Κώστας Παππής

1/22/2010

Τι «παίχτηκε» στην Κοπεγχάγη

Τα φώτα της δημοσιότητας έχουν πια απομακρυνθεί από τη σύνοδο κορυφής για την κλιματική αλλαγή, που έγινε στην Κοπεγχάγη τον περασμένο Δεκέμβρη. Το αντικείμενο της συνόδου, οι προσδοκίες αλλά και οι φόβοι που προηγήθηκαν και η απογοήτευση που ακολούθησε, κυριάρχησαν στα μέσα ενημέρωσης και στο ενδιαφέρον του κόσμου για αρκετούς μήνες. Τώρα το ενδιαφέρον έχει εστιαστεί σε άλλα θέματα, μεγάλα και αυτά (στην οικονομική κρίση, που συγκλονίζει τις κοινωνίες των χωρών του κόσμου, στο σεισμό στην Αϊτή…). Το κλίμα και η μεγάλη απειλή που συνδέεται με την αλλαγή του πέρασαν σε δεύτερο επίπεδο ενδιαφέροντος. Όμως η απειλή αυτή μέρα με τη μέρα μεγαλώνει και όσα προμηνύει είναι χειρότερα από όσα κυριαρχούν σήμερα στην επικαιρότητα.

Τι «παίχτηκε» στην Κοπεγχάγη; Ας δούμε πρώτα ποια ήταν η επιδίωξη της συνόδου.

Σύμφωνα με τον «οδικό χάρτη» του 2007, η σύνοδος θα εστίαζε τις εργασίες της στην επίτευξη μιας συμφωνίας, που θα αντικαταστήσει το Πρωτόκολλο του Κιότο μετά τη λήξη του, το 2012. Το Πρωτόκολλο του Κιότο, που υπογράφτηκε ως «συμφωνία πλαίσιο» το 1997 και εγκρίθηκε από 183 κράτη και από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., αποτέλεσε την πρώτη διεθνή συμφωνία για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και των επιπτώσεών της. Περιλάμβανε δεσμευτικά όρια εκπομπών των έξι καυσαερίων που βαρύνονται περισσότερο για το «φαινόμενο του θερμοκηπίου» και την υπερθέρμανση της Γης. Ο στόχος ήταν η μείωση των εκπομπών αυτών των καυσαερίων σε ποσοστό 5% μεταξύ 2008 και 2012. Σε αυτό τον στόχο θα συνέβαλλαν 37 βιομηχανικά κράτη. Μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε αναπτυσσόμενες και ανεπτυγμένες οικονομίες χαρακτήρισε τη βάση του Πρωτοκόλλου: οι πρώτες δεν ανέλαβαν δεσμεύσεις, σε αντίθεσή με τις δεύτερες. Ας σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος τότε και μέχρι πρόσφατα ρυπαντής αρνήθηκαν να προσυπογράψουν το Πρωτόκολλο, πράγμα που έβλαψε σημαντικά την αξιοπιστία του. Ας σημειωθεί ακόμα ότι σήμερα η Κίνα έχει ξεπεράσει τις ΗΠΑ σε εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ότι ο μέσος Αμερικανός εκπέμπει διπλάσιες ποσότητες αερίων του θερμοκηπίου από τον μέσο Ευρωπαίο, τρεισήμισι φορές περισσότερο από τον μέσο Κινέζο και δέκα φορές πιο πολύ από τον μέσο Ινδό και ότι, αν όλη η ανθρωπότητα ζούσε σύμφωνα με τον αμερικανικό τρόπο ζωής, τότε πέντε πλανήτες Γη δεν θα έφταναν για να συντηρήσουν μία περιβαλλοντικά βιώσιμη ανάπτυξη.

Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία λήξης της ισχύος του Πρωτοκόλλου του Κιότο, η σύνοδος της Κοπεγχάγης, που ορίστηκε για τις 7-18 Δεκεμβρίου 2009, είχε ως κύρια αποστολή της τα κράτη της Γης να καταλήξουν σε μια συμφωνία μακροπρόθεσμης συνεργασίας, που θα περιλάμβανε συγκεκριμένο στόχο μείωσης των εκπομπών καυσαερίων. Ο περιορισμός των εκπομπών των καυσαερίων θα μπορούσε να πιστοποιηθεί, δηλαδή η συμφωνία θα πρόβλεπε τρόπο και μηχανισμούς με βάση τους οποίους θα μπορούσε να μετρηθεί η μείωση. Στόχος της συνόδου της Κοπεγχάγης ήταν επίσης η συμφωνία για παροχή οικονομικής βοήθειας στις φτωχές χώρες, ώστε να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, η ενθάρρυνση της ανάπτυξης τεχνογνωσίας «καθαρής ενέργειας» (ενέργειας που να μην επιβαρύνει τη Γη με εκπομπές καυσαερίων του θερμοκηπίου) και, τέλος, ο περιορισμός των εκπομπών των καυσαερίων του θερμοκηπίου που συνεπάγεται η αποψίλωση των δασών. Στη σύνοδο κατατέθηκαν διάφορα σχέδια και προτάσεις, ανάμεσα σε αυτές και η πρόταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μια «συμφωνία 20-20-20», δηλαδή 20% μείωση, σε σχέση με το 1990, των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έως το 2020 και ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε ποσοστό 20%. Η Ε.Ε. ήταν αρχικά διατεθειμένη να προχωρήσει σε μεγαλύτερη μείωση εκπομπών της τάξης του 30% με την προϋπόθεση διεθνούς παγκόσμιας συμφωνίας. Επίσης ήταν διατεθειμένη για περαιτέρω μείωση από την Ε.Ε. σε ποσοστό 80-95% έως το 2050, δηλαδή πρακτικά τη δημιουργία μιας οικονομίας καθαρής από εκπομπές άνθρακα.

Η σύνοδος έγινε και κατέληξε, αν όχι σε ναυάγιο που πολύ φοβήθηκαν, πάντως σε αποτελέσματα που χαρακτηρίστηκαν από πολύ φτωχά έως απογοητευτικά σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος και τους στόχους που είχαν τεθεί. Η μη δεσμευτική συμφωνία που επιτεύχθηκε, αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας, Ινδίας, Νότιας Αφρικής, Βραζιλίας και είκοσι περίπου ακόμη κρατών, υπό τη σκιά των έντονων διαμαρτυριών του αναπτυσσόμενου κόσμου, που απαιτούσε τη λήψη άμεσων και αποτελεσματικών μέτρων, αναγνωρίζει την ανάγκη περιορισμού της ανόδου της μέσης θερμοκρασίας της Γης σε επίπεδα που δεν θα ξεπερνούν τους δύο βαθμούς Κελσίου, σε σχέση με την προ-βιομηχανική εποχή, ενώ υπόσχεται ετήσιες χρηματοδοτήσεις της τάξης των 100 δισ. δολαρίων μέχρι το 2020 προς τα αναπτυσσόμενα κράτη. Μέρος του ποσού αυτού θα διατεθεί για την αποζημίωση των χωρών εκείνων που θα διατηρούν άθικτα τα τροπικά δάση τους, ανθιστάμενα στις πιέσεις των πολιτών τους για περισσότερη καλλιεργήσιμη γη (ας σημειωθεί ότι το 2008 το δάσος του Αμαζονίου συρρικνώθηκε κατά 7.000 τ.χλμ., μια έκταση που είναι διπλάσια από αυτή του νομού Αττικής).

