Κώστας Παππής

12/04/2017

Και στην κορφή φρυκτωρία! Τι άλλο;




Έγραφα στην προηγούμενη ανάρτησή μου για το μικρό λόφο με τα χρυσοκίτρινα κρινάκια που βρίσκεται δίπλα στο δημόσιο δρόμο από Κιάτο προς Στυμφαλία, στα δεξιά, λίγο μετά από τη στροφή για το Καίσαρι.

Ανολοκλήρωτη έμεινε η αναφορά μου σε αυτό που αντίκρισα στην κορφή του: μια βάση από λαξευμένα κομμάτια βράχου, που σχηματίζουν ένα χαμηλό κυκλικό οικοδόμημα χτισμένο με το ισοδομικό σύστημα, με 7-8 μέτρα εξωτερική διάμετρο και ύψος μέχρι περίπου 2 μέτρα (βλ. επόμενη φωτογραφία). Άφησα αναπάντητο το ερώτημα τι ήταν και τι εξυπηρετούσε αυτό το (αρχαίο προφανώς) οικοδόμημα, αλλά υποσχέθηκα να προτείνω σε επόμενη δημοσίευση τη δική μου απάντηση. Αυτό κάνω με αυτό το κείμενο.


Λοιπόν, η απάντησή μου είναι η εξής: πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για αρχαία φρυκτωρία! Δηλαδή για μια από τις κατασκευές που χρησίμευαν στα αρχαία χρόνια για την αναμετάδοση μηνυμάτων με μέσο τη φωτιά ή τον καπνό. Σε αυτό το συμπέρασμα με οδηγεί το κυκλικό σχήμα της κατασκευής, οι διαστάσεις του που δύσκολα θα επέτρεπαν τη διαβίωση μέσα σ’ αυτήν, το υλικό κατασκευής από λαξευμένα κομμάτια βράχων, η θέση του στην κορυφή λόφου και η ηλικία του (τουλάχιστον από τα Ελληνιστικά χρόνια).

Με τις φρυκτωρίες, που ξεκίνησαν σαν πολύ απλές κατασκευές και τελειοποιήθηκαν με τον καιρό, στηνόταν στην Αρχαία Ελλάδα ένα δίκτυο επικοινωνίας για τη μετάδοση πληροφοριών κρίσιμων για μια ή περισσότερες πόλεις. Αρχικά μπορούσαν να μεταδώσουν μια απλή πληροφορία αλλά στην τελική τους μορφή μπορούσαν να μεταφέρουν εξειδικευμένες λεπτομερείς πληροφορίες (όπως αιώνες αργότερα ο τηλέγραφος) που αφορούσαν,  για παράδειγμα, επικείμενη επιδρομή, νίκη ή ήττα, υποχώρηση του εχθρού, πυρκαγιά κ.α. 

Η λέξη φρυκτωρία είναι σύνθετη από τη λέξη φρυκτός = πυρσός (προέρχεται από το ρήμα φρύγω, από όπου και η φρυγανιά, τα φρύγανα κλπ) και τη λέξη ώρα = φροντίδα. Πολλά από τα φωτεινά σήματα ανταλλάσσονταν τη νύχτα στη θάλασσα μεταξύ πλοίων και ξηράς και γενικά τα περισσότερα από αυτά αντιστοιχούσαν σε προσυμφωνημένα μηνύματα. Τα φωτεινά αυτά σήματα οι Έλληνες τα ονόμαζαν «πυρσούς» ή «φρύκτους» και από εδώ γνωρίζουμε και τους «φίλιους φρύκτους» ή τους «πολέμιους φρύκτους». Συγκεκριμένα, όπως σημειώνει ο Θουκυδίδης, όταν στο στρατόπεδο έρχονταν φίλοι, οι στρατιώτες ύψωναν απλώς τους αναμμένους πυρσούς (φίλιοι φρύκτοι), ενώ όταν πλησίαζαν εχθροί, οι πυρσοί ανέμιζαν δεξιά-αριστερά (πολέμιοι φρύκτοι). Οι πυρσοί αυτοί στη διάρκεια της ημέρας απλώς έβγαζαν πολύ καπνό (πηγή: https://el.wikipedia.org/).

Ο τραγικός ποιητής Αισχύλος στο πρώτο από τα έργα της τριλογίας του "Ορέστεια" (Αγαμέμνων, 281-315) περιγράφει πώς έφτασε μέχρι το παλάτι των Μυκηνών, μέσω μιας αλυσίδας από φρυκτωρίες, το μήνυμα της άλωσης της Τροίας. Αποδέκτης του μηνύματος η Κλυταιμνήστρα, που είχε δώσει εντολή σε ένα φρυκτωρό - παρατηρητή να μένει στη στέγη του παλατιού μέχρι να φανεί το πύρινο σήμα ότι αλώθηκε η Τροία. Για να φτάσει μέχρι εκεί το μήνυμα από την Τροία, και μάλιστα μέσα στην ίδια νύχτα που αλώθηκε, όπως λέει ο Αισχύλος, η απόσταση που διανύθηκε φτάνει τα 550-600 χιλιόμετρα! Ενδιάμεσοι σταθμοί μετάδοσης μετά την Ίδη (Τρωάδα) υπήρχαν στο Ερμαίο Ακρωτήριο της Λήμνου (σημερινή Πλάκα), στον Άθω, στο βουνό Μάκιστο (Εύβοια) κλπ. Η επιλογή των κορυφών δεν ήταν τυχαία. Αν ανέβει κάποιος σε μια απ’ αυτές θα μπορέσει να διακρίνει την επόμενη πάνω στη γραμμή μετάδοσης του πύρινου μηνύματος.

Στο παρακάτω απόσπασμα ο  Αισχύλος περιγράφει με έξοχο ποιητικό τρόπο, με τη φωνή της Κλυταιμνήστρας προς το Χορό (άνδρες των Μυκηνών), τη διαδρομή του μηνύματος:
ΧΟΡΟΣ
Και πότε κυριεύθηκε η πόλις;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Σου λέω, έγινε αυτό τη νύχτα, που φωτίζει τώρα.

