Κώστας Παππής

12/05/2019

Τρίγωνο της Ελίκας VΙΙ Ο πύργος της Παντάνασσας (Βασιλοπούλας)


Ξαναπιάνω το νήμα του αφηγήματός μου για το τρίγωνο της Ελίκας. Τελευταία φορά που έγραψα για κείνα τα μέρη ήταν τον περασμένο Αύγουστο. Ήταν για την Παναγία στις Κεφαλιές και για τον Τζων Γουαίην από την Ελίκα.  Διέκοψα βίαια (!) γιατί μεσολάβησαν ταξίδια μου στον Άη Στράτη και στην αρχαία Νουβία (βόρειο Σουδάν) και στη Σικυώνα (ο αρχαίος νεκρός και τα σανδάλια του) και στους Φούρνους της Ικαρίας. Όλα αυτά τα ταξίδια απαιτούσαν να μιλήσω γι’ αυτά, έστω για λίγο, και να επιστρέψω σε αυτά σε πιο εύθετο χρόνο, πράγμα που έκανα και θα κάνω.






Πίσω στην Ελίκα της Λακωνίας, λοιπόν. Αγαπημένος τόπος. Έλεγα την τελευταία φορά: η επόμενη επίσκεψή μας θα είναι στον λεγόμενο «Πύργο της Βασιλοπούλας». Τον ανακαλύψαμε, όχι εύκολα, με τον Θοδωρή, με τη βοήθεια του Δημήτρη, από το χωριό της Παντάνασσας (καλή του ώρα), αλλά και της τύχης…




Το χωριό της Παντάνασσας το συνδέσαμε με τη μια από τις τρεις κορφές αυτού που ονομάσαμε «Τρίγωνο της Ελίκας»: με την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Οι άλλες δυο κορφές του τριγώνου είναι ο Κουλεντιανός πύργος κι ο πύργος του Φονιά. Πύργοι – βίγλες για την ακρίβεια, που επόπτευαν τον κόλπο της Ελίκας με σκοπό την έγκαιρη ειδοποίηση σε περίπτωση που θα την έπεφταν στα μέρη αυτά πειρατές για πλιάτσικο.  Έλα, όμως, που το χωριό Παντάνασσα συνδέεται και με ένα άλλο μνημείο: τον πύργο της Παντάνασσας (ή Πύργο Ελικοβουνού ή Πύργο Γερουμάνας ή Πύργο Βασιλοπούλας)!



 Γνωρίζαμε από κάποιες πηγές την ύπαρξη του πύργου αλλά δυσκολευτήκαμε να τον βρούμε. Κάποια πηγή μας διαβεβαίωνε πως (επί λέξει): «δεν υπάρχει δρόμος για τον πύργο. Η προσέγγιση γίνεται μόνο μετά από πεζοπορία με πλησιέστερο σημείο εκκίνησης τον μοναδικό στο είδος του ναό του Αγίου Αθανασίου [τον περίφημο βυζαντινό ναό της Παντάνασσας που έχω ήδη παρουσιάσει στο blog μου], που βρίσκεται περί το 1,5 χιλιόμετρο νοτιότερα και χαμηλότερα, μεταξύ των χωριών Παντάνασσας και Κρυόβρυσης».  Όχι και τόσο σαφές… Άσε που δεν ήταν ούτε ακριβές. Γιατί υπάρχει δρόμος, και τον βρήκαμε, αφού με το τζιπάκι μου φτάσαμε σε απόσταση αναπνοής από τον πύργο!




Αποφασίσαμε να κατοπτεύσουμε την περιοχή παίρνοντας το δρόμο που περνάει μέσα από την Παντάνασσα, ανεβαίνει πάνω από τα χωριά Κρυόβρυση και Παντάνασσα και φτάνει ως την κορφή του Ελικόβουνου, που τώρα στεφανώνεται από ανεμογεννήτριες (έξι συνολικά). Ψάξαμε στην κορυφογραμμή, τίποτα, μόνο οι ανεμογεννήτριες. Κοιτάξαμε στην πλαγιά, τίποτα. Πύργο δεν βρήκαμε. Αλλά η περιπλάνησή  μας μάς επιφύλασσε μια σπουδαία έκπληξη (μπορεί να είναι το απρόσμενο εύρημα, η καταξίωση των κόπων, που φαντασιώνεται κάθε οδοιπόρος με τα δικά μας μυαλά!) που σας τη φυλάω για επόμενη ανάρτηση.





