Κώστας Παππής

2/27/2012

Μπορούμε να «Επιμείνουμε ελληνικά»;



Με τίτλο «Επιμένουμε ελληνικά» έγραφα στην τελευταία ανάρτηση για την ανάγκη να αλλάξουμε καταναλωτικές συνήθειες (π.χ. να μην αγοράζουμε προϊόντα εισαγόμενα όταν τα ίδια παράγονται στη χώρα μας και να προτιμούμε τον εσωτερικό τουρισμό) αλλά και να παράγουμε ανταγωνιστικά.

Στο άρθρο αυτό απάντησε αναγνώστης με το παρακάτω σχόλιο:

«To κείμενο σας έχει πολλές κρίσιμες και βασικές πλευρές για την ισχυροποίηση της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Ωστόσο θα ήθελα να θέσω στην κρίση σας κάποια βασικά εμπόδια του καταναλωτή στο να αγοράσει ελληνικά προϊόντα. Μιλάω εκφράζοντας την προσωπική μου οικογενειακή κατάσταση στην οποία υπάγονται και πολλοί γνωστοί και φίλοι. Η αβάσταχτη, άδικη φορολογία και η εξευτελιστική κατάσταση που βιώνουμε μας κάνει να στερηθούμε βασικά αγαθά υλικά και κυρίως αναφέρομαι στα τρόφιμα! Θεωρώ απαράδεκτο ένας οικογενειάρχης φορολογούμενος πολίτης με σωστή και τίμια οικονομική διαχείριση, χωρίς σπατάλες και πολυτέλειες όλα του τα χρόνια, να φτάνει στο σημείο να μην μπορεί να προσφέρει καθημερινά ένα μπουκάλι φρέσκο γάλα στο σπίτι του! Δεν υπερβάλλω και δεν είμαι λαϊκιστής αλλά περιγράφω την σκληρή πραγματικότητα! Σε αυτό τον Έλληνα δεν έχει καμία σημασία αν το μανιτάρι ή το γάλα ή το τυρί είναι ελληνικό ή τουρκικό ή γερμανικό... Σημασία έχει ποιο από όλα αυτά μπορεί να αγοράσει! Και, ναι, να γίνουμε ανταγωνιστικοί και, ναι, να ψωνίζουμε ελληνικά προϊόντα... ΑΛΛΑ ΑΝ ΔΕΝ ΣΟΥ ΦΤΑΝΟΥΝ ΤΑ ΛΕΦΤΑ; Αν τα ζυμαρικά και τα λαχανικά είναι πιο φθηνά του Μπαγκλαντές από της Ελλάδας τότε τι βάζεις σε πρώτη μοίρα;».

Στο σχόλιο του αναγνώστη δύσκολα μπορείς κανείς να φέρει αντίρρηση. Η κατάσταση που βιώνει πια ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων στην Ελλάδα είναι ακριβώς αυτή που περιγράφει. Καταντάει να είναι πολυτέλεια η δυνατότητα επιλογής με κριτήριο άλλο εκτός από το κόστος.  Πώς να «επιμένουμε ελληνικά» όταν η τιμή των ελληνικών προϊόντων σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνάει την τιμή των αντίστοιχων εισαγόμενων, ενώ το εισόδημα ενός πλήθους οικογενειών δεν επαρκεί ούτε για τα βασικά;

Νομίζω, πάντως, ότι το άρθρο μου δεν παρέβλεψε την αγωνία και τον προβληματισμό του αναγνώστη αλλά και ενός μεγάλου πλήθους συμπατριωτών μας. Θα θυμίσω μόνο ένα μέρος από τη σύνοψη της θέσης μου:  «προϋπόθεση για να τελειώσει η κρίση που ζούμε σαν κοινωνία είναι να παράγουμε και να καταναλώνουμε ελληνικά και επίσης να εξάγουμε. Αυτό απαιτεί να αλλάξουμε καταναλωτικές συνήθειες αλλά και να παράγουμε ανταγωνιστικά. Με τη σειρά του το τελευταίο προϋποθέτει δραστική αύξηση της παραγωγής, με παράλληλη σημαντική μείωση του κόστους που επιβαρύνει τις τιμές διάθεσης των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών...».

Μπορεί κανείς να δει στην παραπάνω σύνοψη το βασικό επιχείρημα: ότι για να παράγουμε και να καταναλώνουμε ελληνικά, με σκοπό να λυτρωθούμε από τον εφιάλτη της κρίσης, πρέπει να παράγουμε, και να παράγουμε ανταγωνιστικά. Πράγμα που απαιτεί και μείωση του κόστους του προϊόντος, που επιβαρύνεται υπερβολικά από διάφορους συντελεστές, μεταξύ αυτών από το μεγάλο μη μισθολογικό κόστος εργασίας, τη γραφειοκρατία, τη φορολογία κλπ. Και φυσικά απαιτεί ένα λογικό περιθώριο κέρδους του παραγωγού (όχι στην αισχροκέρδεια, όπου οδηγούν κυρίως οι μονοπωλιακές καταστάσεις).   

Το να παράγουμε ανταγωνιστικά προϊόντα, με λογικές τιμές και καλή ποιότητα, θα επιτρέψει στον Έλληνα καταναλωτή να στραφεί στα ελληνικά προϊόντα. Θα επιτρέψει στην ελληνική οικονομία να βασιστεί στην εγχώρια ζήτηση και να αντιμετωπίσει με επάρκεια τον παγκόσμιο ανταγωνισμό, εξάγοντας ένα μέρος της παραγωγής, ώστε να μπορεί η χώρα, χωρίς δανεικά, να εξασφαλίζει όσα δεν μπορεί η ίδια να παράγει ανταγωνιστικά. Θα επιτρέψει, τέλος, στην ελληνική κοινωνία να αντιμετωπίσει το τραγικό πρόβλημα της εξαθλίωσης, που όλο βαθαίνει, και της ανεργίας.