ΧΟΡΟΣ 
Και ποιος μαντατοφόρος μπορούσε νά ᾽ρθει τόσο γρήγορα;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Η φωτιά, που στέλνει λάμψη φωτεινή από την Ίδη. Ένας φρυκτός στον άλλο έστελνε τη φλόγα ώς εδώ από φωτιά ετοιμασμένη· η Ίδη στο Ερμαίο ακρωτήριο της Λήμνου· κι απ᾽ το νησί αυτό επήρε τη μεγάλη φλόγα ο κρημνός του Άθω, όπου ο Ζευς βασιλεύει. Τόσο μεγάλη άναψε, ώστε το πέλαγος να ξεπεράσει η δύναμη του κινητού φεγγοβολήματος και να μεταδώσει το χρυσό φως της ευφρόσυνο, σαν να᾽ταν κάποιος ήλιος, στις βίγλες του Μακίστου. Κι αυτός, χωρίς αργοπορία και χωρίς να νικηθεί ανόητ᾽ απ᾽ τον ύπνο, δεν παραμέλησε το χρέος του ν᾽ αναγγείλει. Έρχεται μακριά το φως της φρυκτωρίας και φέρνει ώς τα ρεύματα του Ευρίπου το άγγελμα, στους φύλακες του Μεσσαπίου· εκείνοι αντιφώτισαν και το ανάγγειλαν πιο πέρα ανάβοντας  σωρό από ξερά ρείκια. Μ᾽ όλη της τη δύναμη η λάμψη, χωρίς ποτέ να σκοτεινιάσει, επήδηξε, σαν γελαστό φεγγάρι, πάνω απ᾽ τ᾽ Ασωπού την πεδιάδα και στην κορφή του Κιθαιρώνος σήκωσεν άλλον πομπό φωτιάς. Καμιά από τις βίγλες του υπαίθρου δεν αμέλησε να στείλει μακριά τη φλόγα. Και πέρασε το φως πάνω απ᾽ τη Γοργώπη λίμνη και φθάνοντας στο Αιγίπλαγκτο σήμανε να δώσουν απ᾽ εκεί το σύνθημα της φλόγας. Στέλνουν κι αυτοί μ᾽ όλη την προθυμία τους ανάβοντας μεγάλες γλώσσες πύρινες, που ᾽λαμπαν τόσο, ώστε να ξεπεράσουν τ᾽ όρθιο ακρωτήριο του Σαρωνικού πορθμού. Όλο και προχωρούσ᾽ η λάμψη, ώς που έφθασε στην κορφή του Αραχναίου, στις βίγλες πια που ᾽ναι κοντά στην πόλη. Κι έπειτ᾽ αστράφτει ώς εδώ στων Ατρειδών τη στέγη το φως, που πρωτογέννησε της Ίδης η φωτιά. Τέτοιες διαταγές έδωσα στους λαμπαδηφόρους, να μεταδώσουν ένας στον άλλο της πυράς το σύνθημα. Αξίζει βέβαια ο πρώτος όσο κι ο τελευταίος που ᾽τρεξε.  Αυτό το σύνθημα και το τεκμήριο μου ᾽στειλε, λέω, ο άνδρας μου από την Τροία.

(Mετάφραση Καλλιρρόη Ελεοπούλου -Πηγή:
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/literature/browse.html?text_id=153)

Στην παραπάνω περιγραφή της διαδρομής του μηνύματος από την Κλυταιμνήστρα, το Αιγίπλαγκτον  μάλλον ήταν το βουνό των Γερανείων. Ποια ήταν όμως η «Γοργώπη λίμνη», πάνω από την οποία πέρασε το μήνυμα από την κορυφή του Κιθαιρώνα για να φτάσει στα Γεράνεια; Έψαξα στο διαδίκτυο να τη βρω αλλά στο λήμμα «Γοργώπη λίμνη» δεν έβρισκα τίποτα. Η λύση ήταν απλή: η λίμνη στην αρχαιότητα λεγόταν Γοργώπις και όχι Γοργώπη, όπως ήθελε η μεταφράστρια. Και ήταν η σημερινή Βουλιαγμένη, που αρχικά λεγόταν Εσχατιώτις για να γίνει τελικά Γοργώπις, από το όνομα της Γόργης, κόρης του Μεγαρέως και συζύγου του Κορίνθου. Ονομάστηκε έτσι γιατί, όπως αναφέρει ο Παυσανίας (Ι 38, 5), η Γόργη, μόλις πληροφορήθηκε τον φόνο των παιδιών της, ρίχτηκε και πνίγηκε στη λίμνη που από τότε ονομάστηκε Γοργώπις.

Επιστρέφουμε στη συζήτηση για τις φρυκτωρίες. Παράδειγμα απλής αρχαίας φρυκτωρίας φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία που εντοπίστηκε στο Ζάστανι, στο Ποικίλο (ή Αιγάλεω) Όρος  (φωτ. Τάσος Λύτρας, πηγή: http://ieraodo.blogspot.gr/2010/08/blog-post_18.html).



Άλλα παραδείγματα απλών φρυκτωριών που εντοπίστηκαν στη Σίφνο, όπου ο αριθμός τους έφτανε τις 76, φαίνονται στις επόμενες φωτογραφίες (πηγή: http://e-sifnos.com/explore-sifnos/ancient-towers.php). Οι πύργοι βρίσκονται διάσπαρτοι σε όλο το νησί. Όλοι είναι στρογγυλοί και χτίστηκαν μεταξύ του 6ου και του 3ου αιώνα π.Χ., όπως αποδεικνύεται από τα θραύσματα αρχαίων αγγείων που βρέθηκαν στις περιοχές των πύργων, αλλά και από το μέγεθος και τον τύπο δόμησής τους.







Στην επόμενη φωτογραφία δίνεται, σε γλυπτή αναπαράσταση, ένα παράδειγμα εξελιγμένης φρυκτωρίας (πυρσεία), όπου με τη βοήθεια αναμμένων αυλών και τη χρήση κατάλληλου συνδυασμού τους για την αναπαράσταση γραμμάτων, μέσω ενός κοινού κώδικα, μπορούσαν να μεταδοθούν πολύ σύνθετα μηνύματα (πηγή http://autochthonesellhnes.blogspot.gr/2013/07/blog-post_9.html). Επρόκειτο δηλαδή για ένα σύστημα αντίστοιχο με το σύστημα των σημάτων Μορς.



Επανερχόμαστε στο λόφο μας με τα χρυσοκίτρινα κρινάκια. Εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η συγκεκριμένη φρυκτωρία εξυπηρετούσε τις ανάγκες επικοινωνίας της γειτονικής αρχαίας Στυμφαλίας και, γενικότερα, των πόλεων στο δρόμο από την Αρκαδία μέσω του Όρους Ολίγυρτου μέχρι την αρχαία Σικυώνα και τις άλλες αρχαίες πόλεις της ημιορεινής και πεδινής Κορινθίας.

Το επόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι, βέβαια, ποιές άλλες φρυκτωρίες αντικριστά στο λόφο με τα χρυσοκίτρινα κρινάκια αποτελούσαν το ολοκληρωμένο σύστημα με το οποίο μεταφερόταν το μήνυμα. Κάτι έχω υπόψη μου, αλλά … αναμονή για το επόμενο!

10/27/2017

Ο λόφος με τα χρυσοκίτρινα κρινάκια - και στην κορφή;


Περνούσα δίπλα του κάθε που ανεβοκατέβαινα κι όλο έλεγα να σταματήσω. Κάθε φορά που πλησίαζα τα μάτια μου στρέφονταν προς το μέρος του και σαν κάτι να διέκρινα, κάτι από όπου σαν να ερχόταν μια υπόσχεση, ένα μήνυμα ότι κάτι συμβαίνει εδώ. Είναι δυο δρασκελιές απόσταση, αλλά στο ανέβασμα βιαζόμουνα να φτάσω μια ώρα γρηγορότερα στα ορεινά, στα ισώματα της Τζήριας της Ντουσαϊτικης, στα λιβάδια της Στυμφαλίας και στα άλλα ευλογημένα μέρη μας. Στο κατέβασμα πάλι με έκοβε η πείνα και βιαζόμουν να φτάσω σπίτι. Κι έτσι κάθε φορά που προσπερνούσα έβαζα τάμα, την επόμενη φορά να σταματήσω. Αλλά από αναβολή σε αναβολή δεν σταμάτησα ποτέ όλα αυτά τα χρόνια στο λόφο που με καλούσε να τον ανέβω.