Ο Δημήτρης στην Παντάνασσα μας έδωσε μια νέα ευκαιρία με τις οδηγίες του. Παίρνουμε έναν άλλο δρόμο, λίγο πριν την Κρυόβρυση, στρίβοντας αριστερά σε οξεία γωνία, και προχωρώντας σ’ ένα δρόμο αγροτικό. Σε λίγο ο δρόμος δυσκολεύει. Φτάνουμε σε μια διχάλα και … ουπς, πάλι τζίφος!


Κατεβαίνουμε από το τζιπ, και πλέον αναλαμβάνει το … δαιμόνιό μου! Το φοβερό μου δαιμόνιο, που με έχει ξελασπώσει τόσες φορές. Παίρνω το δεξί της διχάλας και… νάτος, από το πουθενά! Ο πύργος της Παντάνασσας ή πύργος του Ελικοβουνού ή πύργος της Γερουμάνας ή πύργος της Βασιλοπούλας, όπως είναι πιο γνωστός!
Οι συντεταγμένες του: 36°36'47.6"N  22°58'13.8"E.




Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει προς τη δύση. Δεν έχουμε πολύ χρόνο για να επισκεφτούμε τον πύργο, να τον περιεργαστούμε, να τον φωτογραφίσουμε. Βιαζόμαστε, λοιπόν, ο Θοδωρής κι εγώ, βαδίζουμε ανάμεσα σε ξερούς θάμνους, και φτάνουμε σε ένα μικρό λιόφυτο, σε τοπίο βραχώδες, από όπου «φυτρώνει» ο πύργος – ή ό,τι έμεινε από αυτόν. Σκαρφαλώνουμε στο εσωτερικό του μισογκρεμισμένου πύργου, σημειώνουμε διάφορες λεπτομέρειες, τις φωτογραφίζουμε. Έχουμε θέα στον κόλπο της Ελίκας, στο Λακωνικό κόλπο. Παρεμβάλλονται λόφοι, βαθιά φαράγγια, ελαιώνες, κάπου-κάπου το μάτι μας σκαλώνει σε μετόχια, μικρά αγροτόσπιτα και στάνες. 





Από το γνωστό ιστότοπο https://www.kastra.eu έχουμε τις εξής πληροφορίες για τον πύργο της Βασιλοπούλας:
Τοποθεσία: Πάνω από τα χωριά Κρυόβρυση  (παλιά ονομασία Γερουμάνα) και Παντάνασσα Βοιών (Βάτικα) Λακωνίας, 1.5χλμ βόρεια από το ναό Αγ. Αθανασίου.
Υψόμετρο ≈ 470 m (Σχετικό ύψος ≈300 m).
Χρόνος κατασκευής: τέλη 14ου αιώνα (υστεροβυζαντινό). Κατάσταση: μάλλον κακή.




Πρόκειται για τυπική βυζαντινή βίγλα, διώροφη, ορθογώνιας κάτοψης, διαστάσεων 6x4 μ,, με μέγιστο σωζόμενο ύψος 4,50 μ. Είναι χτισμένη με αργολιθοδομή, με χρήση ξυλοδεσιάς και συνδετικό κονίαμα, στο οποίο παρεμβάλλονται, σε επάλληλες στρώσεις, πλακοειδείς σχιστόλιθοι.
Η είσοδος γινόταν μέσω μικρής ορθογώνιας θύρας στα δυτικά, ενώ στην ανατολική όψη ανοιγόταν παράθυρο.


Τα τυπολογικά της χαρακτηριστικά την χρονολογούν στους υστεροβυζαντινούς χρόνους.
Σχετικά με την ιστορία του πύργου διαβάζουμε:
Ο πύργος ταυτίζεται με τον αναφερόμενο στο χρυσόβουλο του συναυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου (1405) «πύργο του Ελικοβουνού».
Πιθανότατα είναι αμυντικό έργο του 14ου αιώνα των Βυζαντινών του Δεσποτάτου του Μυστρά.