Η συμφωνία, που έφερε για μια ακόμη φορά στην επιφάνεια τη διάσταση ανάμεσα στις ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά και τις ευκαιριακές συμμαχίες μεταξύ «μεγάλων» ή και «μικρών», δεν δίνει απαντήσεις σε ορισμένα από τα κρισιμότερα ζητήματα, όπως αυτό των μηχανισμών εποπτείας, τη θεσμοθέτηση των οποίων αρνείται επίμονα η Κίνα, υποστηρίζοντας ότι αμφισβητούν την εθνική της κυριαρχία. Στον αέρα έμεινε η καταληκτική χρονολογία για την υποκατάσταση «δεσμευτικής βάσει του διεθνούς δικαίου» Συνθήκης για το Κλίμα που θα αντικαταστήσει τη συμφωνία του Κιότο.

Τα παραπάνω δείχνουν την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να αναζητηθεί η απάντηση στο ερώτημα «τι παίχτηκε στην Κοπεγχάγη» που θέσαμε στην αρχή. Σε σχετικό editorial ξένης εφημερίδας (The Guardian, 6-12-2009) που δημοσιεύτηκε την παραμονή της συνόδου, τα προβλήματά της εντάχθηκαν σε τρεις κατηγορίες:

«Πρώτα είναι τα λεφτά. Βάσει μιας απλής ανάλυσης κόστους-οφέλους, αυτό που θα είχε τη μεγαλύτερη αξία είναι η ουσιαστική και άμεση δράση… Το κόστος της αντιμετώπισης των φυσικών καταστροφών και της μετακίνησης πληθυσμών που θα επιφέρει η θέρμανση του πλανήτη στο μέλλον είναι μεγαλύτερο από το κόστος της περικοπής των εκπομπών σήμερα… Στην Κοπεγχάγη το ζήτημα του κόστους μπλέκεται με ευαίσθητες γραμμές της διπλωματίας. Αναγνωρίζεται ευρύτατα ότι οι βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες, που ήδη έχουν φορτώσει την ατμόσφαιρα με δισεκατομμύρια τόνους άνθρακα, θα έπρεπε να χρηματοδοτήσουν άλλες χώρες (τις αναπτυσσόμενες) για μια πιο πράσινη ενέργεια. Όμως δεν υπάρχει συμφωνία για το μέγεθος της χρηματοδότησης ή για το πώς θα γίνει η διαχείρισή της. Για παράδειγμα, η ιδέα να βοηθηθούν οι Κινέζοι για να αναπτύξουν νέα πράσινη τεχνολογία δεν «πουλιέται» εύκολα στο αμερικανικό Κογκρέσο».

Έπειτα εμφανίζεται το δεύτερο πρόβλημα, η πολιτική. «Μια διεθνής συμφωνία για περιορισμό των εκπομπών θα απαιτούσε ένα διεθνές καθεστώς επιβολής της εφαρμογής της, που θα εγγυάται ότι η συμφωνία εφαρμόζεται. Αυτό σημαίνει ότι οι εθνικές κυβερνήσεις θα υποβάλλονταν στην επιτήρηση διεθνών αρχών, που θα προέβαιναν σε κάποιου είδους ελέγχους και θα επέβαλλαν κυρώσεις. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη εκφράσει την αντίθεσή τους σε κάθε τέτοια «υποταγή» τους. Όμως χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ μια συμφωνία για το κλίμα θα ήταν πρακτικά άχρηστη». Όπως σημειώθηκε παραπάνω, την ίδια αντίθεση εξέφρασε και η Κίνα.

Η άρνηση της επιστήμης αποτελούσε το τρίτο πρόβλημα στη σύνοδο της Κοπεγχάγης, σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση. Αυτό έχει τις ρίζες του στην προοπτική τους καθεστώτος διεθνούς διαχείρισης του κλίματος που θα επέβαλλε μια διεθνή συμφωνία, θα καθιέρωνε τους απαιτούμενους μηχανισμός ελέγχου και θα επέβαλλε κυρώσεις. Αυτή η προοπτική θα ενίσχυε ένα αναπτυσσόμενο κίνημα που στρέφεται κατά του υποστηρικτών της προστασίας του περιβάλλοντος. Η επίκληση από αυτό το κίνημα της παραποίησης στοιχείων, προβληματικότητας ή υπερβολής στα τεκμήρια και προθέσεων να εμποδιστεί η έκφραση αντίθετων απόψεων σχετικά με την πραγματική φύση και την έκταση της κλιματικής αλλαγής, μπορεί να οδηγήσει, κατά την εφημερίδα, σε «νέες εξάρσεις παράνοιας».

Επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, και είναι ανάγκη να μην εγκαταλείψουμε τις ελπίδες και τον αγώνα για μια ουσιαστική και άμεση αντιμετώπιση της μεγάλης απειλής που συνιστά η κλιματική αλλαγή για τις ανθρώπινες κοινωνίες και όλο τον πλανήτη, ας ελπίσουμε και ας ευχηθούμε το 2010 να φέρει κάτι σημαντικά καλύτερο από την περσινή χρονιά.

Σημείωση: Πολλά από τα στοιχεία που αναφέρονται σε αυτό το κείμενο έχουν αντληθεί από τον καθημερινό Ελληνικό (ιδιαίτερα από ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Καθημερινή της 20-12-2009) και διεθνή τύπο.

11/02/2009

Μετανάστες και ρατσισμός

Ήθελα να γράψω μερικές σκέψεις για το ζήτημα των μεταναστών στη χώρα μας και ειδικότερα στην ιδιαίτερη πατρίδα μου (μια κωμόπολη της Κορινθίας), για το φόβο (ή τα άλλα αισθήματα, όπως η συμπόνια) που προκαλούν, για τις εκδηλώσεις ρατσισμού (αλλά και αντι-ρατσισμού) των συμπατριωτών μας. Μεσολάβησαν δυο γεγονότα: πρώτα μια αντιρατσιστική εκδήλωση που οργάνωσε η δραστήρια τοπική ομάδα του Copyleft, μια υπέροχη ομάδα νέων – από τους ελάχιστους που μας εκπλήσσουν ευχάριστα και μας δημιουργούν ελπίδες μέσα στη μαυρίλα των μηνυμάτων που εκπέμπονται από το χώρο των νέων της χώρας μας, έτσι όπως είναι εγκλωβισμένοι στην ιδιώτευση, στην αποχή από τα κοινά και στο όραμα της προσωπικής δήθεν «επιτυχίας» που τους έχουν εμπνεύσει οι γονείς τους. Μετά ήρθε το γκρέμισμα με μπουλντόζες από τη Δημοτική Αρχή ενός καταυλισμού μεταναστών που είχε στηθεί δίπλα σε ένα σχολείο.

Τα δυο αυτά γεγονότα με βοήθησαν να οργανώσω καλύτερα τη σκέψη μου και τα αισθήματά μου. Γιατί το ζήτημα των μεταναστών δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει κανείς μόνο με το μυαλό ή μόνο με το συναίσθημα. Λειτούργησε και η μνήμη. Αυτήν, να μη τη χάσουμε ποτέ, γιατί αλλιώς χάνουμε την ψυχή μας.