Ήρθε όμως ο φετινός Οκτώβρης. Προχωρημένο απόγευμα που επέστρεφα με την παρέα μου από μια βόλτα στο Φενεό. Το θαύμα που αντίκρισα δεν σήκωνε αναβολή. Σταματάμε εδώ και τώρα.

Ο λόφος χαμηλός, ούτε 50 μέτρα ύψος, και πετρώδης, είναι δίπλα στο δημόσιο δρόμο από Κιάτο προς Στυμφαλία, στα δεξιά. Απέχει λίγες εκατοντάδες μέτρα από τη στροφή για το Καίσαρι και από το βενζινάδικο της AVIN. Αυτό που αντίκρισα στην προσήλια πλευρά του λόφου, αντικρύ στο δρόμο, ήταν μια απίστευτη σπατάλη μικρών κρίνων  με χρώμα λαμπρό χρυσοκίτρινο που κάλυπταν όλη την πλευρά.



Προχωρήσαμε στην κορφή του χαμηλού λόφου. Εκεί η άλλη αποκάλυψη – η υπόσχεση που γράφω πιο πάνω: μια βάση από λαξευμένα κομμάτια από βράχο πλάτους κάπου ένα με ενάμιση μέτρο, που σχηματίζουν ένα χαμηλό κυκλικό οικοδόμημα με γύρω στα 7-8 μέτρα εξωτερική διάμετρο και ύψος μέχρι περίπου 2 μέτρα.



Το αρχαίο οικοδόμημα έχει χτιστεί με το ισοδομικό σύστημα, που συναντάμε σε όλα τα δημόσια κτίσματα (ναοί, τείχη κλπ) της αρχαίας Ελλάδας.




Στο ισοδομικό σύστημα δεν υπάρχουν συνδετικοί αρμοί, όπως αυτοί που συναντάμε στα Ρωμαϊκά και Βυζαντινά χρόνια, αλλά οι επιφάνειες των δόμων (οικοδομικών στοιχείων) μετά από κατάλληλη λάξευση εφαρμόζουν τέλεια.



Θαυμάζουμε, απορούμε, φωτογραφίζουμε και  επιστρέφουμε οίκαδε.

Ερώτημα πρώτο: ποια είναι αυτά τα κρινάκια με το λαμπρό κίτρινο χρώμα; Πρώτο καταφύγιο: το εξαιρετικό σύγγραμμα (δυστυχώς για σένα, φίλε αναγνώστη, εξαντλημένο) «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΛΩΡΙΔΑ ΣΤΟ ΜΥΘΟ, ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ, ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ» του Ηelmut Βaumann. Πρέπει να ψάξω ανάμεσα στις 500 περίπου υπέροχες φωτογραφίες φυτών της Ελληνικής χλωρίδας του βιβλίου. Αλλά ως γνωστόν, έχω Άγιο. Το ανοίγω και, αν θέλετε το πιστεύετε, πέφτω πάνω στη φωτογραφία που ψάχνω! Στερνμπέργκια (Sternbergia lutea για την ακρίβεια) το επιστημονικό όνομα που έχει το κρινάκι. 


 
Η συνέχεια στο Google: H Sternbergia lutea είναι  πολυετής, βολβώδης πόα παρόμοια με του κρόκου, αλλά ανήκει σε άλλη οικογένεια, τις Αμαρυλλίδες. Ενδημικό είδος της μεσογείου, απαντάται σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, σε πετρώδεις και ξηρές τοποθεσίες, σε θαμνότοπους, σε φρύγανα, σε ξέφωτα δασών, συνήθως σε χαμηλό υψόμετρο. Κοινές ονομασίες: Κίτρινο κρινάκι, Αγριόκρινος, Αγριολαλές, Κρόκος του Φθινοπώρου, Κίτρινη πούλα, Ξυνάκι. Περίοδος ανθοφορίας από Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο. Λίγα ανθάκια βρήκα, ύστερα από υπόδειξη του φίλου μου του Πέτρου, που του είπα την «ανακάλυψή» μου, στο νεκροταφείο του Κλημεντιού στην κάτω πλευρά, προς το Κιάτο, κι ακόμα στην περιοχή του αρχαίου φρούριου της Φυλής, στη δυτική απόληξη της Πάρνηθας, που επισκέφτηκα πρόσφατα.



Πάει αυτό. Τώρα το δεύτερο: τι ήταν, τι εξυπηρετούσε, αυτό το αρχαίο χαμηλό κυκλικό οικοδόμημα από κυκλώπειες πέτρες στην κορφή του λόφου; Νομίζω πως ξέρω την απάντηση, αλλά για να τη μάθετε πρέπει να κρατήσετε την περιέργειά σας μέχρι το επόμενο κείμενό μου!

 

9/29/2017

Γιατί αγαπούμε ποιήματα και ποιητές που δεν καταλαβαίνουμε;



Γιατί αγαπούμε ποιήματα και ποιητές που δεν καταλαβαίνουμε; Ή ποιήματα που καταλαβαίνουμε κάποιους, λίγους, στίχους μόνο αλλά όχι το σύνολό τους; Ποιήματα που προσπαθούμε να μαντεύσουμε το νόημά τους, χωρίς να είμαστε βέβαιοι ότι, αυτό που εμείς εν τέλει καταλαβαίνουμε, είναι αυτό που είχε στο νου του ο ποιητής; Ποιήματα που μας αγγίζουν σαν εικόνες, ή μας μπάζουν σε ένα κλίμα, όπου συντονίζεται το αίσθημά μας με αυτά, όχι όμως και η γνωστική μας λειτουργία, η νόησή μας, χωρίς δηλαδή τη σύμπραξη της συνείδησης; Και όμως (ή ίσως ακριβώς γι αυτό) αγαπούμε τέτοια ποιήματα και τους δημιουργούς τους…

Λέει κάπου στο «Άξιον Εστί» ο Οδυσσέας Ελύτης (στο «Της αγάπης αίματα», μελοποιημένο από τον Θεοδωράκη, που τόσο πολύ έχει αγαπηθεί):

«Οξειδώθηκα μεσ’ στη νοτιά των ανθρώπων
Μακρινή μητέρα, ρόδο μου αμάραντο...».