Σχετικά με το όνομα του κάστρου διαβάζουμε:


Ο πύργος τοπικά αναφέρεται και σαν «πύργος της Βασιλοπούλας». Η βασιλοπούλα υποτίθεται ότι ήταν η Ειρήνη Παλαιολόγου, κόρη του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου, στην οποία αποδίδεται και η ίδρυση της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου (Παντάνασσας) το 1285. Σημειώνεται, πάντως, ότι η σύνδεση με την Ειρήνη Παλαιολόγου δεν τεκμηριώνεται ιστορικά και είναι μάλλον ανακριβής, για δυο λόγους:

Πρώτον ο Ανδρόνικος Β’ δεν είχε κόρη Ειρήνη. Είχε αδερφή, νύφη, ανιψιά και σύζυγο με αυτό το όνομα. Απ’ όλες αυτές, ίσως η νύφη του Ειρήνη, σύζυγος του γιού του Ιωάννη, να είχε σχέση με τη Λακωνία.
Δεύτερον, ο Άγιος Αθανάσιος θεωρείται πιθανότερο να χτίστηκε από Ιωαννίτες ιππότες (!) στο τέλος του 14ου αιώνα (και όχι του 13ου). Αυτό συνάγεται από τη τεχνοτροπία του ναού και από το σταυρό της Μάλτας στο υπέρθυρο. 


Τέλος, όσον αφορά τα δομικά, αρχιτεκτονικά και οχυρωματικά στοιχεία, διαβάζουμε ότι ο πύργος είναι χτισμένος σε βραχώδες ύψωμα, που εξασφάλιζε τον έλεγχο του Λακωνικού κόλπου, της κοιλάδας που αναπτύσσεται μπροστά του, καθώς και της μεσαιωνικής οδού που οδηγούσε στην Καστροπολιτεία της Μονεμβασίας.




Βλέπουμε ότι σε, μικρή απόσταση από τον πύργο, λίγες δεκάδες μέτρα, ο δρόμος που υπάρχει, τώρα σε κακή κατάσταση, πρέπει να ήταν ένας αρκετά φαρδύς χωματόδρομος, πού θα μπορούσε να χρησιμοποιείται από άμαξες. Ο καθένας μπορεί να το δει.

Το συζητάμε με το Θοδωρή. Καταλήγουμε ότι αυτό συνάδει με την περιγραφή «μεσαιωνική οδός που οδηγούσε στην Καστροπολιτεία της Μονεμβασίας». Αν είναι έτσι, τότε το κάστρο της Βασιλοπούλας δεν είχε κύριο σκοπό να εξασφαλίζει τον έλεγχο του Λακωνικού κόλπου. Μάλλον θα χρησίμευε περισσότερο  σαν οχυρό που έλεγχε την κίνηση πάνω σε αυτή την «μεσαιωνική οδό», που αργότερα εγκαταλείφθηκε, γιατί φτιάχτηκε ο ασφαλτόδρομος προς Μονεμβασιά.

Σε λίγο θα έχει νυχτώσει. Ώρα για επιστροφή.

Πάει κι αυτό το τάμα!

11/28/2019

Μια απρόσμενη συνάντηση στους Φούρνους Ικαρίας με έναν αρχαίο συντοπίτη μας - Η συνέχεια


Ρωτούσα στην προηγούμενη ανάρτηση:
 
«Ασκληπιάδη, τι γύρευες εσύ, ένας Σικυώνιος, αιώνες προ Χριστού στους Φούρνους Ικαρίας (τότε Κορσεαί)…;».

Αυτά ρωτούσα στο προηγούμενο κείμενό μου, όπου σας έλεγα για τη «συνάντησή» μου με τον Ασκληπιάδη, τον αρχαίο συντοπίτη μου. Αιτία, αν θυμάστε, η απρόσμενη συνάντησή μας στους Φούρνους της Ικαρίας. 




Για την ακρίβεια, μόνο την υπογραφή του, "ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ ΣΙΚΥΩΝΙΟΥ», συνάντησα, χαραγμένη με τα χέρια του πάνω σε ριζιμιό βράχο στην ακρόπολη των Κορσεών, όπου έχει χτιστεί η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Η γενική πτώση με μπερδεύει, αλλά πάμε παρακάτω. Η υπογραφή του Ασκληπιάδη είναι σχεδόν σβησμένη από τον άνεμο και τη βροχή που περνούσαν από πάνω της κάπου είκοσι τρεις ολόκληρους αιώνες. Και σκέφτομαι πως αν περάσουν άλλοι είκοσι τρεις αιώνες, δεν θα έχει μείνει τίποτα από την υπογραφή του φίλου μας. Θα έχει περισωθεί, όμως (έτσι φαντάζομαι), κάποια φωτογραφία της σε κάποιο βιβλίο, όπως αυτή που είδα στον υπέροχο Οδηγό του Αρχαιολογικού Μουσείου της Ικαρίας, στη μικρή αναφορά που γίνεται εκεί στους Φούρνους.