Νομίζω ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος στο αδιέξοδο που ζούμε. Φυσικά χρειάζεται τεράστιος αγώνας για να το πετύχουμε, συσπείρωση όλων των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας μας, αλλά και ελπίδα και πίστη ότι, έστω αργά και βασανιστικά, τελικά θα τα καταφέρουμε. ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΛΠΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΠΙΣΤΈΨΟΥΜΕ ΟΤΙ ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΜΕ.

Σε αυτό θα επανέλθουμε.   

1/30/2012

Επιμένουμε ελληνικά

Σας μεταφέρω, όπως το έλαβα, μέρος ενός μηνύματος που έφτασε πρόσφατα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου:
«Ο Έλληνας έχει μια μανία να τρώει λευκό εισαγόμενο μανιτάρι από την Πολώνια γιατί πιστεύει ότι, επειδή είναι λευκό, είναι και αγνό. Ιδού λοιπόν τι συμβαίνει: Τις δύο βδομάδες των εορτών πουλήθηκαν 200 τόνοι εισαγόμενου μανιταριού λευκού, μπαγιάτικου, και ψεκασμένου με φορμόλη και χλωρίνη (για να είναι άσπρο), και κέρδισαν δύο εταιρείες γερμανικών συμφερόντων. Την ίδια στιγμή πουλήθηκαν 30 τόνοι ολόφρεσκου μανιταριού ημέρας του είδους πλευρότους (ΤΕΛΕΙΩΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥ) που παράχθηκε από 45 μικρές οικογενειακές γεωργικές μονάδες που, μαζί με τους εργαζόμενους εκεί, έδωσε «ψωμί» σε πάνω από 300 οικογένειες. Εάν αυτό ήταν αντίστροφα τότε, αντί για 45 μονάδες, θα ζούσαν 300 μονάδες  και συνολικά με τους εργαζόμενους πάνω από 4000 άτομα! Αυτό είναι απλό μάθημα γεωργικής οικονομίας αλλά πολλαπλασίασέ το επί 5.000 ή 10.000 για να δεις τι γίνεται και στους άλλους κλάδους της γεωργίας…».

Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω τους αριθμούς και τα πραγματικά γεγονότα, αλλά δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Το μήνυμα που έλαβα μεταφέρει μια πικρή αλήθεια. Ότι, αντίθετα με ό,τι κάνουν πολίτες άλλων χωρών (π.χ. Γερμανοί, Γάλλοι, Ιταλοί κλπ), οι Έλληνες δεν μάθαμε να επιλέγουμε και να προτιμούμε προϊόντα που παράγονται στον τόπο μας, από ελληνικές επιχειρήσεις και ελληνικά χέρια. Επιλέγοντας όμως εισαγόμενα προϊόντα, επιλέγουμε να στηρίξουμε ξένες επιχειρήσεις και ξένες θέσεις απασχόλησης με το γνωστό αποτέλεσμα: να κλείνουν ελληνικές επιχειρήσεις, ή να μη δημιουργούνται νέες, και να χάνονται συνεχώς θέσεις εργασίας στη χώρα μας, ή να μη δημιουργούνται νέες, πράγμα που επιδεινώνει δραματικά την κρίση που ζούμε σαν κοινωνία, με τις γνωστές τραγικές συνέπειες.  

Σε ένα παλιότερο κείμενό μου με τίτλο «Εφιάλτης πάνω από την πόλη» έγραφα, μεταξύ άλλων, την άποψή μου για το πώς φτάσαμε ως εδώ: «αρνηθήκαμε να δούμε το μέλλον που ερχόταν σαν μαύρο σύννεφο απειλητικό, τρομερό. Με τα δανεικά, βοηθούσης και της παγκοσμιοποίησης, στείλαμε στην ανεργία χιλιάδες συνέλληνες, ψωνίζοντας προϊόντα «σινιέ» από επώνυμες μάρκες του εξωτερικού, γυρίζοντας την πλάτη και ξαποστέλνοντας στα αζήτητα τα προϊόντα της ελληνικής γης και του ελληνικού μόχθου…». 

Πιστεύω ότι πια οι περισσότεροι Έλληνες κατανοούμε πως όρος επιβίωσης της χώρας μας είναι να αντιστραφεί η στάση μας που περιγράφεται μέσα στα παραπάνω εισαγωγικά. Έτσι, με σύνθημα “Καταναλώνουμε ό,τι παράγουμε” έχει δημιουργηθεί το Κίνημα «Αγοράζω Ελληνικά» που προτρέπει τους καταναλωτές να επιλέγουν και να προτιμούν εγχώρια προϊόντα, ώστε να μείνουν τα χρήματα στην αγορά και να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας στις επιχειρήσεις. 

Για να βγούμε από τον εφιάλτη, δεν αρκεί μόνο το να παράγουμε και να καταναλώνουμε ελληνικά. Πρέπει και να εξάγουμε για να μπορούμε να εξασφαλίζουμε προϊόντα και υπηρεσίες που δεν παράγουμε εγχώρια και που αναγκαστικά πρέπει να τα εισάγουμε (π.χ. φάρμακα, καύσιμα). 

Φυσικά, για να προτιμηθεί στην αγορά, εδώ ή στο εξωτερικό, ένα  προϊόν ή μια υπηρεσία πρέπει να είναι ανταγωνιστικά σε ποιότητα και τιμή. Για να σταθούμε στο παράδειγμα του προϊόντος  που αναφερθήκαμε στην αρχή, του μανιταριού, και ειδικότερα στις δυνατότητες εξαγωγής του, φαίνεται ότι αυτή δεν έχει προοπτικές, τουλάχιστον σήμερα. Εξηγεί ο κ. Δημήτρης Σταματόπουλος, συνιδιοκτήτης με τον αδερφό του κ. Κώστα Σταματόπουλο, της εταιρείας Σταματόπουλος Δ. & Κ. Ο.Ε., με εμπειρία 25 χρόνων στην παραγωγή κι εμπορία μανιταριών: «Το γεγονός αυτό (η αδυναμία εξαγωγής) οφείλεται στο ότι η τιμή των ελληνικών μανιταριών δεν είναι ακόμη ανταγωνιστική σε σχέση με άλλες χώρες που παράγουν και εξάγουν το προϊόν, όπως η Πολωνία και η Ιταλία. Επομένως αν το κόστος και ο ανταγωνισμός δεν κάνουν τις τιμές να υποχωρήσουν θεαματικά δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για εξαγωγές, πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις. Όμως και κάτω από τις παρούσες συνθήκες, στις οποίες η αγορά πιέζεται από όλες τις κατευθύνσεις, η συμπίεση των κοστολογίων αλλά και των κερδών είναι και επιβεβλημένη και αναπόφευκτη (Περιοδικό Φρουτονέα, τεύχος 147, 4/2011)».