Δηλαδή; Τι παναπεί «Οξειδώθηκα μεσ’ στη νοτιά των ανθρώπων»; Ίσως «ήμουν καθαρό μέταλλο, ανέγγιχτο, και σκούριασα, έχασα την αγνότητά μου μέσα στην καθημερινή τριβή με τους ανθρώπους». Αλλά αυτό να εννοούσε πράγματι ο ποιητής; Και το άλλο: «Μακρινή μητέρα, ρόδο μου αμάραντο...»; Ποια να είναι η μακρινή μητέρα; Και γιατί «ρόδο μου αμάραντο»; Οι στίχοι αυτοί ίσως είναι ένα ήπιο παράδειγμα δυσπρόσιτης ποίησης.

«Τι άραγε εννοεί ο ποιητής;». Λέγεται τόσο συχνά ώστε κατέληξε να γίνει παροιμιώδης έκφραση. Κατά κανόνα οι ποιητές δεν ερμηνεύουν τα ποιήματά τους. Αφήνουν τους άλλους να τα ερμηνεύσουν.

Είχα από πολύ νέος τέτοιες απορίες. Και αντιμετώπιζα καχύποπτα τους άλλους, τον πολύ κόσμο, που αγκάλιαζε σχεδόν με λατρεία ποιήματα δύσκολα, ακαταλαβίστικα σε μια πρώτη τουλάχιστον προσέγγιση, και ποιητές συχνά απρόσιτους, που θεωρούμε – και είναι – μεγάλοι και καταξιωμένοι με τη βούλα ακόμα και θεσμών όπως το βραβείο Νόμπελ (παρόλο που συνέβαινε και σε μένα να αγαπάω ποιήματα χωρίς να τα καταλαβαίνω). Ποιήματα όπως των δικών μας Γιώργου Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη ή του Πάμπλο Νερούδα και τόσων άλλων, δικών μας και ξένων. Στον αντίποδα η ποίηση όπως αυτή του Γιάννη Ρίτσου (θυμίζω τον «Επιτάφιο» και τη «Ρωμιοσύνη»), μολονότι και αυτός έχει γράψει δυσνόητα έργα. Ειδικά για τους δικούς μας, να είναι άραγε η μουσική με την οποία «έντυσαν» τα «δύσκολα» ποιήματά τους μεγάλοι δημιουργοί όπως ο Θεοδωράκης, ο Χατζηδάκης, ο Μαρκόπουλος, ο Ξαρχάκος και τόσοι άλλοι, που τα έκανε «δικά μας» και που τα αγαπήσαμε;

Με απορίες σαν τις παραπάνω συμφιλιώνεται κανείς διαβάζοντας ένα  κείμενο του Γιώργου Σεφέρη με τίτλο «Η «Ιερά Οδός» του Σικελιανού» (Δοκιμές, Τρίτος τόμος, Παραλειπόμενα (1932-1971), Εκδόσεις Ίκαρος 2002). Γράφει:

«Αγαπούμε τόσα ποιήματα που δεν καταλαβαίνουμε» είχα σημειώσει κάποτε και φοβούμαι πως παρεξηγήθηκα. Κι ωστόσο γράφοντας τώρα, δεν ξέρω από μια αφορμή, για ένα ποίημα του Σικελιανού, έχω όρεξη να προσθέσω: αγαπούμε τόσους ποιητές που δεν είμαστε διόλου σίγουροι πως τους καταλαβαίνουμε απόλυτα…».

Ο Γ.Σ. συνεχίζει:

«Μου έτυχε πολλές φορές να διαβάσω ποιήματα σε γλώσσες που πρωτογνώριζα ή άλλες φορές πάλι σε γλώσσες που ήξερα καλά αλλά που ήταν γραμμένα έτσι που έμεναν απόμακρα και κλειστά. Ένας στίχος, ή δυο  ή τρεις, έμενε ωστόσο στη μνήμη μου και ήταν αδύνατο να αποκοιμηθεί και δεν με άφηνε σε ησυχία, ώσπου να ξαναγυρίσω και να ξαναδιαβάσω ολόκληρο το ποίημα από το οποίο δεν εννοούσε να ξεχωριστεί. Πολλές φορές ακόμη μου έτυχε από την αφορμή ενός στίχου να ξαναδιαβάσω το ποίημα τόσες φορές όσο να το μάθω απ’ έξω, όσο που να μου γίνει μια ύπαρξη γνώριμη και οικεία που μπορούσε επιτέλους να σιωπήσει. Και τότε την εγνώρισε, λέει η Γραφή. Μ’ αρέσει αυτή η έκφραση με την έννοια που είναι παρμένη, μ’ αρέσει και με φωτίζει. Όπως λοιπόν εγνώρισα ένα ολόκληρο ποίημα από έναν ή λιγοστούς στίχους, έτσι μου έτυχε να γνωρίσω ολόκληρο το έργο ενός ποιητή από ένα του ποίημα, ενώ τα άλλα του – σε οριακές περιπτώσεις – μου ήταν αδιάφορα».

Ο Γ.Σ. εξηγεί παρακάτω ότι το ποίημα του Σικελιανού στο οποίο αναφέρεται ήταν η «Ιερά Οδός», που ξεκινάει έτσι:

«Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα
ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου
μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως
ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα
βουλιάζει…».


Και ο Γ.Σ. τελειώνει έτσι:

«Μ’ αυτό το ποίημα, που υποκειμενικά το θεωρώ εξαιρετικό, και, αφού πολλές  φορές το σκέφτηκα, νομίζω πως και αντικειμενικά πρέπει να είναι ένα σημαντικό ποίημα για την Ελλάδα, … βρήκα το δρόμο μου στο έργο του Σικελιανού…».

Τι μένει από αυτή τη συζήτηση; Μα να διαβάζουμε ποίηση!

8/06/2017

Όπου φοράει μια μουτσούνα ο αράπης, ο μαύρος, ο σκύλος, ο ταμ-ταμ-ταμ...

 
Ίσα που προλαβαίνετε. Από απόψε τα μεσάνυχτα θα είναι πια γραμμένο με χρυσά γράμματα στο παρελθόν μιας «κοσμοπολίτικης πόλης» με ένδοξη ιστορία και, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, ακόμα πιο ένδοξο – στα πέρατα της οικουμένης – παρόν.
 
Μιλάμε για του Κιάτου. Εδώ στου Κιάτου, κάτου εκεί στο λιμάνι, λοιπόν, οργανώθηκε αυτές τις μέρες το «Πολιτιστικό Πανηγύρι Κιάτου», η «Μεγάλη Γιορτή της κοσμοπολίτικης πόλης» κατά τους διοργανωτές του (ποιοί νάναι άραγε;). Ναι, στου Κιάτου, στην κοσμοπολίτικη, επαναλαμβάνω, κατά τους διοργανωτές, πόλη. Όπου μπορούσε κανείς για λίγες μέρες να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων της τέχνης και του πολιτισμού, που προσφέρονταν αφειδώς από τους διοργανωτές σε πάγκους και περίπτερα όσο – όσο, μέχρι και ένα ευρώ το κομμάτι. Όπου το είδος πνευματικής τροφής που υπόσχονταν οι διοργανωτές διακρίνεται ευκρινέστατα κάτω από την ταμπέλα του εν λόγω Πανηγυριού (δείτε τη φωτογραφία): Ζωοτροφές. Θεία ειρωνία.
 