Πότε έζησε, αλήθεια, ο Ασκληπιάδης; Τι να γύρευε στους Φούρνους; Πώς κατέληξε εκεί;




Κάποιες πληροφορίες μου λένε ότι η το ακιδογράφημα του Ασκληπιάδη χρονολογείται στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., όπως τα περισσότερα ακιδογραφήματα που διαβάζουμε στους βράχους. Επίσης, ότι στην έκδοση για τις αρχαίες ελληνικές επιγραφές Inscriptiones Graecae (ΧΙΙ, VI, ii) o Ασκληπιάδης χαρακτηρίζεται ως μισθοφόρος. Αυτά είναι όλα κι όλα που μαθαίνω.

Μισθοφόρος, λοιπόν. Κι έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ. Θα ήταν νέος φυσικά, αφού υπηρέτησε σαν μισθοφόρος. Τι ξέρουμε για την αρχαία Σικυώνα, την πατρίδα του Ασκληπιάδη, εκείνων των χρόνων;

Μα ήταν τότε που ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, γιος του Αντίγονου του Μονόφθαλμου, επιφανούς στρατηγού του Αλεξάνδρου, συνδέθηκε με τις τύχες της Σικυώνας! Ήταν τότε, στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., που ο Δημήτριος κατακτά την Κόρινθο. Φτάνει και στη Σικυώνα, κι αποφασίζει να την μεταφέρει από την αρχαία θέση της, δηλαδή από τον κάμπο της Βόχας, λίγο πιο ψηλά, σε τόπο πιο οχυρό, πιο ασφαλή, στη θέση που βρίσκεται σήμερα το χωριό Βασιλικό. Συγκεκριμένα μαθαίνουμε ότι, κατά τους πρώτους μήνες του 303 π.Χ., ο Δημήτριος απέπεμψε την πτολεμαϊκή φρουρά που είχε τον έλεγχο της Σικυώνας, αποκαθιστώντας το πολίτευμα και την αυτονομία της.

Για τη νέα πόλη χτίζει τείχη, κατασκευάζει Βουλευτήριο, Αγορά, Θέατρο, Στάδιο, δημόσια κτήρια. Για όλα αυτά λαμβάνει θεϊκές τιμές από τους κατοίκους, ανάμεσα στις οποίες και την (προσωρινή όπως αποδείχθηκε) μετονομασία της Σικυώνας σε «Δημητριάδα».[

Λίγο πιο πριν, το 305 π.Χ.. προηγήθηκε η πολιορκία της Ρόδου  που ήταν μεν ανεπιτυχής αλλά ο ίδιος, με τη βοήθεια των θαυμαστών πολιορκητικών μηχανών που επινόησε, είχε επιδόσεις για τις οποίες κέρδισε την επωνυμία «Πολιορκητής».

Να ήταν σε αυτή την εκστρατεία του Δημήτριου που ο Ασκληπιάδης αποφάσισε να μπαρκάρει σαν μισθοφόρος με το στόλο για τη Ρόδο, απόφαση που τον έφερε σε αυτή την ακτή του ανατολικού Αιγαίου, στο νησί (ή μάλλον στα νησιά) των Φούρνων;



Η φαντασία μου καλπάζει και φτιάχνει σενάρια! Ακούστε ένα:

«Μετά την ανεπιτυχή πολιορκία της Ρόδου, τα πολεμικά πλοία του Δημήτριου παίρνουν το δρόμο της επιστροφής. Παραπλέοντας τα μικρασιατικά παράλια, τα πλοία φτάνουν στο Ικάριο πέλαγος. Εκεί πέφτουν σε μια τρικυμία, από αυτές που πλήττουν συχνά αυτό το ατίθασο πέλαγος. Το πλοίο που μεταφέρει τον Ασκληπιάδη ναυαγεί. Ο ίδιος, με την ψυχή στο στόμα, καταφέρνει να βγει στην ακτή των Κορσεών. Μέχρι ν’ αποφασίσει τι θα κάνει με τη ζωή του, για να βγάλει τον επιούσιο, γοητευμένος κι από την ομορφιά του τόπου, δουλεύει σαν μισθοφόρος για τους Σάμιους, που ήσαν τότε οι επικυρίαρχοι των Κορσεών και είχαν φρουρά στην Ακρόπολη. Πιάνει δουλειά στη φρουρά. Τις ατέλειωτες άεργες ώρες της φρουράς τις περνάει παίζοντας ζάρια με τους συναδέλφους, κάνοντάς τους καζούρα για τα ερωτικά τους γαϊτανάκια, ελέγχοντας πού και πού μην έρχεται κανένα σήμα από τη φρυκτωρία του Δράκανου, απέναντι στην Ικαρία, ή από την άλλη, στη Χρυσοπηγή. Ενδιάμεσα απαθανατίζει το πέρασμά του από το νησί σκαλίζοντας στο βράχο το περίφημο ακιδογράφημά του: ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ ΣΙΚΥΩΝΙΟΥ»!