Θυμήθηκα τους δικούς μας μετανάστες, «νόμιμους» και «παράνομους». Ανθρώπους φτωχούς (όπως οι γονείς και οι άλλοι συγγενείς μου), που πήραν το δρόμο της ξενιτιάς από ανάγκη, για να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή, να ξεφύγουν από την εξαθλίωση που τους επιφύλασσε η πατρίδα μας. Ανθρώπους καταδιωγμένους από τη μοίρα και τις περιπέτειες του τόπου μας (εμφύλιος, δικτατορία), που οδηγήθηκαν από ανάγκη στην εξορία της ξένης γης. Αυτοί ήσαν πιο τυχεροί. Βρήκαν καλύτερη φιλοξενία, μακριά από την Ελλάδα, τη «χώρα της φιλοξενίας» - λέμε τώρα.

Οι μετανάστες, «λαθραίοι» (αλήθεια, τι πάει να πει «λαθραίοι»;) ή όχι, έφτασαν εδώ, πολλοί παίζοντας κορώνα-γράμματα τη ζωή τους, αφήνοντας μια πατρίδα που θα ήθελαν να ήταν μάνα, όχι μητριά. Θα προτιμούσαν, είμαι βέβαιος, να μείνουν στη χώρα τους, κοντά στους δικούς τους ανθρώπους, στους γονείς και τα αδέρφια τους, στη ζεστασιά της κοινότητάς τους, ν’ ακούνε τη γλώσσα τους, ν’ ακούνε τα τραγούδια τους, να χορεύουν τους χορούς τους. Θα το προτιμούσαν, αν η δική τους πατρίδα τους εξασφάλιζε τα στοιχειώδη που έχει δικαίωμα κάθε άνθρωπος στη ζωή: ειρήνη, ψωμί, δουλειά, εκπαίδευση, υγεία.

Φτάνουν εδώ αυτοί οι άνθρωποι, πολύ συχνά θύματα της «πολιτισμένης» Δύσης (βλ. Ιράκ, Αφγανιστάν, Αφρική κλπ), της απληστίας της και της εξαγριωμένης και εξαχρειωμένης επιθετικότητάς της, θέλοντας όχι να τους ταϊσουμε τζάμπα, αλλά να βρουν ειρήνη και δουλειά, να βάλουν μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους, να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Το τι βρίσκουν συνήθως είναι γνωστό: το βλοσυρό, καχύποπτο βλέμμα, την αποστροφή, την επιθετικότητα, τις μπουλντόζες να γκρεμίζουν τη χάρτινη ή τσίγκινη στέγη που στήνουν «αυθαίρετα». Υπάρχουν, βέβαια, και άλλοι συμπατριώτες μας που τους συμπονούν, τους συμπαρίστανται, τους βοηθούν. Φοβάμαι πως είναι οι πολύ λιγότεροι.

Mε τι ευκολία, κύριοι της όποιας εξουσίας, γκρεμίζετε με τις μπουλντόζες σας την «αυθαίρετη» ψεύτικη στέγη που στήνουν αυτοί οι εξαθλιωμένοι, απελπισμένοι, δίχως στον ήλιο μοίρα, χωρίς να αναρωτηθείτε τι θα απογίνουν αυτοί οι άνθρωποι (άνθρωποι!), αυτές οι γυναίκες, αυτά τα παιδιά. Όμως δεν σας είδα ποτέ να γκρεμίζετε την αυθαίρετη βίλα του πλούσιου καταπατητή, που πάει και τη χτίζει στη θάλασσα πλάϊ στο κύμα, στο καμένο δάσος, στη δημόσια (δική μας, όλων των Ελλήνων) γη, ξέροντας πως κάθε εξουσία είναι τελικά μαζί του – στο άψε-σβήσε θα του πάει και δρόμο και ηλεκτρικό και τηλέφωνο.

Προκαλώ τον καθένα συμπατριώτη μας που κοιτάζει εχθρικά, με δυσπιστία και με οργή, αυτούς τους ανθρώπους, να ξεχάσει για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή, ότι ζει στην πατρίδα του, ότι έχει οικογένεια, στέγη να περάσει τη νύχτα, λεφτά να τραφεί. Να δει τον εαυτό του μόνο μέσα στη νύχτα, στη βροχή και το κρύο, άστεγο, άφραγκο, πεινασμένο, χωρίς ένα φίλο, σε μια χώρα που δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα της, που τον παίρνει στο κυνήγι διώχνοντάς τον σαν ανεπιθύμητο. Ίσως καταλάβει έτσι πώς ζουν αυτοί οι άνθρωποι που αυτός κοιτάζει εχθρικά, με δυσπιστία και με οργή.

Κι όμως η ζωή θριαμβεύει. Κοιτάξτε τους Αλβανούς. Έτσι ήρθαν στην Ελλάδα. «Λαθραίοι», κυνηγημένοι, ανεπιθύμητοι. Ήρθαν, κι οι περισσότεροι ρίζωσαν, βοήθησαν με τη δουλειά τους την αγροτική και, γενικότερα, την εθνική οικονομία, συνεισφέροντας σημαντικά στο εθνικό εισόδημα και στην αποφυγή της πλήρους κατάρρευσης των ασφαλιστικών ταμείων! Τα παιδιά τους αριστεύουν στα Ελληνικά σχολεία και θα γίνουν ίσως οι πιο άξιοι Έλληνες! Είναι οι καλύτεροι πελάτες των μαγαζιών της ιδιαίτερης πατρίδας μου, συνεισφέροντας ακόμα και το 50% του τζίρου τους! Και δίνουν δουλειά (ναι, αυτοί!) στους Έλληνες!

Κι όσο για την παραβατική συμπεριφορά, δεν είναι χειρότεροι αυτοί, οι πεινασμένοι και εξαθλιωμένοι μετανάστες, από ό,τι οι δικοί μας. Και, βέβαια, ούτε σύγκριση με τα μεγάλα μαχαίρια και τα χρυσά κουτάλια, τους πρωθυπουργικούς φίλους και τους ομοτράπεζους, τα golden boys, τους χρυσοφόρους real estate καλόγερους, και τις τράπεζες που θησαυρίζουν ληστεύοντας.

Αυτά τα λίγα σχόλια, μονόπλευρα ίσως και όχι πολύ «ψύχραιμα». Τα άλλα, πιο ψύχραιμα και με ολόπλευρο κοίταγμα του σύνθετου προβλήματος του ρατσισμού και της μετανάστευσης και των πιθανών λύσεών του, θα τα βρείτε αλλού (π.χ. στα άρθρα που περιέχει το τεύχος αρ. 3 του Copyleft, αφιερωμένο στο πρόβλημα). Γιατί, ναι, το πρόβλημα είναι σύνθετο. Για παράδειγμα, ο καταυλισμός που γκρεμίστηκε δημιουργούσε πρόβλημα υγιεινής στο διπλανό σχολείο (και ακόμα μεγαλύτερο στους ίδιους τους κατοίκους του καταυλισμού). Κι ακόμα, έχουν αυξηθεί οι μικροκλοπές στην πόλη (προσωπικά έχω πέσει θύμα)...

Περισσότερα στο επόμενο.

8/19/2009

Βιοκαύσιμα: ναι μεν αλλά…

«Βιοκαύσιμα: πανάκεια ή χίμαιρα;». Αυτό ήταν το ερώτημα που έθεσα στην προηγούμενη ανάρτηση. Υποσχέθηκα απάντηση σε επόμενη. Το κάνω σήμερα. Συγκεκριμένα θα προσπαθήσω να απαντήσω με συντομία στο ερώτημα γιατί αμφισβητείται ο ισχυρισμός ότι τα βιοκαύσιμα συμβάλλουν σημαντικά στη λύση του προβλήματος της υπερθέρμανσης του πλανήτη, που δημιουργούν τα ορυκτά καύσιμα – το πετρέλαιο, το κάρβουνο, το καύσιμο αέριο.