 
 
Αυτό το «Πολιτιστικό Πανηγύρι» δεν ήταν πανηγύρι, δεν ήταν φεστιβάλ. Ήταν ΦΕΣΤΙΒΑΛΙ. Πώς λέμε καρναβάλι; Όπου φοράει μια μουτσούνα ο αράπης, ο μαύρος, ο σκύλος, ο ταμ-ταμ-ταμ (χαίρε μεγάλε δάσκαλε Γιώργο Ζαμπετα), και μεταμορφώνεται σε μαρκησία ένα πράμα;
 
Ε, τι; Θα το ονόμαζαν οι διοργανωτές «παζάρι» όπως πράγματι ήταν; Και τι κακό έχει ένα παζάρι; Του Θεού είναι κι αυτό. Αλλά οι διοργανωτές ντρέπονταν να το πουν έτσι. Αυτοί, όλα κι όλα, διοργανώνουν ανώτερα πράματα.
    
Αν, τώρα, διαφαίνεται ίσως μια ειρωνία στην αναφορά μας στο «κοσμοπολίτικη πόλη», συγγνώμη, αλλά μας παρεξηγήσατε. Ίσα – ίσα που εμείς βρήκαμε επιτέλους απάντηση στην απορία που μας βασανίζει τα τελευταία χρόνια, πώς αποφάσισαν και πλάκωσαν στα μέρη μας τόσοι Βούλγαροι Ρομά – καθόλα συμπαθείς συμπολίτες μας πλέον – που έχουν συμβάλει καθοριστικά στον κοσμοπολιτισμό μας.
 
Το παρόν αφιερώνεται εξαιρετικά στο Δήμαρχο που δημαρχεύει στου Κιάτου, στους λοιπούς δημοτικούς μας άρχοντες, στον Εμπορικό Σύλλογο αλλά και στους πλείστους νοήμονες ή εκ ποικίλων ελατηρίων ορμώμενους συμπολίτες μας που έσπευσαν να εκφράσουν τη στήριξή τους στο Φεστιβάλι. Να το χαίρονται. Και του χρόνου.
 
Υ.Γ. Α, ρε Λύσιππε, μου τα είπες εσύ (βλέπε προηγούμενη ανάρτηση στο costaspappis.blogspot.com), αλλά ποιος σε ακούει και ποιος νοιάζεται γι αυτά που λες; «Παζάρι τον κατάντησαν τον τόπο μας (με τη χειρίστη έννοια της λέξης), αδερφέ μου...». 
 

8/01/2017

Να τι γύρευε ο Λύσιππος εκεί μακριά στα ξένα



Με τίτλο «Λύσιππε, τι γύρευες στη Δαλματία εσύ, ένας Σικυώνιος;» δημοσιεύτηκε στο τεύχος 129 (Μάιος 2017) ένα κείμενό μου για τον Καιρό, το περίφημο, εμβληματικό έργο του Λύσιππου, του μεγάλου γλύπτη από την αρχαία Σικυώνα. Αφορμή μια απρόσμενη εμπειρία μου στο Τρογκίρ, την αρχαιοελληνική πόλη Τραγούριον, στις Δαλματικές Ακτές της Κροατίας.

Στο Τρογκίρ, λοιπόν, διαπίστωσα πως οι σύγχρονοι κάτοικοι της κωμόπολης γνωρίζουν τα πάντα γύρω από το έργο αυτό, για την καταγωγή του από τη Σικυώνα, για το δημουργό του και για τη φιλοσοφική σημασία του έργου. Αυτό συνέβη όταν, το 1928, ανακαλύφθηκε στο Τρογκίρ ένα από τα ανάγλυφα αντίγραφα του έργου, πολλούς αιώνες μετά την παραγωγή του. Όπως έγραφα, δεν είδα το αντίγραφο,  καμάρι του μικρού μουσείου της πόλης, που ήταν κλειστό για συντήρηση, είδα όμως σε διάφορα σημεία μέσα στην πόλη αναφορές στον Καιρό, που λατρεύεται πια σαν σύγχρονη θεότητα, αποτελώντας έμβλημα του Τρογκίρ:

Είδα σε ένα κοσμηματοπωλείο να ξεχωρίζουν, ανάμεσα στα άλλα κοσμήματα, τα μικρά αντίγραφα του Καιρού σε ασήμι, που συνοδεύονταν με μια μικρή κάρτα με εξήγηση για το πρωτότυπο έργο του Λύσιππου και τη σημασία του (κρατάω πολύτιμη ανάμνηση την κάρτα αυτή στο πορτοφόλι μου).

Είδα ένα μαγαζί που πούλαγε προϊόντα σοκολάτας να γράφει στην ταμπέλα του ως εμπορική επωνυμία «Σοκολάτα Καιρός» (CHOCOLATE KAIROS). 




Είδα σε μια πανσιόν να υποδέχεται τον πελάτη στη ρεσεψιόν μια μεγάλη αφίσα, που δείχνει τον Καιρό.

Είδα ένα μεγάλο πανώ, στημένο στην κεντρική μεσαιωνική πύλη της κωμόπολης, να διαφημίζει ποδηλατικούς αγώνες - και το όνομα του ιστότοπου της διοργάνωσης; KAIROS (εκεί πρωτοείδα την αναφορά στη λέξη και άρχισα να πονηρεύομαι ότι κάτι μπορεί να τρέχει εδώ πέρα!).

Και τώρα στο ψητό: Λοιπόν, ο Λύσιππος μου εμφανίστηκε προχτές αυτοπροσώπως σε έναν από τους νυχτερινούς διαλογισμούς μου και μου εξήγησε τι γύρευε εκεί στην ξένη γη!

Παρένθεση καίριας σημασίας: ως τίτλο του γνωστού κειμένου μου, όπου ανακοίνωσα πώς τον ανακάλυψα, παρέθεσα σκόπιμα παραφρασμένο το γνωστό στίχο «Στρατηγέ, τι γύρευες στη Λάρισα, εσύ ένας Υδραίος»  από το ποίημα «Μπολιβάρ» του μεγάλου ποιητή μας Νίκου Εγγονόπουλου, που γράφτηκε στη διάρκεια της Κατοχής. Πώς μου προέκυψε αυτό; Δεν ξέρω... Υπόγειες διαδρομές της σκέψης...

Ο Σίµων Μπολιβάρ υπήρξε αγωνιστής και επαναστάτης, ήρωας της Νοτιοαμερικανικής Ανεξαρτησίας. Ποια η έννοια του στίχου; Δανείζομαι την ερμηνεία ενός σχολιαστή: «ο ποιητής ξέρει ότι ο ηρωικός ανδριάντας όλων των Μπολιβάρ θα κατεδαφιστεί από εκείνους τους μικροαστούς για τους οποίους ο θόρυβος της Ελευθερίας είναι εκκωφαντικός. Γι’ αυτό στο τέλος του ποιήματος τον ρωτά: «Στρατηγέ, τι γύρευες στην Λάρισα, εσύ ένας Υδραίος;». Ή τι γυρεύει ένας άνθρωπος του ηρωισμού και του πολέμου στον κόσμο των εμπόρων;».