Πώς σας φαίνεται το σενάριο;

Στις φωτογραφίες, το ακιδογράφημα του Ασκληπιάδη, ο Άη Γιώργης στην Ακρόπολη των Κορσεών, και οι Κορσεές (σημερινοί Φούρνοι), όπως φαίνονται από την Ακρόπολη, με το νησάκι Θύμαινα απέναντι.                    

11/24/2019

Μια απρόσμενη συνάντηση στους Φούρνους Ικαρίας μ' έναν αρχαίο συντοπίτη μου


Ασκληπιάδη, τι γύρευες εσύ, ένας Σικυώνιος, αιώνες προ Χριστού στους Φούρνους Ικαρίας (τότε Κορσεαί), στα ίδια μέρη που ποθοπλάνταζε ο Δαμόδωρος για τον Επίγονο, παρέα με τους άλλους φρουρούς, πάνω στην ακρόπολη των Κορσεών;




Τρίβω τα μάτια μου με τα νέα ευρήματα που φέρνει η ζωή στο δρόμο μου, στο πιάτο, μπροστά μου!

Ήρθα στους Φούρνους του Αιγαίου, ανύποπτος ότι θα συναντήσω κι εδώ έναν αρχαίο συντοπίτη μου: τον Ασκληπιάδη από την Σικυώνα (σημερινό Κιάτο). Δηλαδή, για ν’ ακριβολογώ, μόνο την υπογραφή του συνάντησα, χαραγμένη με τα χέρια του πάνω στο βράχο της ακρόπολης των Κορσεών - μια υπόμνηση πως πέρασε κι αυτός από δω! Οι σημερινοί κάτοικοι των Φούρνων μάλλον αγνοούν την ύπαρξή του, όπως οι περισσότεροι θα αγνοούν και το ποια ήταν η Σικυώνα. Η υπογραφή είναι δυσανάγνωστη, σχεδόν σβησμένη από τον άνεμο και τη βροχή που πέρασε από πάνω της όλους αυτούς τους αιώνες από τότε που χαράχτηκε στο βράχο. Και ποιος έχει όρεξη τώρα να ψάχνει στους βράχους της αρχαίας ακρόπολης μισοσβησμένα γραφφίτι και ιστορίες παλιές…





Για τη συνάντηση με τον Ασκληπιάδη, «έδεσαν» πολλές συμπτώσεις (σίγουρα δουλειά του δαίμονά μου). Εξηγούμαι.

Βρίσκομαι στους Φούρνους της Ικαρίας εφοδιασμένος με τις λίγες γνώσεις για το νησί, ιδίως για την αρχαιότερη ιστορία του, που παρέχει η βασική πηγή πληροφοριών, του διαδικτύου. Το χούι μου είναι γνωστό: όταν βρεθώ σε έναν καινούργιο τόπο τον ψάχνω, τον κάνω άνω-κάτω, μέχρι να τον γνωρίσω, τουλάχιστον στα βασικά. Το νησί είναι μικρό, όμως γρήγορα διαπιστώνω πως έχει ιστορία, υπάρχουν μνημεία ακόμα ορατά. Μόνο που η ιστορία του συνδέεται κυρίως με την παρουσία των πειρατών στην περιοχή, των κουρσάρων, που ίσως πήραν το όνομά τους από το αρχαίο όνομα της πόλης: Κορσεαί.

Από πού ν’ αρχίσω; Μένω σε κάτι ενοικιαζόμενα δίπλα στο Δημαρχείο. Βλέπω μια αφίσα στο προαύλιο του Δημαρχείου που με πληροφορεί πως πριν λίγο καιρό είχε γίνει στο νησί μια σημαντική εκδήλωση: η παρουσίαση ενός βιβλίου σχετικού  με αρχαιολογικά ευρήματα και μία προσέγγιση της ιστορίας των Φούρνων. Μπαίνω στο Δημαρχείο και καταλήγω σε μια ευγενική υπάλληλο που, ύστερα από τις συστάσεις, με ενημερώνει πως το βιβλίο δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα, όμως ένα αντίτυπό του σε ειδική, επιμελημένη έκδοση, υπάρχει στο Δήμο!

-    Μπορώ να του ρίξω μια ματιά; Ρωτάω την κυρία.

-    Βεβαίως μπορείτε, απαντά.

