα της πολιτικής τάξης που δυναστεύει τη χώρα εδώ και πολλά χρόνια, ανάδειξη μιας νέας, πραγματικά πατριωτικής, πολιτικής ηγεσίας, και δημιουργία υγιών θεσμών. Μια χώρα χωρίς άξια πολιτική ηγεσία σε κάθε επίπεδο (από εκείνο της κυβέρνησης μέχρι εκείνο του δήμου), και χωρίς στέρεους, υγιείς θεσμούς, είναι «από χέρι» καταδικασμένη σε παρακμή.

Σε επίπεδο κοινωνικό τώρα, βαθιές αλλαγές σημαίνουν μετάβαση από τη σημερινή εικόνα της κοινωνίας μας (ένα συνονθύλευμα εγωιστικών, αδιάφορων και ιδιοτελών ατόμων), σε μια εικόνα κοινωνίας ενεργών και συνειδητοποιημένων πολιτών. Δηλαδή σε μια κοινωνία πολιτών που έχουν παιδεία, είναι ενημερωμένοι, νοιάζονται για τον τόπο και τους συμπολίτες τους, και έχουν υποχρεώσεις που εκπληρώνουν και δικαιώματα που διεκδικούν.

Πιο εξειδικευμένα, μια πορεία αναστροφής της σημερινής κρίσης απαιτεί να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι πιο προβληματικοί παράγοντες που διαμόρφωσαν την παρακμή στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, που ανέφερα παραπάνω, οι παράγοντες αυτοί, κατά σειρά σπουδαιότητας ήσαν η κρατική γραφειοκρατία, οι αγκυλώσεις της αγοράς εργασίας, η διαφθορά και το καθεστώς της φορολογίας.

Τέλος, αλλά όχι τελευταίο από άποψη σημασίας, μια πορεία αναστροφής της σημερινής κρίσης απαιτεί κατεπείγοντα αναπροσανατολισμό προς μια παραγωγική, ανταγωνιστική οικονομία. Δεν έχει κανένα μέλλον μια χώρα που δεν παράγει, και που δεν παράγει ανταγωνιστικά. Δεν είναι καθόλου εύκολη η λύση σε ένα τέτοιο πρόβλημα. Θα πρέπει να συμβάλουν τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας. Ο δημόσιος τομέας επενδύοντας σε έργα υποδομής, στηρίζοντας τον ιδιωτικό τομέα, συμβάλλοντας στην απασχόληση. Και ο ιδιωτικός τομέας επενδύοντας σε επιχειρήσεις διεθνώς ανταγωνιστικές, που θα δημιουργούν πλούτο και απασχόληση και θα συμβάλλουν στα δημόσια έσοδα, απαραίτητα για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα μικρή, με περιορισμένη αγορά, και με σημαντικές ιδιομορφίες. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να στηρίξει οικονομικές δραστηριότητες πολύ μεγάλης κλίμακας. Δεν έχει τα απέραντα λιβάδια της Ν.Ζηλανδίας, της Αυστραλίας ή της Αργεντινής για να στηρίξει μαζική κτηνοτροφία, ή τις ατέλειωτες εκτάσεις των ΗΠΑ ή της Ρωσίας για να αναπτύξει γεωργία μεγάλου όγκου παραγωγής. Ακόμα και στην περίπτωση της ελιάς, όσοι έχουν δει τους απέραντους ελαιώνες της Ισπανίας καταλαβαίνουν τι εννοώ.