Συνοψίζοντας: προϋπόθεση για να τελειώσει η κρίση που ζούμε σαν κοινωνία είναι να παράγουμε και να καταναλώνουμε ελληνικά και επίσης να εξάγουμε. Αυτό απαιτεί να αλλάξουμε καταναλωτικές συνήθειες (π.χ. προτιμούμε τον εσωτερικό τουρισμό, δεν αγοράζουμε εισαγόμενα που παράγονται στη χώρα μας) αλλά και να παράγουμε ανταγωνιστικά. Με τη σειρά του το τελευταίο προϋποθέτει δραστική αύξηση (αλλά και διαφοροποίηση, π.χ. στο χώρο της ενέργειας) της παραγωγής, με παράλληλη σημαντική μείωση του κόστους που επιβαρύνει τις τιμές διάθεσης των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών. Δηλαδή μείωση του κόστους  των εισροών της παραγωγής (π.χ. κόστος ενέργειας), του μη μισθολογικού κόστους εργασίας, της γραφειοκρατίας, της φορολογίας κλπ. Προϋποθέτει επίσης προσοχή στην ποιότητα, τόσο από την μεριά του καταναλωτή, που συχνά αγοράζει ξένα προϊόντα φθηνότερα, που όμως ποιοτικά υστερούν από τα αντίστοιχα ελληνικά,  όσο και από την μεριά του παραγωγού.

12/22/2011

Ανοιχτή επιστολή στους συναδέλφους μου


Αγαπητοί Συνάδελφοι,

Στις 21-11-2011 ο Φοιτητικός Σύλλογος Πανεπιστημίου Πειραιώς «Ο Πλάτων» δημοσίευσε την παρακάτω ανακοίνωση:

«Με το έναυσμα των όσων διατυπώνονται στο έντυπο της εφημερίδας της κυβέρνησης (sic) ... προχωράμε στη γνωστοποίηση της πενταμελούς οργανωτικής επιτροπής Πανεπιστημίου Πειραιώς [σ.σ. ακολουθούν τα ονοματεπώνυμα πέντε καθηγητών του πανεπιστημίου, μεταξύ των οποίων και του γράφοντος, στους οποίους ανατέθηκε να πραγματοποιήσουν τις εκλογές για την νόμιμη ανάδειξη των καθηγητών που θα αποτελέσουν την πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης που προβλέπει ο νέος νόμος για τα ΑΕΙ, ο επονομαζόμενος «νόμος Διαμαντοπούλου»]. Όλα τα παραπάνω μέλη της επιτροπής είναι καθηγητές του Πανεπιστημίου Πειραιά και πρόεδρος της οποίας (sic) ορίζεται ο Γ.Χ.».

Η ανακοίνωση τελειώνει ως εξής:

«Ως φοιτητικός σύλλογος του πανεπιστημίου μας εκφράζουμε την απερίφραστη αντίθεσή μας σε κάθε προσπάθεια εφαρμογής του νέου νόμου και θα είμαστε ενάντια και στο πενταμελές αυτό συμβούλιο που αυθαίρετα διόρισε η υπουργός αλλά και σε κάθε άλλο πρόσωπο και ενέργεια που θα αποσκοπεί στην εφαρμογή του νέου νόμου Διαμαντοπούλου».

Την ανακοίνωση υπογράφουν για το Δ.Σ. του Συλλόγου εκπρόσωποι των παρατάξεων ΠΑΣΠ, ΔΑΠ και ΜΑΣ (όχι ονόματα, μόνο υπογραφές, και μάλιστα δυσανάγνωστες, κοινώς μουτζούρες, έτσι, για να υπάρξει διάκριση από τα ονόματα των καθηγητών, που αναγράφονται φαρδιά-πλατιά και λίαν ευανάγνωστα στην ανακοίνωση για να εκτεθούν στην κοινή περιφρόνηση).

Τα συμφραζόμενα της ανακοίνωσης, ο λόγος αναγραφής ονομαστικά των μελών της επιτροπής, το διφορούμενο και απειλητικό «ενάντια», όλα είναι παραπάνω από σαφή. Είναι ιδίως σαφή για όσους γνωρίζουν τα όσα απίστευτα και τραγικά επέτρεψε να συμβούν στο Ελληνικό πανεπιστήμιο τα τελευταία χρόνια ο περιβόητος νόμος του 1982 για τα ΑΕΙ (από την απροσχημάτιστη συναλλαγή και τις εξαγορές ψήφων, το χρηματισμό, την εξαργύρωση των υπηρεσιών των φοιτητοπατέρων με ζηλευτές θέσεις στο κόμμα, στη Βουλή, στο δημόσιο κλπ, μέχρι την άσκηση ωμής βίας και τρομοκρατίας). Ο περιβόητος νόμος, που αντικαταστάθηκε πρόσφατα με το «νόμο Διαμαντοπούλου» με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων η οποία πάρθηκε με συντριπτική πλειοψηφία, πρωτοφανή στα χρονικά της Βουλής.

Τι λένε τα συμφραζόμενα της ανακοίνωσης; Με απλά λόγια, τα εξής: «Ακούστε εδώ, όλοι εσείς που έχετε αντίθετη γνώμη μ’ εμάς για το νόμο, που πιστεύετε ότι, παρ’ όλα τα λάθη του, είναι μάλλον καλύτερος από τον παλιό, ή που ενδεχομένως να τον απορρίπτετε και αυτόν αλλά παρά ταύτα αποδέχεστε να εφαρμόσετε το νόμο του Ελληνικού κράτους για τα ΑΕΙ. Ξεχάστε τα περί ελευθερίας γνώμης, άποψης, συνείδησης, ακαδημαϊκού ασύλου, αποδοχής της νομιμότητας και άλλα ηρωικά και πένθιμα. Εδώ είναι Μπαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε. Εμείς είμαστε απερίφραστα αντίθετοι και ενάντια στο πενταμελές σας συμβούλιο αλλά και σε κάθε άλλο πρόσωπο και ενέργεια που θα αποσκοπεί στην εφαρμογή του νέου νόμου Διαμαντοπούλου. Τι σημαίνει «ενάντια»; Σκεφτείτε δα! Καθηγητές είστε!».
  