Το παίρνω στα χέρια μου και βλέπω και θαυμάζω! Η «μια ματιά» κρατάει πάνω από ώρα! Έχω εδώ, μπροστά μου, ένα βιβλίο που περιέχει ένα θησαυρό από πολύτιμες πληροφορίες και υπέροχες φωτογραφίες! Το βιβλίο, αποτέλεσμα μακρόχρονου μόχθου και συστηματικής έρευνας, δείχνει αρχαιολογικά ευρήματα και μία προσέγγιση της ιστορίας των Φούρνων. Έχει τίτλο "Κορσηιτών Νήσοι" και συγγραφείς του είναι οι αρχαιολόγοι κ.κ. Μαρία Βιγλάκη Σοφιανού, Γιώργος Κουτσουφλάκης και Peter Campbell. Το χούι μου στήνει χορό! Δεν χορταίνω να φυλλομετρώ το βιβλίο και να κρατάω σημειώσεις. Μακαρίζω το νησί για την τύχη του να ιστορηθεί από τέτοιους άξιους ερευνητές!

Καθώς γυρίζω τις σελίδες του βιβλίου, η ματιά μου πέφτει σε μια περικοπή που με αφήνει με το στόμα ανοιχτό! Λέει για το πώς τεκμηριώνεται η ύπαρξη οχυρής εγκατάστασης στο λόφο πάνω από το χωριό των Φούρνων, δηλαδή για την ακρόπολη της αρχαίας πόλης, και για το πού εμφανίστηκε για πρώτη φορά η πληροφορία για το αρχαίο όνομα των Φούρνων. Διαβάστε:

«Αδιάψευστη γραπτή πηγή πληροφόρησης για την ύπαρξη οχυρής εγκατάστασης είναι τα ακιδογραφήματα, δηλαδή επιγραφές «χτυπημένες» από τους στρατιώτες φρουρούς στις κάθετες όψεις του ριζιμιού βράχου, κάτι αντίστοιχο με τα σημερινά graffiti σε τοίχους. Σε μία περίπτωση καταλαμβάνουν μέτωπο μήκους 8 μ. και ύψους 0,90 μ.

Το μοναδικό επιγραφικό σύνολο έχει τεράστια σημασία, καθώς διαφωτίζει πλήρως τον ερευνητή για τη λειτουργία του χώρου. Μία, μάλιστα, από τις επιγραφές έχει ανεκτίμητη βαρύτητα, καθώς «διηγείται» την ταυτότητα της αρχαίας πόλης και η προσφορά της στην ιστορική έρευνα είναι πολλαπλή: προσδιορίζει την ύπαρξη ακρόπολης στη συγκεκριμένη θέση, γνωστοποιεί ονόματα φρουρών και συναισθήματα και οδηγεί στην ασφαλή ταύτιση της αρχαίας πόλης με τις Κορσιές. Εάν αυτή δεν είχε διασωθεί, το όνομα της αρχαίας πόλης θα έμενε για πάντα άγνωστο. Στην επιγραφή αυτή, που τον 4ο αιώνα π.Χ. χάραξε ένας φρουρός, ο Δαμόδωρος, θέλοντας να εκφράσει προσωπικές επιθυμίες και πόθους, αναγράφεται το όνομα των ΚΟΡΣΙΗΤΩΝ, δηλαδή των κατοίκων των ΚΟΡΣΙΩΝ:

ΚΑΙ ΤΑΛΛΑ ΣΠΕΥΔΩΝ ΑΠΟΛΛΟΚΡ[ΑΤΕΙ Δ]ΑΜΟΔΩΡΟΣ ΕΠΙΓΟΝΟΝ ΠΟΘΩΝ ΦΥΛΑΤΤΩ ΚΟΡΣΙΗΤΩΝ ΑΚΡΟΠΟΛΙΝ».




Οι συγγραφείς μεταφράζουν:

«Και ενώ κατά τα άλλα, εγώ ο Δαμόδωρος τρέχω πίσω από τον Απολλοκράτη, ποθώντας τον Επίγονο φυλάω την ακρόπολη των Κορσιητών»!

Από κάτω οι συγγραφείς παραθέτουν στο βιβλίο τους (σελ. 51) σχεδιαστική απεικόνιση των επιγραφών διευκρινίζοντας: «το σχέδιο από τον τόμο Inscriptiones Graecae XII, 6, ii) και το μέτωπο του ριζιμιού βράχου με τα ακιδογραφήματα». Κοιτάξτε στο κάτω δεξιά μέρος της απεικόνισης!