Επίσης, η Ελλάδα δεν μπορεί να στραφεί αποκλειστικά σε ένα μικρό, περιορισμένο μίγμα παραγωγικών δραστηριοτήτων. Γίνεται πολύς λόγος τελευταία για τη λεγόμενη πράσινη οικονομία ή πράσινη ανάπτυξη, ότι αυτή είναι η λύση στο αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας. Φοβάμαι ότι γίνονται εδώ κάποιες παρεξηγήσεις. Για παράδειγμα, για κάποιους, η πράσινη ανάπτυξη νοείται κυρίως ως μια εντατική ανάπτυξη πολλών έργων μικρής έως μεσαίας κλίμακας στο χώρο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ). Αρκεί κάθε ιδιοκτήτης κάποιας έκτασης γης να την αξιοποιήσει για την εγκατάσταση και λειτουργία μερικών ανεμογεννητριών ή ενός μικρού πάρκου φωτοβολταϊκών και με αυτό τον τρόπο να δημιουργήσει ατομικό εισόδημα (γενναία επιδοτούμενο μάλιστα από το κοινωνικό σύνολο), συμβάλλοντας το κατά δύναμη στο ενεργειακό δυναμικό της χώρας και στην υποκατάσταση ενός (πολύ μικρού) μέρους εισαγόμενων συμβατικών καυσίμων. Αλλά αυτό μικρή σχέση έχει με το μεγάλο, κατεπείγον πρόβλημα της ανάπτυξης μιας εξωστρεφούς, ανταγωνιστικής οικονομίας, που θα δημιουργήσει πλούτο και απασχόληση. Στην περίπτωση των πολλών έργων μικρής έως μεσαίας κλίμακας στο χώρο των ΑΠΕ έχουμε μηδενική εξωστρέφεια, πολύ μεγάλο κόστος αρχικής επένδυσης, βραδύτατη απόδοση, εισαγωγή ξένης τεχνολογίας και εξασφάλιση απασχόλησης – αλλά για τις χώρες που παράγουν την εισαγόμενη ξένη τεχνολογία. Θα ήταν βέβαια διαφορετικά τα πράγματα αν μιλούσαμε για έργα μεγάλης κλίμακας στον ίδιο αυτό χώρο των ΑΠΕ, που θα αποσκοπούσαν στην παραγωγή τεχνολογίας (π.χ. ανεμογεννητριών), που θα προορίζονταν τόσο για την εσωτερική όσο και, κυρίως, για την εξωτερική αγορά.

Το μίγμα παραγωγικών δραστηριοτήτων που θα μπορούσε να δώσει λύση στο αναπτυξιακό πρόβλημα της Ελλάδας δεν μπορεί παρά να περιλάβει μια ποικιλία τομέων ανάπτυξης, τόσο από το χώρο της υλικής παραγωγής όσο και από το χώρο των υπηρεσιών. Στο χώρο της υλικής παραγωγής ευνοείται η μικρής κλίμακας διαφοροποιημένη παραγωγή ποιοτικά ανώτερων προϊόντων, τόσο αγροτικών όσο και βιομηχανικών, που θα συναντήσουν το αγοραστικό ενδιαφέρον στη διεθνή αγορά. Μεγάλη είναι εδώ η σημασία της ανάπτυξης δικτύων προβολής και διάθεσης διεθνώς τέτοιων προϊόντων, πράγμα που θα πρέπει να απασχολήσει σοβαρά τόσο τους ίδιους τους παραγωγούς όσο και το κράτος. Στο χώρο των υπηρεσιών, οι δυνατότητες για ανάπτυξη είναι πολύ σημαντικές, ξεκινώντας από το χώρο του πολιτισμού και του τουρισμού, όπου η Ελλάδα έχει μερικά ασυναγώνιστα πλεονεκτήματα, και φτάνοντας ως το χώρο των μεταφορών, των υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης κλπ. Σε κάθε περίπτωση, οι όποιες δραστηριότητες έχουν αναπτυχθεί ή θα αναπτυχθούν πρέπει να χαρακτηρίζονται από ανταγωνιστικότητα και εξωστρέφεια.

Υπάρχει, λοιπόν, δυνατότητα εξόδου από τη σημερινή κρίση, προς όφελος της χώρας και του λαού της;

Η απάντηση είναι «Ναι»! Αργά και βασανιστικά και σε βάθος χρόνου. Και υπό προϋποθέσεις.