Όσοι είδαν τις ειδήσεις της Τηλεόρασης του SKY στις 17-12-2011 βρέθηκαν μπροστά στην συγκλονιστική καταγγελία Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που παραιτήθηκε από Πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής καταγγέλλοντας αδίστακτες συμμορίες στο χώρο του πανεπιστημίου με άτυπο στρατό που επιβάλλουν τις απόψεις τους, με υποκίνηση και έλεγχο από κόμματα και πανεπιστημιακές συντεχνίες, με ονομαστική στοχοποίηση καθηγητών, απειλές, ξυλοδαρμούς και κλίμα τρομοκρατίας, δηλαδή πρακτικές αδιανόητες για ένα πνευματικό χώρο όπως θα έπρεπε να είναι το πανεπιστήμιο. Πρακτικές που δεν έχουν σχέση με οποιοδήποτε πανεπιστήμιο ευνομούμενης χώρας. Είναι οι πρακτικές που οδήγησαν το Ελληνικό πανεπιστήμιο στη σημερινή τραγική του κατάσταση. Σχετικά είναι και όσα καταγγέλλουν άλλοι Καθηγητές, μέλη ή όχι οργανωτικών επιτροπών, που πιέζονται, λοιδορούνται, εξυβρίζονται, απειλούνται ή γίνονται θύματα βιαιοπραγίας από «αγανακτισμένους» φοιτητές σε αγαστή σύμπλευση με καθηγητικές ομάδες «αντιφρονούντων». 

Τα παραπάνω είναι ή θα έπρεπε να είναι γνωστά στον Πρύτανη, στα μέλη της Συγκλήτου, στον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ. του Συλλόγου μελών ΔΕΠ του πανεπιστημίου μας. Τα έχω θέσει υπόψη πολλών από αυτούς υποδεικνύοντας τους το καθήκον τους να τα καταγγείλουν και να διαχωρίσουν τη θέση τους. Περίμενα μέχρι σήμερα κάποια επίσημη αντίδραση. Αλλά αντίδραση καμιά! Σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Παραμένω, χωρίς να περιμένω κανένα προσωπικό όφελος παρά μόνο τα χειρότερα, μέχρι τέλους μέλος στην Επιτροπή όπου διορίστηκα με νόμιμες διαδικασίες, κι αυτό το κάνω ως πράξη αντίστασης στα όσα ολέθρια και τραγικά συμβαίνουν στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης στο δύσμοιρο τόπο μας και ως μια ελάχιστη συμβολή στον αγώνα να τελειώνουμε επιτέλους με το αμαρτωλό, αδιέξοδο παρελθόν, για ένα πιο ελπιδοφόρο μέλλον. 

Καθηγητής Κώστας Παππής
20/12/2011

11/04/2011

Κακή παιδεία και διαφθορά πάνε χέρι- χέρι

Στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου έφτασε πριν από καιρό μια μακροσκελής επιστολή γραμμένη από ένα Φιλανδό μαθητή. Από τότε σκεφτόμουν κατά καιρούς ότι πρέπει οπωσδήποτε να μεταφέρω στη στήλη αυτή κάποια αποσπάσματα της επιστολής. Θερμά συνιστώ σε όσους διαβάζουν τη στήλη, ιδίως στους γονείς και τους μαθητές, να τα διαβάσουν.