Τέλος η παρένθεση. Ο λόγος στο Λύσιππο:

«Αδελφέ μου Κώστα, με ρωτάς τι γύρευα στη Δαλματία εγώ, ένας Σικυώνιος. Πες μου εσύ, ω αγαθέ άνδρα, τι να έκανα εδώ, στη γενέτειρά μας; Δηλαδή εσύ τι θα έκανες; Ο τόπος που μας γέννησε με έχει καταχωρήσει στα αχρείαστα. Οι κάτοικοί του, νέοι και γέροι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία αγνοούν κι εμένα και το έργο μου. Οι άρχοντές του τόπου, φτυστά αντίγραφα του μέσου βεληνεκούς των κατοίκων του, χαρακτηρίζονται γενικώς από βαθιά ... εγγραμματοσύνη, και γι αυτό περί άλλα τυρβάζουν. Αντίγραφο έργου μου δεν υπάρχει, αν πρόσεξα καλά, ούτε για δείγμα στο τοπικό αρχαιολογικό μουσείο, ούτε πουθενά στην πόλη. Καμιά αναφορά στην ύπαρξή μου.  Μια κουβέντα που είχε γίνει πριν από χρόνια να στεγαστούν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στη πόλη του Κιάτου αντίγραφα των έργων μου ξεχάστηκε και κανείς δεν τη θυμάται πια. Και, όχι να το παινευτώ, αλλά ξέρεις εσύ πολλές πόλεις στον κόσμο ολόκληρο να περηφανεύονται για ένα Λύσιππο, για τέτοια έργα;

Από την άλλη μεριά, μια μικρή πόλη στην άλλη άκρη των Βαλκανίων, έχοντας βρει τυχαία ένα κάποιο αντίγραφο ενός μόνο έργου δικού μου, εκτιμάει τόσο πολύ την ομορφιά του, αντιλαμβάνεται τη βαθιά του σημασία, το υιοθετεί σαν έμβλημά της και το προβάλλει σε κάθε έκφανση της κοινωνικής, πολιτιστικής αλλά και οικονομικής και εμπορικής ζωής της.

Αποφάσισα λοιπόν κι εγώ να αποδράσω. Και είπα να πάω σε τόπο που με αγαπούν, με καταλαβαίνουν, διαθέτουν ευαισθησία και νόηση. Διότι, τι να κάνω εδώ; Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Παζάρι τον κατάντησαν τον τόπο μας (με τη χειρίστη έννοια της λέξης), αδερφέ μου... Κι όχι πως έχω τίποτα με τους εμπόρους και τα παζάρια. Θεό λατρεύουν κι αυτοί, και τι όμορφο, τον Κερδώο Ερμή, και κάνουν χρήσιμο έργο στην κοινωνία. Όμως εκείνοι εκεί στην ξένη πόλη, το κάνουν με τι έμπνευση, με τι στυλ, με τι ευρηματικότητα, με τι εξυπνάδα! Α, με την ευκαιρία: πρόσεξες ότι εκεί στο Trogir υπάρχει μια ταβέρνα με την επωνυμία TRAGOS, που στην πινακίδα της έχει τη ζωγραφιά ενός τράγου να θυμίζει την καταγωγή του αρχαίου ονόματος της πόλης – Τραγούριον...».



Αυτά μου είπε ο Λύσιππος και δεν έχω προσθέσει ούτε κεραία. Κι εγώ, αφού τον βεβαίωσα ότι είδα την πινακίδα με τον τράγο (πήρα και φωτογραφία), θέλησα να τον παρηγορήσω λιγάκι. Του λέω, λοιπόν:

«Έλα τώρα, αδελφέ Λύσιππε, μη στενοχωριέσαι. Για το χώρο που θα στεγάσει αντίγραφα των έργων σου είμαι βέβαιος πως ο δήμαρχος και οι άλλοι του σιναφιού (που με γράφουνε κανονικά κι εμένα όπως και σένα) δεν μπορούν να κοιμηθούν μήνες τώρα από την έννοια σου και θα σπεύσουν αύριο κιόλας, μόλις δημοσιευτεί  το κείμενο που θα γράψω για τη συνομιλία μας, να (ξανα)αναγγείλουν το έργο (όλο και θα ξεγελαστεί κάποιος στις επόμενες δημοτικές εκλογές να τους ξαναψηφίσει). Και το πιο σημαντικό: ήδη έχουν, από την πρώτη μέρα που διάβασαν το προηγούμενο άρθρο μου, καταστρώσει κατεπείγον σχέδιο για να μεταλάβουμε κι εμείς εδώ στην έρμη σύγχρονη Σικυώνα κάτι από τον πολιτισμό των κατοίκων του Τρογκίρ. Προχωρούν λοιπόν στην αδελφοποίηση των δυο πόλεων (το είδα με τα μάτια μου στο φλυτζάνι), και γι αυτό ανταλλάσσουν με φρενήρη ρυθμό εδώ και 2-3 μήνες που δημοσιεύτηκε το κείμενό μου γράμματα, τηλεγραφήματα και emails με τους άρχοντες του Τρογκίρ. Ακόμα και ταχυδρομικά περιστέρια χρησιμοποιούν αφού το κανονικό ταχυδρομείο έχει φρακάρει από την αλληλογραφία τους. Το ίδιο φρακαρισμένο είναι και το διαδίκτυο...».

O Λύσιππος με άκουσε, με κοίταξε περίεργα χωρίς να πει τίποτα, κούνησε το κεφάλι του και τον ήπιε το σκοτάδι...

7/10/2017

Νουράτα, Χόπα, Δίστομο

 

Στο Ουζμπεκιστάν, 314 χιλιόμετρα ΝΔ της Τασκένδης, στα όρια ανάμεσα σε μια γεωργική έκταση και στην άγρια στέππα (έρημος Kyzylkoum), υπάρχει μια μικρή πόλη, καμιά τριανταριά χιλιάδες κάτοικοι. Νουράτα τη λένε. Είναι χτισμένη στα πόδια ενός λόφου.

Στο λόφο αυτό έφτασε ο Αλέξανδρος ο Μέγας το 327 π.Χ. και ίδρυσε στρατιωτικό φρούριο με τείχη και πύργους. Ακόμα υπάρχουν ίχνη τους. Ακόμα είναι σε χρήση το σύστημα ύδρευσης που κατασκευάστηκε από το στρατό του Αλέξανδρου για τις ανάγκες του φρουρίου, που ιδρύθηκε για τη στρατηγική σημασία της περιοχής.

Στη Νουράτα έφτασα κι εγώ το 2007. Λίγα τα απομεινάρια του ιστορικού παρελθόντος πάνω στον οχυρό λόφο. Έπρεπε όμως να περάσουν 10 ολόκληρα χρόνια για να μάθω από το στόμα πολυταξιδεμένης καλής μου φίλης, της Κικής Εξαρχοπούλου, πράγματα σημαδιακά.