Βλέπετε αυτό που είδα; Δεν εννοώ τα πάθη του ποθοπλάνταχτου Δημόδωρου – αυτά ήσαν κοινός τόπος  στην Ελλάδα τ’ αρχαία χρόνια και δεν ίδρωνε τ’ αυτί κανενός γι αυτά γιατί κανέναν δεν ενδιέφεραν τα ιδιωτικά πάθη του καθενός. Το άλλο εννοώ! Αυτό που γράφει πάνω από την επιγραφή του Δαμόδωρου, αυτό που είδα και με έπιασε ρίγος! Ναι, αυτό!

ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ ΣΙΚΥΩΝΙΟΥ!


Εδώ είμαστε!

Η συνέχεια στο επόμενο!

11/15/2019

ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ X Δοξαστικό - Έξοδος



Θέλω το κείμενο που ακολουθεί να έχει κάτι από την τρυφερότητα μιας μπαλάντας του Μάνου, από τη δροσιά που ξεχύνει το Αρχιπέλαγος του Μίκη, τίποτα ηρωικό και πένθιμο, σίγουρα όμως δοξαστικό – αλλά στον πιο ελάσσονα τόνο.

Τον Άη Στράτη αποχαιρετώ!



Γιατί ήρθε η ώρα για την έξοδο. Όχι, όμως, χωρίς να δοξάσω τη φύση του νησιού, τη μυστική γοητεία αυτού του τόπου, με τα κακοτράχαλα χαμηλά βουνά, τα δάση της βελανιδιάς, τις κοίτες των χειμάρρων με τις λυγαριές και τις πικροδάφνες, και τους μαγικούς κόλπους, που διαδέχονται ο ένας τον άλλο σ’ έναν διαγωνισμό ομορφιάς όπου κερδίζουν όλοι!


 
Είχα πολλά να πω. Λίγα είπα. Έδωσα χώρο στην εξορία, σφραγίδα πάνω στην ιστορία του νησιού. Εξορία, ιστορία. Τα τέσσερα τελευταία γράμματα κοινά. Με τα υπόλοιπα, εξ και ιστ, και μια ρηματική κατάληξη, φτιάχνεις το «εξίσταμαι». Που δηλώνει, όπως και το εξανίσταμαι,  οργισμένη αντίδραση. Ποια θα μπορούσε να είναι, αν όχι οργισμένη, η αντίδραση ενός δημοκρατικού πολίτη απέναντι στη βία και τον αυταρχισμό της εξορίας, που μάρτυράς τους υπήρξε αυτό το νησί;



Μίλησα για το φοβερό σεισμό του 1968, που άλλαξε δραματικά τη φυσιογνωμία του μοναδικού οικισμού στον Άη Στράτη.

Και, πολύ σύντομα, τηλεγραφικά, μίλησα για τη γεωγραφία του νησιού, τον σύγχρονο οικισμό και την αρχαιότερη ιστορία του. 




Κάτι πρόλαβα να πω και για τους κόλπους με τις υπέροχες παραλίες. Με αυτές θα διακοσμήσω το κείμενο.

Όταν έφτασα εδώ, στις 29 Αυγούστου, η πρώτη μου κίνηση ήταν να πάω στην παραλία του Άη Δημήτρη. Ανέβασα, την ίδια μέρα, στο facebook μιαν ανάρτηση, και το ασυνάρτητο, παραληρηματικό, σαν γέννημα από ουσίες, κείμενο που συνόδευσε τις φωτογραφίες, που θα μπορούσε να είχε γραφτεί κι από τρελό (τρελαμένο εν πάση περιπτώσει), και που έλεγε:  



 
Αυτό το δειλινό.
Τα πάντα όλα!
Άε πάγαινε, που θα έλεγε κι η Σωτηρία. Το λέω γιατί τι άλλο να πω, εξόν από κάτι εξώκοσμο;
Έρχονται κι άλλες!
 
Πράγματι, την επόμενη ανεβάζω κι άλλες φωτογραφίες, από το Λιδαριό αυτή τη φορά. Το συνοδευτικό κείμενο έγραφε:
 
Άη Στράτης. Το ταξίδι συνεχίζεται, μοναχικό ως συνήθως, στ’ αγαπημένα μου νησιά της άγονης γραμμής, κάθε χρόνο τέτοιο καιρό. Ο κατάλογος, φυραίνει απελπιστικά, όπως τα χρόνια μου, κοντεύει να εξαντληθεί…



 


Στο Λιδαριό, ύστερα από μια διαδρομή πάνω σε ράχες με μαντριά, με συρμάτινους φράχτες για να περιορίζεται το κάθε κοπάδι στον τόπο του, κατέβα ν’ ανοίξεις το φράχτη, πέρνα, ξανακατέβα να κλείσεις, λίγο πιο πέρα το ίδιο, και στην επιστροφή πάλι από την αρχή.