***
   
«… Λοιπόν, όπως μου γράφεις, άκουσες ότι εμείς εδώ στη Φιλανδία βγήκαμε πρώτοι στον κόσμο στην Παιδεία, ενώ εσείς δεν τα πήγατε και τόσο καλά και θέλεις να μάθεις το γιατί. Θα προσπαθήσω, όσο γίνεται απλά, να σου περιγράψω το εκπαιδευτικό μας σύστημα και πως περνάω μια ολόκληρη μέρα…».
«…Είμαστε όλοι ίσοι. Δεν έχουμε καθόλου ιδιωτικά σχολεία, ούτε ειδικά ή ελίτ σχολεία υπεροχής. Στο ίδιο σχολείο μ' εμένα πηγαίνει και η κόρη του πρωθυπουργού μας, του προέδρου της ΝΟΚΙΑ, του θυρωρού μας, και πολλά άλλα παιδιά με αναπηρίες, καθώς και τα παιδιά μεταναστών.
Εμείς, όπως λέει και ο πρωθυπουργός μας, «είμαστε μια μικρή χώρα και δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε ούτε ένα παιδί, διότι κοινωνικοί αποκλεισμοί, διακρίσεις και γκετοποιήσεις δεν έχουν θέση στη μάθηση. Θεωρούμε ότι ενσωμάτωση, κοινωνικοποίηση και μάθηση πάνε μαζί».
Σε όλα τα σχολεία μας τα πρότυπα είναι οι καλύτεροι, αλλά όπως είναι δομημένο το σύστημά μας, μη νομίσεις ότι όσοι δεν είναι πρώτοι υποφέρουν και νιώθουν μειονεκτικά. Το αντίθετο μάλιστα, οι καλύτεροι παρακινούν τους υπόλοιπους προς τα πάνω και ο καθένας, με τη βοήθεια φυσικά των δασκάλων μας, προσπαθεί να ξεπεράσει τον εαυτό του, αντί να απογοητευτεί και να πέσει στην αδράνεια.
Μετά το βασικό μάθημα, οι πιο αδύναμοι έχουν ενισχυτική διδασκαλία και ψυχολογική στήριξη, γι' αυτό και οι πρώτοι μαθητές κάθε τόσο εναλλάσσονται.
Με αυτόν τον τρόπο δίνουμε ίσες ευκαιρίες σε όλους και παράλληλα διατηρούμε την κοινωνική συνοχή μας, σαν μαθητές αλλά και σαν κοινωνία, νομίζω.
Η παιδεία είναι εντελώς δωρεάν μέχρι και την αποφοίτηση από το Πανεπιστήμιο ή το Πολυτεχνείο. Πρόσφατα ήρθαν στο σχολείο μας δάσκαλοι από άλλες χώρες για να μελετήσουν το σύστημά μας και μας είπαν πως έμειναν έκπληκτοι, γιατί δεν είδαν κανένα γκράφιτι στο σχολείο μας.
Λένε μάλιστα πως στα σχολεία μας στη Φινλανδία η σχολική βία είναι ανύπαρκτη, σε βαθμό ανησυχητικό.
Δεν γνωρίζω αν αυτό είναι τόσο κακό, ίσως όμως αυτό να εξηγεί γιατί είμαστε σε διακοπές στη Ρόδο, «ξεσαλώνουμε» λίγο, όπως είδα το καλοκαίρι, και «τα τσούζουμε» ακόμη περισσότερο.
Το ότι είμαστε στο ίδιο σχολείο παιδιά από τόσο διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, νομίζω πως μας βοηθάει στο να μαθαίνουμε να σεβόμαστε και να εκτιμάμε ο ένας τον άλλον ανεξάρτητα από το πόσα λεφτά έχει ο μπαμπάς, ανεξάρτητα από τις πνευματικές και σωματικές αναπηρίες ή από το τι χρώμα έχει η επιδερμίδα μας.
… Αγαπάμε ό,τι κάνουμε. Αυτό μας βοηθάει πολύ και στην επιλογή του επαγγέλματος. Σύμφωνα με μια έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, «οι περισσότεροι δεκάχρονοι συμμαθητές μου πιστεύουν ότι το καλύτερο επάγγελμα, είναι αυτό που τους αρέσει, που το κάνουν με το κέφι και όρεξη, όπου μπορούν να γνωρίσουν ενδιαφέροντες ανθρώπους και να έχουν τη δυνατότητα να πάνε διακοπές όπου τους αρέσει. Το πόσα λεφτά θα βγάζουν είναι σημαντικό αλλά όχι το σημαντικότερο κίνητρο».
Αυτό μπορεί να εξηγεί και το ότι, αν ακούσεις, η Φινλανδία είναι η χώρα με το χαμηλότερο δείκτη διαφθοράς στον κόσμο. Οι δάσκαλοί μας παίρνουν πολύ λιγότερα λεφτά από τους Γερμανούς και τους Γάλλους, δεν έχουν το καλύτερο αυτοκίνητο, αλλά όμως αυτό δεν τους εμποδίζει να αγαπούν αυτό που κάνουν. Νομίζω πως η κακή παιδεία και διαφθορά πάνε χέρι- χέρι.
Εδώ θα πρέπει να σου πω ότι το αγαπημένο σύνθημα του διευθυντή μας Βαατάινεν είναι: «Προτιμάω έναν ευτυχισμένο οδοκαθαριστή από έναν νευρωτικό ακαδημαϊκό»
Τον αγαπάμε πολύ γιατί δεν κάνει καμία διάκριση και είναι προστατευτικός και φιλικός σε όλους.
Συνεχώς μας μιλάει για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη σας που έλεγαν πως: «η μάθηση καλλιεργείται καλύτερα εκεί όπου βρίσκει σταθερό συναισθηματικό έδαφος, διότι δεν είναι κάτι, που εισάγεται στον ανθρώπινο νου μόνο με την εξωτερική διαδικασία της διδασκαλίας (επανάληψη και μίμηση). Αλλά είναι μία εσωτερική διεργασία ίδιας και εμπειρικής ανακάλυψης, που χωρίς την αμοιβαία βούληση δε μεταδίδεται».
Φίλε μου, σου εύχομαι καλή επιτυχία και κουράγιο. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μπορούσε να επιλέξει το τόπο γέννησης του.

Φιλικά, Markus Bootsarb».

Υστερόγραφο: Συγκρίνετε τα παραπάνω με τα ήθη του δικού μας συστήματος – π.χ. με την πρακτική των καταλήψεων (http://www.topapi.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1353&Itemid=250).
Και βγάλτε τα συμπεράσματά σας...

10/24/2011

Καταλήψεις



Διατύπωσα πρόσφατα κάποιες αρχές που η εφαρμογή τους αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, πρoϋπόθεση για να οδηγηθούμε στην έξοδο από τον εφιάλτη που καλύπτει τη χώρα। Επιχειρώ να δοκιμάσω μια από αυτές, την πρώτη συγκεκριμένα, στο γεγονός των καταλήψεων των πανεπιστημίων. Μας οδηγούν οι καταλήψεις στην έξοδο από τον εφιάλτη ή μήπως εδραιώνουν την παρουσία του;

Αρχή πρώτη, λοιπόν: η χώρα να αποκτήσει επιτέλους, όπου δεν έχει, υγιείς και μόνιμους θεσμούς και οι πολίτες να μάθουν να τους σέβονται.