Η Κική βρέθηκε κι αυτή στη Νουράτα μια 10η Ιουνίου, για να παραστεί μάρτυρας σε μια σκηνή που συγκλόνισε την ίδια και την παρέα της. Γυναίκες της περιοχής, ζαλωμένες με τα παιδιά τους και κρατώντας άνθη, ανέβαιναν στο λόφο, σε ό,τι είχε απομείνει από το αρχαίο φρούριο, για να τιμήσουν το μεγάλο στρατηλάτη, που είχε πεθάνει ακριβώς μια τέτοια μέρα πριν σχεδόν 24 αιώνες, 10 Ιουνίου του 323 π.Χ., στη Βαβυλώνα. Προσκύνημα με άνθη στη μνήμη ενός ξενόφερτου, 24 αιώνες μετά...
 
Γιατί άραγε;
 
«Ζεί o βασιλιάς Αλέξανδρος;» ρωτούσα στις 10/10/2015 στο blog μου με αφορμή  ένα ταξίδι μου στον Πόντο, στη νότιο-ανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας. 
 
Πιο συγκεκριμένα, βρέθηκα στη Χόπα, μια ασήμαντη τούρκικη κωμόπολη στο ανατολικό άκρο της ακτογραμμής του Πόντου, λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα Τουρκίας – Γεωργίας και το μεγάλο λιμάνι της Γεωργίας Μπατούμ, εκεί που τελείωνε ο Ελληνικός Πόντος (μια ακόμα χαμένη Ελληνική πατρίδα). Εκεί αντίκρυσα, στο μοναδικό κάδρο ενός μαγαζιού της Χόπα, μια μαρτυρία που θα μου μείνει αλησμόνητη: ο Μέγας Αλέξανδρος (κι όχι ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ή ο Μωάμεθ ο Πορθητής σε αυτό το τούρκικο μαγαζί), να παριστάνεται πάνω σε άρμα με ηνίοχο φτερωτή (τη Νίκη ίσως ή τη Δόξα). Ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Ισκεντέρ, όπως τον είπε ο μαγαζάτορας κι όπως τον ξέρει και τον ονομάζει όλη η Ανατολή.
 
Τι να συμβόλιζε αυτό το κάδρο μέσα στο τούρκικο μαγαζί; Τι να σήμαινε για τον μαγαζάτορα η παρουσία στο μαγαζί του ενός θρύλου από τα πανάρχαια χρόνια, τα ένδοξα εκείνα ελληνικά χρόνια, του Μέγα Αλέξανδρου; Αν ο μαγαζάτορας ήταν Έλληνας, ένας από τους ελάχιστους που έχουν απομείνει στον Πόντο, το κάδρο θα διαλαλεί την πικρή περηφάνια του για την καταγωγή του. Αν όχι, ουδεμία έκπληξη! Είναι γνωστή η λατρεία που έτρεφαν για το Μέγα Αλέξανδρο οι λαοί των χωρών από όπου αυτός πέρασε, λατρεία που έχει φτάσει ως τις μέρες μας.

*****

10 Ιουνίου 1944, πάνε 73 χρόνια, στο Δίστομο, αγριανθρώποι της "πολιτισμένης" Ευρώπης έφταναν ως εκεί για να σπείρουν τον όλεθρο πυρπολώντας και δολοφονώντας αθώους. Οι ναζί εξολοθρεύουν ένα ολόκληρο χωριό. Ανάμεσα στους 218 νεκρούς, 45 παιδιά και 20 βρέφη.

Τι έγινε στο Δίστομο; Αντιγράφω από αφήγηση αυτόπτη μάρτυρα:

«Αντίκρισα στη μέση του σπιτιού την αδελφή μου ανάσκελα, γυμνή από τη μέση και κάτω. Το φουστάνι της ήταν γυρισμένο προς τα πάνω και σκέπαζε το σχισμένο και κομματιασμένο στήθος της, το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο, όλο το σώμα της κατακομματιασμένο.
»Μα το χειρότερο και φρικαλεότερο θέαμα ήταν όταν από τη στάση του σώματός της κατάλαβα ότι οι Γερμανοί είχαν βιάσει το άψυχο κορμί της.
»Δίπλα της βρισκόταν το τεσσάρων μηνών κοριτσάκι της λογχισμένο, με σπασμένο το κεφαλάκι του, και στο στόμα του είχε τη ρώγα του στήθους της μάνας του που είχαν κόψει εκείνοι οι κανίβαλοι.
»Το άλλο κοριτσάκι της, η 6χρονη Ελένη, βρισκόταν στο κατώφλι του σπιτιού μέσα σε μια λίμνη αίματος με βγαλμένα τα σπλάχνα του. Το είχαν ξεκοιλιάσει με μαχαίρι.
»Το αγόρι της, ο 3χρονος Γιάννης, το βρήκα νεκρό στην αυλή με λιωμένο κεφάλι».
                                                                             
*****

Βαβυλώνα, 10 Ιουνίου 323 π.Χ. Ένας «ξενόφερτος» Έλληνας πεθαίνει. Αιώνες αργότερα, οι λαοί τον θυμούνται ακόμα και τον λατρεύουν σαν άγιο και σαν λυτρωτή, προσφέροντας άνθη στη μνήμη του.

Δίστομο, 10 Ιουνίου 1944. Γι αυτή την ντροπή, μόνο οργισμένες μνήμες που ματώνουν και θα ματώνουν στους αιώνες για τους ξενόφερτους μακελάρηδες.

Πολιτισμοί και "πολιτισμοί"...
 
10 Ιουνίου. Ημερομηνία με νοήματα.

5/08/2017

Λύσιππε, τι γύρευες στη Δαλματία εσύ, ένας Σικυώνιος;



Απροετοίμαστος για μια συνάντηση που με συγκίνησε βαθιά, βρέθηκα πρόσφατα στο Τρογκίρ, στις Δαλματικές Ακτές της Κροατίας, όπου απρόσμενα βρήκα ίχνη της γενέτειράς μου, της Σικυώνας.

Ποιο είναι το Τρογκίρ; Πόσοι το γνωρίζουν; Εγώ πάντως όχι, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα που το επισκέφτηκα, ανύποπτος για το τι με περίμενε. Όμως οι κάτοικοι αυτής της Κροατικής κωμόπολης γνωρίζουν πολύ καλά την αρχαία Σικυώνα! Κι όχι μόνο αυτό: γνωρίζουν ένα περίφημο, εμβληματικό έργο που δημιουργήθηκε στα δικά μας μέρη: τον ΚΑΙΡΟ, του Λύσιππου, του μεγάλου γλύπτη από την αρχαία Σικυώνα. Και όχι μόνο το γνωρίζουν: ξέρουν τα πάντα γύρω από αυτό και κυριολεκτικά το λατρεύουν!