Παντού βελανιδιές, το μόνο δέντρο που ευδοκιμεί στο νησί, μαζί με τ’ αρμυρίκια στις πολλές όμορφες παραλίες του. Βελανιδιές, που δίνανε κάποτε εισόδημα για τη χρήση τους στη βυρσοδεψία. Και στις κοίτες των χειμάρρων λυγαριές.

Κανένας άνθρωπος – κι ο τσοπάνος που τυχόν φυλάει το κοπάδι χαμένος, κρυμμένος, ελέγχει το αβλαβές πέρασμα των ανθρώπων.

Όμως στο τέλος ανταμώνεις μια μαγευτική παραλία με μια μόνο σκηνή και μόνους κάτοικους ένα όμορφο ζευγάρι με τα δυο σκυλιά τους. Πιάνετε κουβέντα, γνωρίζεστε, δίνετε τα χέρια, «θα ξανάρθεις, ελπίζουμε».




Με το ζευγάρι δεν ξανανταμώσαμε, αλλά γίναμε φίλοι στο facebook. Να είναι καλά όπου και νάναι (Ξάνθη ή Κομοτηνή, αν θυμάμαι καλά).

Οι παραλίες δεν τελειώνουν. Προσπαθώ να προλάβω να πάω στις περισσότερες.

Μακρηγορώ, αν και ξέρω πως οι αποχαιρετισμοί δεν πρέπει να τραβάνε του μάκρους. 




Να προλάβω να πω, λοιπόν, και δυο λόγια τώρα για την ψυχή του τόπου: τον κύριο Βύρωνα. Τον άξιο γιο ενός άξιου πατέρα, του σπουδαίου Αγιοστρατίτη Βασίλη Μανικάκη, που φρόντισε όσο ζούσε, με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι και μύριες δυσκολίες, ν’ αφήσει για τις γενιές που ήρθαν μετά απ’ αυτόν, κι εκείνες που έρχονται, εικόνες από το νησί εκπληκτικές, σπαρακτικές, αστραποβόλες, μαγικές, πριν ο χρόνος σκεπάσει τα πάντα με τη σκόνη του.  


Κύριε Βύρωνα, σ’ ευχαριστώ που δέχτηκες να συναντηθούμε και να μιλήσουμε για τον Άη Στράτη. Που μου φανέρωσες, με αγάπη και σοφία, όσα κανένα βιβλίο δεν μπορεί να δώσει για το νησί σου. Που με φώτισες, με τη γνώση και με το βάθος της σκέψης σου, και με έκανες να αισθανθώ για μια στιγμή πως υπήρξα κι εγώ πολίτης σε αυτόν εδώ τον τόπο.

Σ’ έναν αποχωρισμό, ποια είναι η πιο παρήγορη λέξη; Μα το «θα ξανασυναντηθούμε»!

Στο επανιδείν, λοιπόν! Θα ξανασυναντηθούμε!

11/04/2019

ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ ΙΧ Εδώ κι εκεί, μέσα και γύρω από τον οικισμό


Τα μαζεύουμε. Το αφήγημα αυτό για τον Άη Στράτη πλησιάζει στο τέλος του. Όπου νάναι αναχωρούμε.

Προηγουμένως, όμως, λέω να δείξουμε μερικές ακόμα εικόνες μέσα και γύρω από τον οικισμό, το μοναδικό, του Άη Στράτη.




Να δείξουμε λίγα από όσα λίγα έχουν απομείνει από το χωριό πριν από το σεισμό του 1968.







Το σημερινό σχολείο.



Το Μνημείο πεσόντων αεροπόρων στο Αιγαίο – το μοναδικό σε όλο το πέλαγος.




Την πλατεία με το Δημαρχείο και το Ηρώο.




Τις εκκλησίες του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Βασιλείου (1727).



Το Μουσείο Δημοκρατίας.



Τη Μαράσλειο Σχολή, έργο της Αδελφότητας Αγιοστρατιτών της Αιγύπτου.



Τον αρχαιολογικό χώρο του παλαιού ναού των Αγίων Πέντε Μαρτύρων.




Το ξωκκλήσι του Αγίου Μηνά.


Την κοντινή φύση.




Έπεται το Δοξαστικό και η Έξοδος!