Οι καταλήψεις αποτελούν ακραίο φαινόμενο καταπάτησης θεσμών και νόμων, και μάλιστα με την άσκηση βίας και αυθαιρεσίας (βλέπε και δεύτερη αρχή: “Να μπει τέρμα στην κρατική βία και αυθαιρεσία. Αλλά να μπει τέρμα στη βία και την αυθαιρεσία και των πολιτών, όλων όσοι διεκδικούν αιτήματα και δικαιώματα, όσο αδικημένοι και αν αισθάνονται. Που ασκούν βία και αυθαιρεσία σε βάρος άλλων πολιτών, σε βάρος της οικονομίας και της κοινωνίας”). Αποτελούν ευθεία παραβίαση ακόμα και του θεσμού του ασύλου που ίσχυε ως πρόσφατα, για τον οποίο κόπτονται οι τωρινοί καταληψίες. Για να ακριβολογούμε, ο θεσμός του ασύλου, όπως τον εννοεί μια ελάχιστη, δυναμική μειοψηφία των φοιτητών, αυτών που κάνουν τις καταλήψεις, έχει το εξής νόημα: «το κλειδώνουμε» επειδή έτσι αποφασίσαμε εμείς οι 100-200-300, σαν να είναι ιδιοκτησία μας, και απαγορεύεται η είσοδος εις πάντας, ακόμα και στους άλλους συν-«ενοίκους» του πανεπιστημίου, που συμβαίνει να είναι και οι μόνιμοι (όχι περαστικοί, για 4-5-6 χρόνια, όπως οι φοιτητές) «ένοικοι» των πανεπιστημίων, διδάσκοντες, ερευνητές, διοικητικούς υπαλλήλους κλπ. Απαγορεύεται, για όσο διαρκεί η κατάληψη, κάθε διακίνηση ελεύθερης σκέψης (π.χ. μέσω της διδασκαλίας ή με την πραγματοποίηση ερευνητικής εργασίας, ή έστω με ανοιχτή συνέλευση), αφού απαγορεύεται ρητώς και δια ροπάλου η παρουσία στον υπό κατάληψη χώρο των φυσικών φορέων της ελεύθερης σκέψης. Απαγορεύεται ακόμα η παρουσία φοιτητών που δεν υποστηρίζουν την κατάληψη και που θέλουν π.χ. να εξεταστούν, να παρακολουθήσουν κανονικά τις διαλέξεις των καθηγητών τους κλπ.

Η χώρα, βέβαια, απέκτησε πρόσφατα νέο νόμο για τα ΑΕΙ, που ψηφίστηκε με πρωτοφανή πλειοψηφία στη Βουλή. Είναι να απορεί κανείς πώς, με την καταγγελία και την άρνηση του νόμου, και μάλιστα στο σύνολό του, και με τη απαίτηση, πριν καν δοκιμαστεί, να μην εφαρμοστεί, γίνεται σεβαστή η παραπάνω αρχή. Με την πρακτική της προκλητικής παραβίασής του στην πράξη από μια οποιαδήποτε δυναμική μειοψηφία, αποκλείεται η χώρα να αποκτήσει υγιείς και μόνιμους θεσμούς, τους οποίους να σέβονται οι πολίτες. Ας μη γελιόμαστε. Οι καταλήψεις θα ατονήσουν κάποια στιγμή. Έρχεται όμως, και μάλιστα σύντομα, η ώρα της εφαρμογής όσων προβλέπει ο νόμος, π.χ. για την εκλογή των νέων πρυτάνεων, η οποία θα γίνεται πλέον με νέο τρόπο, όπου αποκλείεται η συμμετοχή των φοιτητών (το γνωστό αμαρτωλό καθεστώς που εκμεταλλεύτηκαν αγρίως για ίδιο όφελος οι φοιτητοπατέρες για την κομματική και επαγγελματική τους ανέλιξη και διάφοροι ανεκδιήγητοι πρυτάνεις-φελλοί για την ηδονή της νομής μιας εξουσίας που ήταν σε πλήρη αναντιστοιχία με τη μηδαμινότητά τους). Έχει κανείς την ψευδαίσθηση ότι η ίδια δυναμική μειοψηφία, που αποφασίζει τις καταλήψεις, συνεπικουρούμενη από αντίστοιχες καθηγητικές μειοψηφίες, θα παραμείνει αδρανής, και δεν θα προσπαθήσει να εμποδίσει τις εκλογές πρύτανη και, γενικότερα, την εφαρμογή του νόμου;

Τα παραπάνω δεν αποτελούν επιχειρήματα κατά της άποψης ότι ο νόμος που ψηφίστηκε έχει αδυναμίες, και μάλιστα σοβαρές. Καθένας δικαιούται να έχει και να υπερασπίζεται δημόσια τις απόψεις τους πάνω σε αυτό το ζήτημα, και να υποστηρίζει την ανάγκη αναθεώρησης ή και κατάργησής του – νόμιμα! Ούτε αποτελούν επιχειρήματα υπέρ της κατάργησης των κοινωνικών αγώνων, ιδίως όταν ισχύουν, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, συνθήκες «οιονεί πολεμικές». Οι κοινωνικοί αγώνες είναι απολύτως αναγκαίοι, ιδίως σε συνθήκες κρίσης, όπως η σημερινή, για να αποφευχθούν τα χειρότερα ή για να προστατευτεί η κοινωνία από την κυβερνητική βία, αυθαιρεσία ή αναλγησία. Όμως οι αγώνες αυτοί δεν μπορούν να ανατινάζουν, με μέσο τις καταλήψεις, τις ίδιες τις προϋποθέσεις εξόδου της χώρας από την κρίση. Και μια τέτοια αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη θεσμών και νόμων και ο σεβασμός τους από τους πολίτες.

Αν ισχύουν τα παραπάνω, οι καταλήψεις των πανεπιστημίων μας οδηγούν, στο μερίδιο που τους αναλογεί, στην εδραίωση της παρουσίας του εφιάλτη πάνω από τη χώρα, αποκλείοντας κάθε διέξοδο.



9/20/2011

Πώς βγαίνουμε από τον εφιάλτη;



Με τίτλο «Εφιάλτης πάνω από την πόλη» και υπότιτλο «Σημείωμα για τον ιστορικό του μέλλοντος» κατέγραφα πριν λίγες μέρες εδώ τη μαρτυρία μου για την ιστορική περίοδο που περνάει η χώρα. Δεν νομίζω ότι είπα τίποτα διαφορετικό από ό,τι συζητούμε όλοι μεταξύ μας σήμερα, καλοκαίρι του 2011, για την εικόνα στους αστικούς δρόμους, στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο, αλλά και για την κρυμμένη εικόνα των σπιτιών όπου ζουν επαγγελματίες, πρώην εργαζόμενοι, που έμειναν χωρίς δουλειά, οικογένειες που πένονται, που δεν έχουν να πληρώσουν λογαριασμούς, νέοι αλλά και όχι τόσο νέοι, χωρίς δουλειά, χωρίς θέση στην κοινωνία, που ψάχνουν για μια οποιαδήποτε απασχόληση, με οποιουσδήποτε όρους και αμοιβή. Ρωτούσα «ποιος φταίει για όλα αυτά;» και η απάντησή μου ήταν ΟΛΟΙ μας, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο. Και εξηγούσα σύντομα γιατί.