Θυμίζω ότι, σε αντίθεση με τα ορυκτά καύσιμα που εξορύσσονται αφού παράχθηκαν μέσα από διαδικασίες που είχαν τεράστια διάρκεια, τα βιοκαύσιμα είναι καύσιμα, που παράγονται από οργανική πρώτη ύλη, δηλαδή ύλη που προέρχεται από φυτά ή από ζώα, και είναι ανανεώσιμα, αφού παράγονται από πρώτη ύλη που αναπαράγεται. Έτσι, τα ξύλα που χρησιμοποιούνται στο τζάκι για θέρμανση ή που χρησιμοποιούνταν σε παλιούς καιρούς για το μαγείρεμα είναι κι αυτά βιοκαύσιμα. Φυσικά η συζήτηση σήμερα γίνεται κυρίως για τα εξελιγμένα βιοκαύσιμα, βιοντήζελ και βιοαιθανόλη, που παράγονται με βιομηχανικές μεθόδους, από πρώτη ύλη όπως καλαμπόκι, σόγια, ζαχαροκάλαμο, ελαιοκράμβη (γογγύλι), υπολείμματα ή παραπροϊόντα φυτικής ή ζωικής παραγωγής, υλοτομίας κλπ.

Γενικά το κύριο πλεονέκτημα των βιοκαυσίμων είναι ότι αποτελούν, όπως είπαμε, μια ανανεώσιμη πηγή ενέργειας και μπορούν να υποκαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα, που δεν ανανεώνονται και τα αποθέματα τους σιγά-σιγά εξαντλούνται μέχρι να μηδενιστούν. Επίσης, ότι είναι (ή μάλλον υποστηρίζεται ότι είναι) πιο φιλικά στο περιβάλλον Όμως η περιβαλλοντική τους υπεροχή, το ότι δηλαδή ρυπαίνουν λιγότερο το περιβάλλον, και κυρίως το ότι συμβάλλουν λιγότερο από τα ορυκτά καύσιμα στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, ισχύει μόνο σε λίγες περιπτώσεις και υπό προϋποθέσεις, όπως έχει αποδείξει η σχετική επιστημονική έρευνα. Κοντά σε αυτόν, είναι και άλλοι παράγοντες που καθιστούν τα βιοκαύσιμα μια αμφιλεγόμενη επιλογή, όπως το γεγονός ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, το κόστος τους (παραγωγή και διανομή) είναι μεγαλύτερο από όσο στα ορυκτά καύσιμα, το γεγονός ότι η παραγωγή και προώθησή τους στην αγορά δημιούργησε πολύ μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, κλπ. Θα σταθώ σε ορισμένα από τα σοβαρά μειονεκτήματα των βιοκαυσίμων.

Όπως ανέφερα στο προηγούμενο σημείωμα, όταν αναφέρθηκα στο παράδειγμα της Βραζιλίας, σημαντικό μέρος της παραγωγής ζαχαροκάλαμου, που συνεχώς αυξάνεται, παράγεται σ’ αυτή τη χώρα σε βάρος των τροπικών δασών της Αμαζονίας, δηλαδή σε εδάφη που «απελευθερώνονται» από την εκδάσωση. Υπολογίζεται ότι ο ρυθμός αποψίλωσης των τροπικών δασών της Βραζιλίας είναι 80.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα το χρόνο, σύμφωνα με στοιχεία από το περιοδικό National Geographic. Χάνονται δηλαδή για τη γη κάθε χρόνο δάση που αντιστοιχούν σε έκταση κάτι πολύ περισσότερο από τη μισή Ελλάδα. Αυτό φυσικά δεν συμβαίνει μόνο στη Βραζιλία αλλά και όπου αλλού αποψιλώνονται δάση για να «απελευθερωθούν» εδάφη με σκοπό την καλλιέργεια φυτών από τα οποία θα παραχθούν βιοκαύσιμα (όπως στην περίπτωση των αρχαίων δασών της Ινδονησίας). Όμως αυτό σημαίνει ότι η γη στερείται από ένα τεράστιο μέρος του δυναμικού που έχουν τα δάση της να αφαιρούν από την ατμόσφαιρα τον πιο σημαντικό ρύπο που συντελεί στη δημιουργία του φαινομένου του θερμοκηπίου: το διοξείδιο του άνθρακα.

Παράλληλα με την αποψίλωση (και «απαλλοτρίωση» υπέρ της παραγωγής βιοκαυσίμων) τεράστιων δασικών εκτάσεων, στα αγροκτήματα όπου μέχρι τώρα καλλιεργούσαν τρόφιμα για τους ανθρώπους ή ζωοτροφές καλλιεργούν πλέον όλο και περισσότερο είδη που προορίζονται για την παραγωγή βιοκαυσίμων. Είδη όπως ζαχαροκάλαμο, σόγια ή καλαμπόκι, συνεχίζουν να καλλιεργούνται σε αυτά τα αγροκτήματα, αλλά όχι για να χρησιμοποιηθούν ως τρόφιμα. Γιατί; Επειδή οι τιμές που πετυχαίνουν οι παραγωγοί τους είναι αρκετά ή πολύ ψηλότερη όταν παραδίδουν την παραγωγή τους στα εργοστάσια που παράγουν βιοκαύσιμα. Οι ψηλές τιμές οφείλονται στις μεγάλες επιδοτήσεις που προσφέρονται από τις κυβερνήσεις στην περίπτωση αυτή. Αποτέλεσμα: οι τιμές για τα παραπάνω είδη, που αποτελούν βασική τροφή για εκατομμύρια φτωχούς ανθρώπους, εκτοξεύονται στα ύψη, σε ένα κόσμο όπου καθημερινά 25.000 άνθρωποι, από τους οποίους τα περισσότερα παιδιά κάτω των 5 ετών, πεθαίνουν από πείνα.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω παράδειγμα, που έρχεται από τις ΗΠΑ και αφορά το καλαμπόκι. Εκεί το καλαμπόκι χρησιμοποιείται εκτεταμένα για την παραγωγή βιοαιθανόλης. Οι τιμές λοιπόν αυτού του προϊόντος αυξήθηκαν απότομα μετά την περίοδο 2003-2004, όπου σημειώθηκε η μεγάλη στροφή στη χρήση του καλαμποκιού για την παραγωγή βιοαιθανόλης. Από 1,97 έφτασε τα 3,04 δολλάρια το bushel (μονάδα βάρους δημητριακών), με σοβαρές συνέπειες στην τιμή του κρέατος, που αυξήθηκε υπέρμετρα (το καλαμπόκι χρησιμοποιείται ως κύρια ζωοτροφή). Ας σημειωθεί ότι οι τιμές αυτές δίνονται στους παραγωγούς. Οι τελικές τιμές στον καταναλωτή είναι πολύ ψηλότερες.

Αλλά και από την Ελλάδα αξίζει να αναφερθεί ένα παράδειγμα: την περίοδο
2006-2007, οι παραγωγοί αυγών αγόραζαν τη σόγια 180 και το καλαμπόκι
170 ευρώ ανά τόνο, αντίστοιχα. Τον επόμενο χρόνο (2007-2008), οι τιμές αυτές ανέβηκαν στα 300 και 270 ευρώ ανά τόνο, αντίστοιχα! Είχαμε δηλαδή αύξηση περίπου 60%, με προφανείς συνέπειες στην τιμή των αυγών.