Τρογκίρ είναι το σημερινό όνομα της αρχαιοελληνικής πόλης Τραγούριον, 27 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης Σπλιτ (όπου σώζονται τα εντυπωσιακά ερείπια του παλατιού του Ρωμαίου αυτοκράτορα Διοκλητιανού που έμεινε στην ιστορία, μάλλον άδικα, ως ο φοβερότερος διώκτης των πρώτων Χριστιανών). Το ιστορικό τμήμα του σύγχρονου Τρογκίρ βρίσκεται πάνω σε ένα νησάκι που ενώνεται με μικρές γέφυρες με τη στεριά και με ένα άλλο, μεγαλύτερο νησί από την άλλη πλευρά. Τον 3ο αιώνα π.Χ. κάτοικοι των Συρακουσών (σπουδαίας αρχαιοελληνικής πόλης στη Σικελία) ίδρυσαν αποικία στο νησί Ίσσα. Στη συνέχεια οι άποικοι αυτοί ίδρυσαν το Τραγούριον. Η πόλη αναπτύχθηκε σε μεγάλο λιμάνι μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους. Ύστερα ακολούθησε μια πολυτάραχη πορεία. Η πόλη έχει συνεχή ιστορία 2.300 ετών, που επηρεάστηκε πολιτισμικά από τους αρχαίους Έλληνες που την ίδρυσαν, τους Ρωμαίους και τους Βενετούς. Αποτελεί το καλύτερα σωζόμενο ρωμανο-γοτθικό συγκρότημα στην Αδριατική και σε ολόκληρη την Κεντρική Ευρώπη.

Καθώς περπατούσα στα στενά της πόλης μια μέρα του περασμένου Απρίλη αντίκρισα από το δρόμο κρεμασμένη στην υποδοχή μιας πανσιόν τη φωτογραφία του Καιρού, του έργου του Λύσιππου. Προχώρησα παραμέσα και, πριν προλάβω να μιλήσω στην ιδιοκτήτρια της πανσιόν, βλέπω σε έναν άλλο τοίχο ένα ανάγλυφο αντίγραφο του Καιρού. Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω ότι η κυρία, αλλά και όλοι οι κάτοικοι του Τρογκίρ, γνωρίζουν τα πάντα γύρω από τον Καιρό και την καταγωγή του (οι κάτοικοι της πόλης τον προφέρουν Κα-ι-ρό, σύμφωνα με την Ερασμιακή προφορά). Μίλησα και με άλλους κατοίκους, ακόμα και με τις καλόγριες ενός μοναστηριού. Και έμαθα ότι στο μουσείο του μοναστηριού φυλάσσεται το πρωτότυπο έργο του Λύσιππου, που βρέθηκε το 1928 στο Τρογκίρ, μέσα σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Υποθέτω ότι το «πρωτότυπο» είναι ένα από τα αντίγραφα που κατασκευάστηκαν στο εργαστήριο του μεγάλου γλύπτη (αντίγραφα του έργου κατασκευάστηκαν πολλά σε μεταγενέστερες εποχές). Το μουσείο ήταν κλειστό για συντήρηση (θα ανοίξει το καλοκαίρι) και έτσι, παρόλο που χιλιοπαρακάλεσα να το ανοίξουν για 5 λεπτά για να φωτογραφήσω το έργο, δεν κατάφερα να το δω. Όμως είδα παντού στην πόλη, σε διάφορα σημεία, αναφορές στον Καιρό, που λατρεύεται πια σαν σύγχρονη θεότητα, αποτελώντας το έμβλημα του Τρογκίρ.

Αλλά τι ήταν ο Καιρός; Τι παρίστανε το γλυπτό του Λυσίππου;









«Είμαι η ευκαιρία που, αν δεν με αρπάξεις τη στιγμή που περνώ, πέταξα μακριά σου για πάντα …»

Στην ελληνική μυθολογία ο Καιρός ήταν θεότητα που προσωποποιούσε την ευνοϊκή χρονική στιγμή, την ευκαιρία. Προς τιμήν του Καιρού ο Ίων ο Χίος συνέθεσε ποίημα, όπου τον αποκαλεί «νεότερο γιο του Δία». Κατά μία άποψη ο ύμνος αυτός σχετίζεται με την έναρξη της λατρείας του Καιρού στην Ολυμπία. Η αντίστοιχη ρωμαϊκή θεότητα ήταν ο Occasio ή Tempus.

Το πρωτότυπο χάλκινο, αλληγορικό άγαλμα του Λύσιππου ήταν τοποθετημένο στα «πρόθυρα» της Ελληνιστικής Σικυώνας (κατά άλλους έξω από το σπίτι του γλύπτη, στην Αγορά). Ο Καιρός παριστάνονταν σαν ένας γυμνός έφηβος με λυγισμένα γόνατα, με φτερά στην πλάτη και στις κνήμες, που τρέχει βαστώντας στο αριστερό χέρι ζυγαριά στηριγμένη στην κόψη ενός ξυραφιού, υποδηλώνοντας πόσο εύκολο είναι να διαταραχτεί η ισορροπία των πραγμάτων. Τα μακριά μαλλιά του πέφτουν πλάγια και μπροστά, αφήνοντας πίσω γυμνό το κρανίο, ώστε, αν δεν αδράξει κάποιος τον Καιρό (δηλαδή την ευκαιρία) από τα μαλλιά τη στιγμή που περνάει φτερωτός δίπλα του, τον χάνει οριστικά. Να τι γράφει (σε μετάφραση) ο Σικυώνιος Ποσείδιππος σε ένα επίγραμμά του:

- Ποιος κι από πού είναι ο δημιουργός σου;
- Σικυώνιος.
- Το όνομά του ποιο;
- Λύσιππος.
- Κι εσύ ποιος είσαι;
- Είμαι ο Καιρός, που δαμάζει τα πάντα.
- Γιατί πατάς στην άκρη των δακτύλων σου;
- Πάντα τρέχω.
- Γιατί έχεις φτερά στις φτέρνες σου;
- Πετάω με τον άνεμο.
- Γιατί κρατάς ξυράφι στο δεξί σου χέρι;
- Δείχνω στους ανθρώπους πώς είμαι πιο κοφτερός από την κόψη του.
- Γιατί έχεις τσουλούφι στην όψη;
- Για να με αρπάξει εκείνος που θα με συναντήσει, μα το Δία.
- Γιατί είσαι πίσω φαλακρός;
- Γιατί αν δεν με πιάσεις από εμπρός, είναι αδύνατον, όσο κι αν τρέξεις, να με πιάσεις από πίσω.
- Για πιο σκοπό σε έπλασε ο τεχνίτης;
- Για εσάς, ξένε, και με έβαλε στα πρόθυρα, για να διδάσκεστε.


Σταματώ εδώ γιατί ήδη ξεπέρασα το χώρο που μου επιτρέπεται. Για περισσότερα ψάξτε στο διαδίκτυο, στα λήμματα για τον Λύσιππο, για τον Καιρό του Λυσίππου, για το Τρογκίρ, για το αρχαίο Τραγούριον …

Η συγκίνηση που μου δημιούργησε η εμπειρία που περιγράφω πιο πάνω μου  επιτρέπει, παραφράζοντας το Σεφέρη, να πω κλείνοντας αυτό το σημείωμα: «όπου και να ταξιδέψω στον κόσμο συναντώ την Ελλάδα, που με απογειώνει»…