Τελείωνα ρωτώντας: «Μπορούμε να κάνουμε κάτι για να τελειώσει κάποτε αυτός ο εφιάλτης;».

Αλήθεια, μπορούμε να κάνουμε κάτι για να ξετυλιχτεί αυτό το κουβάρι που φαίνεται να μην έχει αρχή ούτε τέλος, που μας τυλίγει όλους, ακόμα και αυτούς που για την ώρα φαίνεται να την έχουν «σκαπουλάρει» αλλά που δεν μπορούν ούτε αυτοί να είναι σίγουροι για το τι ξημερώνει αύριο στη χώρα μας και στον κόσμο όλο; Υπάρχουν κάποιες αρχές που, αν γίνουν σεβαστές, μπορούν να μας οδηγήσουν σε διέξοδο - στο βαθμό που αυτό εξαρτάται από τους πολίτες αυτής της χώρας, γιατί δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το βαρύ ρόλο της διεθνοποίησης στα πράγματα του κόσμου;

Για κάποιες τέτοιες αρχές θα παραθέσω μερικές σκέψεις. Η σημερινή κρίση έχει μπει βαθιά μέσα στο πνεύμα μας κι έχει ανατρέψει λογικές τάξεις και διανοητικές πειθαρχίες και βεβαιότητες – το κουβάρι που λέμε παραπάνω, που είναι αδύνατο για την ώρα να ξετυλιχτεί. Γι αυτό οι σκέψεις αυτές ίσως ακουστούν αποσπασματικές και άταχτες και αυθαίρετες σε κάποιους. Άλλοι πάλι μπορεί να συμφωνήσουν.

Λέω, λοιπόν, ότι μια αναγκαία προυπόθεση για να βγούμε από την κρίση στη χώρα μας είναι να αποκτήσει επιτέλους, όπου δεν έχει, υγιείς και μόνιμους θεσμούς και οι πολίτες να μάθουν να τους σέβονται. Υγιείς θεσμούς και νόμους που να εφαρμόζονται αυστηρά, και να εφαρμόζονται σε όλους, χωρίς εξαίρεση.

Να μπει τέρμα στην κρατική βία και αυθαιρεσία. Αλλά να μπει τέρμα στη βία και την αυθαιρεσία και των πολιτών, όλων όσοι διεκδικούν αιτήματα και δικαιώματα, όσο αδικημένοι και αν αισθάνονται. Που ασκούν βία και αυθαιρεσία σε βάρος άλλων πολιτών, σε βάρος της οικονομίας και της κοινωνίας. Τα παραδείγματα αφθονούν: ταξιτζήδες, φορτηγατζήδες, αγρότες, ναυτεργάτες, απεργοί κάθε κατηγορίας που ακινητούν και παραλύουν τη ζωή στις πόλεις, στις εθνικές οδούς, στα λιμάνια.

Να γίνει η εργασία, κάθε εργασία, αξία που τιμάται και αμείβεται. Να μπει τέρμα στον πλουτισμό των αεριτζήδων, των κολλητών, των διαπλεκόμενων. Αυτό που μετράει πια, που πρέπει να μετράει, πρέπει να είναι η δουλειά.

Να γίνει η παιδεία αξία που τιμάται και αμείβεται. Να μπει τέρμα στην αναρρίχηση των άσχετων, των αγράμματων, των κολλητών, των διαπλεκόμενων.

Η παραγωγική ανασυγκρότηση να πάψει να είναι καραμέλα στο στόμα των κυβερνώντων, να γίνει στόχος πρώτης προτεραιότητας, να στηριχτεί με όλα τα μέσα για να δώσει λύση στο πρόβλημα της ύφεσης, της υπανάπτυξης, της ανεργίας. Η χώρα πρέπει να παράγει διεκδικώντας θέση ανταγωνιστική στη διεθνή αγορά.

Να αναπτυχθεί η κοινωνική αλληλεγγύη, η πρόνοια για τα θύματα της τύχης ή της κρίσης που, χωρίς να φταίνε, βρέθηκαν άνεργοι, αβοήθητοι. Να θυμηθούμε τον ανθρωπισμό που κάποτε χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία. Να ξαναγίνουμε κοινωνία.

Και, βέβαια, να κυβερνηθεί επιτέλους αυτός ο τόπος από υγιείς, πατριωτικές, ικανές δυνάμεις και να λειτουργήσει το κράτος.

Πώς εξασφαλίζεται η ισχύς αυτών των αρχών στην κοινωνία μας;

Θα συνεχίσουμε.

9/04/2011

Εφιάλτης πάνω από την πόλη (Σημείωμα για τον ιστορικό του μέλλοντος)




Στους εμπορικούς δρόμους της επαρχιακής πόλης η εικόνα που βλέπει κανείς σήμερα, καλοκαίρι του 2011, και, πολύ περισσότερο, η κρυμμένη εικόνα πίσω από αυτήν, είναι εφιαλτική. Η φανερή εικόνα: τα λουκέτα, τα κλειστά μαγαζιά, που συνεχώς αυξάνονται ώστε ο αριθμός τους να κοντεύει να εξισωθεί με τα ανοιχτά, τα «ενοικιάζεται» που εδώ και πολλούς μήνες μάταια προσκαλούν νέους ενοικιαστές. Σαν μια επιδημία που απλώνεται γοργά σε όλη την πόλη, σε όλη τη χώρα. Κι από πίσω η κρυμμένη εικόνα: των σπιτιών όπου ζουν επαγγελματίες, πρώην εργαζόμενοι, που έμειναν χωρίς δουλειά, οικογένειες που πένονται, που δεν έχουν να πληρώσουν λογαριασμούς. Και το πιο σπαρακτικό: νέοι χωρίς δουλειά, χωρίς θέση στην κοινωνία, που ψάχνουν για μια οποιαδήποτε απασχόληση, με οποιουσδήποτε όρους και αμοιβή, απόβλητοι χωρίς να έχουν φταίξει σε τίποτα, ήδη κουρασμένοι από μια ζωή που δεν έχουν προλάβει να ζήσουν, χωρίς ελπίδα και χωρίς όνειρα εκτός ίσως από το όνειρο της μετανάστευσης σε κάποια ξένη χώρα. Μια γενιά χαμένη.