Για να αντιμετωπιστεί το παραπάνω φαινόμενο της δραματικής αύξησης των τιμών των βασικών ειδών διατροφής, υποστηρίζεται ότι ο μόνος τρόπος είναι να παύσει η χρήση τέτοιων ειδών για την παραγωγή βιοκαυσίμων. Δηλαδή, αντί να χρησιμοποιούνται ο καρπός του καλαμποκιού ή της σόγιας και ο χυμός του ζαχαροκάλαμου στην παραγωγή βιοκαυσίμων, να χρησιμοποιούνται τα υπολείμματα και τα υποπροϊόντα, π.χ. τα φύλλα, το άχρηστο στέλεχος (κοτσάνι) κλπ., που συνήθως καίγονται ή πετάγονται ως άχρηστα ή με το όργωμα επιστρέφουν στη γη. Παράλληλα προτείνονται ή ήδη δοκιμάζονται νέα υποσχόμενα υλικά, όπως φύκια, θάμνοι και πόες.

Τα παραπάνω δεν είναι τα μόνα μειονεκτήματα της παραγωγής βιοκαυσίμων, τουλάχιστον με τον τρόπο που γίνεται σήμερα. Παραδείγματα:

Για να αναπτυχθεί το καλαμπόκι απαιτούνται τεράστιες ποσότητες αζωτούχων λιπασμάτων και ζιζανιοκτόνων, με συνέπεια το έδαφος να διαβρώνεται περισσότερο από όσο με οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια. Επίσης στην παραγωγή αιθανόλης από καλαμπόκι καταναλώνεται σχεδόν ίση ποσότητα ορυκτών καυσίμων με αυτή που υποκαθιστά η ίδια η βιοαιθανόλη – άρα δεν προκύπτει κανένα περιβαλλοντικό όφελος.

Στη Βραζιλία, το ζαχαροκάλαμο συλλέγεται με τα χέρια από εργάτες που πληρώνονται καλά αλλά δουλεύουν σε συνθήκες άθλιες λόγω ζέστης και βρωμιάς, που σε κάποιες περιπτώσεις οδηγούν στο θάνατο λόγω εξάντλησης. Επίσης, για να εξοντωθούν τα φίδια, και να γίνει πιο εύκολη η κοπή του ζαχαροκάλαμου, γίνεται καύση των υπολειμμάτων. Συνέπεια: η ατμόσφαιρα γεμίζει καπνιά λόγω απελευθέρωσης μεθανίου και οξειδίου του αζώτου, που είναι δυο πολύ δραστικά αέρια του θερμοκηπίου, πολύ πιο δραστικά από το διοξείδιο του άνθρακα.

Ακόμα, η παραγωγή βιοκαυσίμων ευθύνεται για την παραγωγή διοξινών, ενώ η συλλογή και μεταφορά της βιομάζας από τα χωράφια στο εργοστάσιο έχει ψηλό κόστος επειδή οι καλλιέργειες είναι διασκορπισμένες σε μεγάλες εκτάσεις, ενώ η βιομάζα έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε υγρασία που επιβαρύνει τη μεταφορά, η οποία γίνεται βασικά με την ανάλωση ορυκτών καυσίμων.

Επίσης, η παραγωγή βιοαιθανόλης και, γενικά, βιοκαυσίμων, ευθύνεται κατά περίπτωση για τη μόλυνση της ατμόσφαιρας με οξείδια του θείου και βαρέα μέταλλα, για τη χρήση γενετικά τροποποιημένων πρώτων υλών στην παραγωγή, ενώ συνεισφέρει στο φαινόμενο της όξινης βροχής, κλπ.

Κλείνοντας αυτό το κείμενο, νομίζω ότι μπορεί κανείς να συμπεράνει πως τα βιοκαύσιμα έχουν μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα. Έχουν θετικές συνέπειες αλλά και αρνητικές επιπτώσεις στον άνθρωπο και στα φυσικά συστήματα. Και δημιουργούν κινδύνους. Η απόφαση για τη χρήση τους θα πρέπει να συναρτηθεί με το αν ικανοποιούν κάποια βασικά κριτήρια, όπως η εξασφάλιση περιβαλλοντικού οφέλους και το χαμηλό κόστος, και φυσικά να στηριχτεί στα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας.

6/26/2009

Βιοκαύσιμα: πανάκεια ή χίμαιρα;

Μια από τις πιο ισχυρές εντυπώσεις μου από ένα πρόσφατο ταξίδι μου στη Βραζιλία αφορούσε τα καύσιμα. Στην τεράστια αυτή χώρα της Νότιας Αμερικής, το πρόβλημα της αυτοδυναμίας σε καύσιμα φαίνεται οριστικά λυμένο. Και μάλιστα με ένα τρόπο που, κατά μία άποψη, θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ιδανικός. Οι ευτυχείς κάτοικοι αυτής της χώρας χρησιμοποιούν για την αυτοκίνησή τους σε πολύ μεγάλο ποσοστό ένα φτηνό καύσιμο, που οι ίδιοι το αποκαλούν «αλκοόλ». Που δεν είναι τίποτα άλλο από βιο-αιθανόλη, δηλαδή καύσιμο που έχει παραχθεί από βιομάζα. Στην πραγματικότητα, όλα σχεδόν τα αυτοκίνητα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν εναλλακτικούς τύπους καυσίμων (αιθανόλη, βενζίνη, αέριο). Σημειωτέον ότι η Βραζιλία καθόλου δεν στερείται συμβατικών, δηλαδή ορυκτών, καυσίμων που φτάνουν να καλύψουν ένα μέρος τουλάχιστον της εγχώριας ζήτησης. Όμως εδώ και πολλά χρόνια, ύστερα από εμπάργκο πετρελαίου που της είχε επιβληθεί, η χώρα αυτή αναζήτησε την αυτοδυναμία της σε καύσιμα παράγοντάς τα από φυτική ύλη (ζαχαροκάλαμο) που παράγεται και αναπαράγεται φτηνά και σε αφθονία στις απέραντες εκτάσεις της. Σημαντικό μέρος της παραγωγής ζαχαροκάλαμου, που συνεχώς αυξάνεται, παράγεται σε βάρος των τροπικών δασών της Αμαζονίας, δηλαδή σε εδάφη που «απελευθερώνονται» από την εκδάσωση. Υπολογίζεται ότι ο ρυθμός αποψίλωσης των τροπικών δασών της Βραζιλίας είναι 80.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα το χρόνο. Χάνονται δηλαδή για τη γη κάθε χρόνο δάση που αντιστοιχούν σε έκταση κάτι πολύ περισσότερο από τη μισή Ελλάδα… Σημειώστε το αυτό για όσα ακολουθούν.

Το ζαχαροκάλαμο δεν είναι φυσικά η μόνη πρώτη ύλη παραγωγής βιοκαυσίμων. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, που είναι και η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγή βιοκαυσίμων στον κόσμο, ως πρώτη ύλη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά το καλαμπόκι, ενώ αλλού χρησιμοποιείται η σόγια και γενικά τα δημητριακά, το φοινικέλαιο, υπολείμματα ή παραπροϊόντα φυτικής ή ζωικής παραγωγής, υλοτομίας κλπ. Στην Ευρώπη - και στη χώρα μας - χρησιμοποιείται σε μεγάλη έκταση, εκτός από εισαγόμενη άλλη πρώτη ύλη, η ελαιοκράμβη (γογγύλι).

Αυτό που κάνει τα βιοκαύσιμα να πλεονεκτούν σε σχέση με τα συμβατικά καύσιμα (πετρέλαιο, κάρβουνο, καύσιμο αέριο) είναι, εκτός από το χαμηλό κόστος παραγωγής τους, η «φιλικότητα», όπως υποστηρίζεται, προς το περιβάλλον. Για παράδειγμα, σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, ένα λίτρο αιθανόλης, που αποδίδει ενέργεια 67% σε σχέση με ένα λίτρο βενζίνης και μπορεί να κοστίζει μέχρι και το μισό ή και λιγότερο στον καταναλωτή (εξαρτάται από τη διακύμανση των τιμών του πετρελαίου διεθνώς), παράγει λιγότερο από τη μισή ποσότητα αερίων του θερμοκηπίου, που είναι η κύρια αιτία της κλιματικής αλλαγής. Συγκεκριμένα, ένα λίτρο αιθανόλης από ζαχαροκάλαμο παράγει 1,08 κιλά ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα έναντι 2,44 κιλά που παράγονται από τη βενζίνη. Από εδώ προκύπτει η «φιλικότητα» προς το περιβάλλον που αναφέρεται παραπάνω.

Όμως είναι έτσι; Είναι πράγματι τα βιοκαύσιμα φιλικά προς το περιβάλλον;

Πάνω σε αυτό εκφράζονται ισχυρές αντιρρήσεις. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που διάλεξα τον τίτλο «Βιοκαύσιμα: πανάκεια ή χίμαιρα;» σε αυτό το κείμενο. Τον τίτλο αυτό τον δανείστηκα από το εξώφυλλο ενός τεύχους του περιοδικού National Geographic που είχε κυκλοφορήσει πριν σχεδόν 2 χρόνια (Οκτώβριος 2007). Το εξώφυλλο κάλυπτε η φωτογραφία ενός καλαμποκιού, ενώ στις μέσα σελίδες δημοσιευόταν ένα εκτενές, εξαιρετικά κατατοπιστικό άρθρο με τίτλο: «Βιοκαύσιμα: είναι η λύση;». Μάλιστα, στην Ελληνική έκδοση του περιοδικού υπήρχε και ένα ακόμα σχετικό άρθρο, γραμμένο από τον Καθηγητή Ν.Μάργαρη με τίτλο «Καύσιμα από … αγκινάρες», όπου υποστηριζόταν η άποψη ότι «λόγω των σημαντικών διαφορών στις εδαφοκλιματικές συνθήκες που επικρατούν στις χώρες της κεντρικής και της βόρειας Ευρώπης και σε αυτές τις Μεσογείου, καθώς και των διαφορών στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, διαφαίνεται ότι μερικές καλλιέργειες θα ήταν σημαντικότερες και οικονομικά βιωσιμότερες στην Ελλάδα από ό,τι στις χώρες της κεντρικής και της βόρειας Ευρώπης». Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο του κ.Μάργαρη, η ελαιοκράμβη δεν θα είχε την ίδια επιτυχία στην κεντρική ή νότια Ελλάδα λόγω των χαμηλών της αποδόσεων στις ξηροθερμικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα. Ως εναλλακτική, πολλά υποσχόμενη λύση, προτείνεται, ύστερα από πολυετείς μελέτες και πειράματα, η αγριοαγγινάρα, δηλαδή το … γαϊδουράγγαθο!

Γιατί αμφισβητείται ο ισχυρισμός ότι τα βιοκαύσιμα χαρακτηρίζονται από φιλικότητα προς το περιβάλλον και ότι συμβάλλουν σημαντικά στη λύση του προβλήματος της υπερθέρμανσης του πλανήτη, που δημιουργούν τα ορυκτά καύσιμα;

Η απάντηση στο επόμενο!

4/09/2009

Ο Μεγάλος Αδελφός έρχεται;

"Οι τράπεζες άρχισαν τις ... αμερικανιές" έγραφε πριν λίγους μήνες δημοσίευμα της "Ελευθεροτυπίας", αναφερόμενο στην εγκατάσταση ηλεκτρονικών συστημάτων καταγραφής του προσώπου των πελατών συγκεκριμένης Τράπεζας σε υποκαταστήματά της. Σε άλλα δημοσιεύματα γινόταν πάλι λόγος για εγκατάσταση συστήματος φωτογράφησης-ιριδοσκόπησης πελατών διαφόρων Τραπεζών. Πρόσφατα, στο διαδίκτυο, κυκλοφόρησε ευρύτατα αναφορά-καταγγελία πολίτη στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) σχετικά με το νέο ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής του προσώπου των πελατών που έχει τοποθετηθεί σε πολλά καταστήματα Τραπεζών ανά την Ελλάδα. Ο πολίτης που έκανε την καταγγελία, πελάτης συγκεκριμένης Τράπεζας, προσήλθε για συναλλαγή στο υποκατάστημα της Τράπεζας της γειτονιάς του και διαπίστωσε ότι για την είσοδο στο κατάστημα έπρεπε να μπει σε ειδικά σχεδιασμένο κουβούκλιο, μέσα στο οποίο έπρεπε να κοιτάξει μια κάμερα και εν συνεχεία να μπει στην Τράπεζα. Επειδή αρνήθηκε να υπακούσει στις φωνητικές οδηγίες που τον καλούσαν να κοιτάξει στην κάμερα, πλησίασε υπάλληλος της Τράπεζας πίσω από το γυάλινο τζάμι του κουβουκλίου και τον ενημέρωσε προφορικά ότι είτε θα ακολουθήσει τις φωνητικές οδηγίες να εστιάσει το βλέμμα του στην κάμερα προκειμένου να απασφαλιστεί η κύρια πόρτα εισόδου στην Τράπεζα, είτε πρέπει να αποχωρήσει διότι δεν υπάρχει εναλλακτικός τρόπος συναλλαγών στο υποκατάστημα!
Και λοιπόν; Τι το κακό υπάρχει σ’ αυτό τον τρόπο ελέγχου των πελατών μιας Τράπεζας; Προφανώς δεν γίνεται για κανέναν άλλο σκοπό παρά για την ασφάλεια της Τράπεζας και όσων βρίσκονται μέσα σ’ αυτήν, μαζί και των πελατών της, ενώ δεν συνιστά κανένα κίνδυνο γι’ αυτόν που υφίσταται τη φωτογράφιση-ιριδοσκόπηση!

Προφανώς; Ο πολίτης, όμως, που έκανε τη συγκεκριμένη καταγγελία έχει αντιρρήσεις: «Εγώ δε συναίνεσα στην επεξεργασία των προσωπικών μου δεδομένων για να επιτρέψω στην Τράπεζα να τα συλλέξει, ούτε ο υπεύθυνος επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων είχε αναρτήσει απόφαση της ΑΠΔΠΧ για την επεξεργασία αυτών παρά μόνο εντολές στον τρόπο συλλογής τους», γράφει. «Η Φωτογράφιση-Ιριδοσκόπηση προσβάλλει την προσωπικότητα μου και τη θρησκευτική μου συνείδηση (Άρθρα 5 & 13 Συντάγματος), παραβιάζει τα προσωπικά μου δεδομένα (Ν.2472/1997), το δικαίωμα στην προσωπικότητα μου, τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη βλάπτοντας παράλληλα μονομερώς καταχρηστικά και εις βάρος μου τη συμβατική μου σχέση με την Τράπεζα και το τεκμήριο αθωότητας μου (Ποινικό Δίκαιο) και επιφέρει ενδεχόμενη ανήκεστη βλάβη στην υγεία μου (τύφλωση)». Για το τελευταίο παραπέμπει σε άλλο δημοσίευμα, σύμφωνα με το οποίο η λήψη ειδικά ενός τύπου βιομετρικών στοιχείων, η βιομετρική λήψη της ίριδας, ενέχει σοβαρούς κινδύνους καθώς μπορεί να προκαλέσει ακόμη και τύφλωση εάν δε μετρηθεί σωστά.