Παρόμοια εικόνα στην ύπαιθρο. Αγρότες που, αφού τους εκμαύλισαν και τους κοίμισαν οι κοινοτικές επιδοτήσεις για χρόνια, βρίσκονται εδώ και καιρό μπροστά σε μια ανελέητη πραγματικότητα: συχνά να μη συμφέρει πια η παραγωγή, αφού η αγορά καλύπτεται με φτηνά προϊόντα από το εξωτερικό, από κρέατα μέχρι φρούτα και λαχανικά (αχλάδια από τη Νότιο Αφρική, μούσμουλα από την Ισπανία, σκόρδα από την Κίνα, λεμόνια από την Τουρκία, κρέατα από την Ολλανδία). Δεν είναι λίγες οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις, αυτές που εξακολουθούν να λειτουργούν, που αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο να εγκαταλειφθούν. Ήδη συναντάς εγκαταλειμμένες καλλιέργειες, φρούτα που σαπίζουν στα δέντρα, χωράφια πνιγμένα στ΄αγριόχορτα.

Κι ακόμα: σε όλη τη χώρα κλειστά εργοστάσια, αραχνιασμένα, ολόκληροι κλάδοι να έχουν μετακομίσει σε γειτονικά κράτη, όπου η παραγωγή συμφέρει: το μεροκάματο εξευτελιστικό, η φορολογία ασήμαντη, οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις ελαστικές ή και ανύπαρκτες. Κάποτε υπήρχαν στη χώρα μας μονάδες μεσαίες μα και μεγάλες σε μια σειρά κλάδους (κλωστοϋφαντουργεία, εργοστάσια παραγωγής ρούχων και υποδημάτων, μονάδες παραγωγής χαρτιού, εργοστάσια μεταλλικών κατασκευών, μηχανουργεία κλπ), που κάλυπταν την εσωτερική ζήτηση και έκαναν και εξαγωγές. Τώρα πολλά εργοστάσια ρημάζουν. Χιλιάδες εργάτες στην ανεργία. Ήδη στην Ελλάδα ο αριθμός των άνεργων ξεπέρασε τον αριθμό των εργαζομένων. Η χώρα ονειρεύεται με ορθάνοιχτα μάτια έναν εφιάλτη χωρίς τέλος.

Κάποιοι, έχοντας προνοήσει ή ευνοηθεί από τη συγκυρία, τα πάνε καλά ή απλώς επιβιώνουν μέσα στην καταιγίδα. Όμως η γενική κατάσταση φαίνεται να είναι αυτή που περιγράφεται πιο πάνω: εφιάλτης δίχως τέλος.

Ποιος φταίει για όλα αυτά; ΟΛΟΙ, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο. Πρώτα-πρώτα, το σύστημα εξουσίας σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις μορφές, που αλληλοδιαπλέκεται, και πάνω από όλα η πολιτική εξουσία που κυβέρνησε και κυβερνάει η ίδια πάντα, με τη δική μας ψήφο, αυτό τον τόπο. Που εγκλημάτησε, αφήνοντάς τον τόπο να γλιστρήσει στην προσωρινή «ευδαιμονία» μιας χώρας της ελάχιστης παραγωγής και της μέγιστης κατανάλωσης, όπου άνοιγαν χιλιάδες μικρομάγαζα που επιβίωναν με το άφθονο πλαστικό χρήμα των δανεικών, την ώρα που έκλειναν η μια μετά την άλλη οι παραγωγικές μονάδες, μιας χώρας όπου θησαύριζαν και εξακολουθούν να θησαυρίζουν οι αεριτζήδες, οι απατεώνες, οι φοροκλέφτες και γενικώς οι κλέφτες, μιας χώρας που ο λαός της περνούσε γενικώς καλά, και αρκετοί άριστα, με τα δανεικά της σημερινής χρεοκοπίας μας (αυτά που κάποιοι ισχυρίζονται πως, αν τα μετατρέψουμε σε αγύριστα, θα «σωθούμε»).

Φυσικά, πέρα από το σύστημα εξουσίας, φταίμε όλοι εμείς που βολευτήκαμε σε αυτή την κατάσταση, θαυμάσαμε και κάναμε πρότυπα επιτυχίας τους αετονύχηδες και τους καπάτσους, επιβραβεύσαμε όσους μας κολάκεψαν, και όχι μόνο τους ανεχτήκαμε αλλά και εκμεταλλευτήκαμε, όσοι μπορούσαμε, τα «κονέ» μας για την πάρτη μας, σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας, του περιβάλλοντος, της χώρας γενικά, φτάσαμε στο σημείο μηδέν του πολιτισμού (δείτε τα ήθη που επικρατούν, τη βαρβαρότητα των σχέσεων, τη βία, την εγκληματικότητα, τα βιβλία που διαβάζει, αν διαβάζει, ο μέσος Έλληνας, την ποιότητα της μουσικής που ακούει, περήφανα και ενίοτε στη διαπασών, τα προγράμματα που παρακολουθεί στην τηλεόραση), αρνηθήκαμε να δούμε το μέλλον που ερχόταν σαν μαύρο σύννεφο απειλητικό, τρομερό. Με τα δανεικά, βοηθούσης και της παγκοσμιοποίησης, στείλαμε στην ανεργία χιλιάδες συνέλληνες, ψωνίζοντας προϊόντα «σινιέ» από επώνυμες μάρκες του εξωτερικού, γυρίζοντας την πλάτη και ξαποστέλνοντας στα αζήτητα τα προϊόντα της Ελληνικής γης και του Ελληνικού μόχθου.

Μπορούμε να κάνουμε κάτι για να τελειώσει κάποτε αυτός ο εφιάλτης;

Θα συνεχίσουμε τη συζήτηση στο επόμενο.