Πριν μερικά χρόνια είχα βρεθεί για λίγες μέρες στη Νέα Υόρκη (πριν από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου). Καταπληκτική πόλη. Μοναδική. Δεν εξαντλείται ούτε σε λίγες μέρες, ούτε σε λίγες εβδομάδες, ίσως ούτε σε μήνες. Και οι φίλοι μου εκεί μου είχαν επιφυλάξει εξαιρετική φιλοξενία. Όταν, πάντως, ήρθε η ώρα να φύγω διαπίστωσα ότι δεν ήθελα να γυρίσω σε αυτή την πόλη. Η κυκλοφορία μου στους δημόσιους χώρους, πολλοί από τους οποίους είναι πράγματι σαγηνευτικοί, μου προκαλούσε ένα ασφυκτικό αίσθημα ότι παρακολουθούμαι και ελέγχομαι σε κάθε μου βήμα. Σε σύγκριση με την (τότε) Ελλάδα, αισθάνθηκα ότι βρέθηκα σε φυλακή.

Πριν κάμποσο καιρό (θα είναι τώρα δυο χρόνια, μπορεί και περισσότερο) πήρα ένα γράμμα από την Krystyna, παλιά φίλη από τον καιρό που έζησα για λίγα χρόνια στο Λονδίνο, σπουδάζοντας. Μου έγραφε η φίλη μου ότι δεν μπορούσε πια να ζει στο Λονδίνο, την πόλη που θυμάμαι με νοσταλγία σαν ένα παράδεισο ελευθερίας στα χρόνια του 1970. Τα μάζευε για να φύγει για κάπου αλλού στην Ευρώπη. Το Λονδίνο είχε γίνει πια μια “αστυνομική πόλη” (police state). Παντού κάμερες, μάτια ηλεκτρονικά να σε παρακολουθούν και να καταγράφουν την κάθε σου κίνηση. Το επόμενο γράμμα που πήρα από την Krystyna δεν ήταν από το Λονδίνο, δεν ήταν από την Αγγλία. Η φίλη μου δεν ζει πια εκεί.

Στο μυθιστόρημα με τίτλο «1984», γραμμένο το 1947-48, ο συγγραφέας του George Orwell μιλάει για ένα μελλοντικό, ολοκληρωτικό Λονδίνο (το μυθιστόρημα αναφέρεται στο έτος 1984, κάπου 40 χρόνια μετά τη συγγραφή του). Σε αυτό υπάρχει μόνο ένα κόμμα, που κυβερνάει μπαίνοντας παντού, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, ελέγχοντας κάθε στιγμή, σε κάθε κίνησή τους, τους ανθρώπους μέσω του «Υπουργείου Αλήθειας», ενός στυγνού μηχανισμού ελέγχου και προπαγάνδας, που δεν επιτρέπει καμιά αλήθεια άλλη από αυτή του κόμματος. Η ιστορία σβήνεται και ξαναγράφεται από την αρχή σύμφωνα με το συμφέρον του κόμματος. Μεγάλη μορφή του καθεστώτος είναι ο Μεγάλος Αδελφός ( Big Brother), ο δικτάτορας που ελέγχει τα πάντα και παρακολουθεί και γνωρίζει τα πάντα για τους πάντες.

Αυτά που έγιναν στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, από κάπου ξεκίνησαν.

Αν όλα τα παραπάνω (και όλα τα άλλα – οι κάμερες στους δρόμους, σε όλους τους δημόσιους χώρους…) συσχετίζονται, συσχετίστε τα και αναρωτηθείτε κι εσείς: ο Μεγάλος Αδελφός μήπως έρχεται;

2/19/2009

Οι ρίζες της βίας και πώς την παλεύεις: ένα σχόλιο

Αντιγράφω από την ειδησεογραφία της ημέρας:

«Ομάδα αγνώστων εισέβαλε την Τετάρτη (χθές) σε αίθουσα του Κτιρίου «Κωστής Παλαμάς» (Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Αθηνών) και ξυλοκόπησε τον καθηγητή Γιάννη Πανούση, ο οποίος ήταν ομιλητής σε εκδήλωση. Περίπου 50 κουκουλοφόροι εισέβαλαν στο κτίριο, κρατώντας βαριοπούλες, ξύλα, σίδερα, μπογιές και άλλα αντικείμενα την ώρα που βρίσκονταν σε εξέλιξη εκδήλωση με θέμα την κοινωνική μέριμνα για τους αποφυλακισμένους.

Oι κουκουλοφόροι επιτέθηκαν επίσης με βιαιότητα κατά των παρισταμένων και γρονθοκόπησαν τον κ. Πανούση. Ο κ. Πανούσης, αφού του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες, μεταφέρθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του «Ευαγγελισμού» για εξετάσεις. Νωρίς το βράδυ πήρε εξιτήριο.

Υπενθυμίζεται ότι στο γραφείο του κ. Πανούση, πριν από περίπου μία εβδομάδα, είχε τοποθετηθεί εμπρηστικός μηχανισμός.

Οι κουκουλοφόροι προκάλεσαν επίσης σημαντικές φθορές στο κτίριο, με σπασμένα αγάλματα, πίνακες και συνθήματα στους τοίχους».

Η παραπάνω είδηση, αν συσχετιστεί με ανάλογες ειδήσεις και με όσα έχουμε δει τους τελευταίους μήνες στην Ελλάδα, δείχνει πως έχουμε μπει σε μια περίοδο βίας και τρομοκρατίας που κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει και μέχρι πού θα κλιμακωθεί. Το Ελληνικό πανεπιστήμιο είναι στο μάτι αυτού του κυκλώνα. Χαρακτηριστικό της βίας αυτής είναι ότι πρόκειται για μια βία τυφλή, κτηνώδη, που δείχνει απέραντο μίσος. Πραγματοποιείται από ομάδες κουκουλοφόρων που είτε προβάλλουν κάποιο αίτημα είτε απλά χτυπούν και φεύγουν, πάντα ακαταδίωκτοι, χωρίς να δώσουν στίγμα της βούλησής τους, πέρα από το να καταστρέψουν.

Το τελευταίο επεισόδιο, με τον τραυματισμό (με σιδερογροθιά!) του Καθηγητή Γιάννη Πανούση αποτελεί απόδειξη του ισχυρισμού ότι η βία αυτή είναι τυφλή. Ο κ.Πανούσης είναι γνωστό ότι αποτελεί μια προοδευτική προσωπικότητα. Με παρεμβάσεις του πήρε συχνά θέσεις σε σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, θέσεις κάθε άλλο παρά αντιδραστικές, ενώ τάχθηκε ανοιχτά με το μέρος ανθρώπων που υφίστανται τη μοίρα της μειοψηφίας και καταπιέζονται.

Δεν θα μπούμε στο διάλογο για το ποιος φταίει για την κλιμάκωση της βίας και της τρομοκρατίας, και ειδικότερα για τις ευθύνες της (υπεύθυνης) κυβέρνησης. Το θέμα έχει τέτοιες διαστάσεις που ξεπερνάει ίσως τις (υπαρκτές) ευθύνες μιας κυβέρνησης. Ένα βασικό ερώτημα είναι, βέβαια, πώς αντιμετωπίζεται, κι ένα δεύτερο είναι ποιες είναι οι ρίζες αυτής της βίας. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα προϋποθέτει απάντηση στο δεύτερο.

Αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες συνθήκες που τροφοδοτούν και ενισχύουν τη βία στην Ελλάδα (εθνική και παγκόσμια οικονομική κρίση, κατάσταση της παιδείας στη χώρα, μια κουλτούρα ατομισμού, αυθαιρεσίας και ακραίας συμπεριφοράς που έχει εγκατασταθεί πια από χρόνια στην Ελλάδα) θα λέγαμε ότι, απλά, δεν υπάρχει καμιά άλλη εξήγηση, παρά μόνο μια: αυτή που προβάλλει η θεωρία της (ενδεχόμενα εισαγόμενης) σκόπιμης βίας, που υπηρετεί συγκεκριμένες επιδιώξεις αποσταθεροποίησης στη χώρα (και ίσως και στην ευρύτερη περιοχή) από δυνάμεις που ίσως είναι ξένες προς τη χώρα. Οι κουκουλοφόροι που επιτίθενται τυφλά και με απίστευτη βαναυσότητα σε ζωντανούς ή άψυχους στόχους, φέρονται σαν πράκτορες σε διατεταγμένη υπηρεσία, που κάθε άλλο παρά ενδιαφέρονται να δοθεί ικανοποίηση σε αιτήματα που προβάλλουν, όταν τα προβάλλουν. Η πρακτική τους, αν φέρνει κάποιο αποτέλεσμα πέρα από τις σωματικές βλάβες και τις υλικές καταστροφές, αυτό είναι η συσσώρευση οργής στο κοινωνικό σώμα, που πάντως δεν στρέφεται κατά των πραγματικών αιτίων των προβλημάτων της χώρας. Το κοινωνικό σώμα, ανήμπορο μπροστά σε αυτές τις εκρήξεις βίας, χάνει όλο και περισσότερο την πίστη του στους θεσμούς, στην ίδια τη δημοκρατία και στις δυνατότητές της να εξασφαλίζει συνθήκες ελεύθερου διαλόγου, την ειρήνη, την ασφάλεια και την ευημερία των πολιτών.

Όποια και νάναι η ρίζα του κακού, τη λύση στο πρόβλημα πρέπει να ψάξει να τη βρει η ίδια η δημοκρατία, με όλες τις δυνάμεις της, και με το έσχατο όπλο που προβλέπει το Σύνταγμα για την υπεράσπιση του δημοκρατικού πολιτεύματος της χώρας: τον πατριωτισμό των Ελλήνων.

1/21/2009

Τι συμβαίνει στα Ελληνικά πανεπιστήμια;

Τι συμβαίνει τελικά στα Ελληνικά πανεπιστήμια σήμερα; Ποια είναι η πραγματική κατάσταση, τι φταίει για τη βαθιά κρίση του πανεπιστημίου, πώς βγαίνουμε από αυτή; Τα ερωτήματα αυτά δεν απασχολούν μόνο τα κομματικά επιτελεία (στα σοβαρά ή απλά για να στήνουν πάνω σε αυτά τη μεταξύ τους αντιπαράθεση και να κερδοσκοπούν πολιτικά), ούτε μόνο τους πανεπιστημιακούς (αρκετούς από αυτούς, άλλωστε, τέτοια ερωτήματα δεν τους πολύ-απασχολούν, έτσι περιχαρακωμένοι που είναι μέσα στην ιδιώτευσή τους) ούτε μόνο τους φοιτητές (ίσως αυτούς να τους απασχολούν λιγότερο από όλους τους άλλους, αφού το κύριο που ενδιαφέρει τους περισσότερους είναι το «χαρτί» και πώς θα το αποκτήσουν με τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια).

Αυτό που συμβαίνει στα Ελληνικά πανεπιστήμια απασχολεί (εν πάση περιπτώσει, πρέπει να απασχολεί) ολόκληρη την Ελληνική κοινωνία, αφού πάνω σε αυτά και, γενικότερα, πάνω στην εκπαίδευση των Ελληνόπαιδων χτίζεται η αυριανή Ελλάδα. Απασχολεί κάθε τοπική κοινωνία, αφού όλα σχεδόν τα σπίτια είχαν, έχουν ή θα έχουν αργά ή γρήγορα κάποιο παιδί που θα περάσει την πόρτα κάποιου πανεπιστημίου στην πορεία του προς την ένταξή του στην παραγωγή και στην οικονομία.

Γι’ αυτό που συμβαίνει στα Ελληνικά πανεπιστήμια σήμερα γίνεται ένας διάλογος, όχι πάντα υπεύθυνος, συχνά δημαγωγικός, που επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που θέσαμε. Στο διάλογο αυτό έχει συμμετάσχει κατά καιρούς και αυτό το blog με διάφορα κείμενα που ανέβηκαν από το συγγραφέα και από όσους επισκέπτες έκαναν παρεμβάσεις. Από όλο το διάλογο που γίνεται (όπου γίνεται) σε διάφορους χώρους κι από διάφορα μέσα, όσο μπόρεσα να τον παρακολουθήσω, αντιγράφω ένα απόσπασμα από ένα κείμενο-απόφαση (κατά πλειοψηφία) του Δ.Σ. του Συλλόγου μελών ΔΕΠ του Πολυτεχνείου. Η απόφαση πάρθηκε στις 15-1-2009 και σε αυτήν περιγράφεται ανάγλυφα, μεταφέροντας την αγωνία των συντακτών της, η κατάσταση στο Πολυτεχνείο σήμερα. Επίσης διατυπώνονται μια σειρά από θέσεις και προτάσεις για ένα, μερικό έστω, ξεπέρασμα ορισμένων πλευρών της κρίσης, όπως εκδηλώνεται στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την απόφαση, «για μία ακόμη φορά το Ε.Μ. Πολυτεχνείο έχει σταματήσει να λειτουργεί ως χώρος εκπαίδευσης, έρευνας και ελεύθερης έκφρασης ιδεών. Αντίθετα, μετατρέπεται σε νεκρά κτιριακά συγκροτήματα που φιλοξενούν περιστασιακά:
Ομάδες ατόμων που δεν έχουν σχέση με την πανεπιστημιακή κοινότητα, δεν σέβονται το χώρο και την ιστορία του προβαίνοντας σε σοβαρές καταστροφές, ενώ εχθρεύονται το διάλογο.
Πανεπιστημιακούς δασκάλους και φοιτητές που περιφέρονται στα κυλικεία του Ιδρύματος (ενίοτε με τον προσωπικό τους υπολογιστή), αναρωτιούνται σε ποιό κτίριο έχουν πρόσβαση, αν θα γίνει μάθημα, αν θα πραγματοποιηθεί το προγραμματισμένο σεμινάριο και αν υπάρχει «τρόπος» να εισχωρήσουν στο γραφείο ή στο εργαστήριο τους.

Αναμφισβήτητα, το τραγικό γεγονός της δολοφονίας του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου συγκλόνισε ολόκληρη την πανεπιστημιακή κοινότητα. Τις πρώτες εκείνες ημέρες οι συνήθεις ακαδημαϊκές λειτουργίες έμοιαζαν να μην έχουν νόημα μπροστά στην αναντίστρεπτη πραγματικότητα της απώλειας ενός μικρού παιδιού, θύματος της αστυνομικής βιαιότητας και αυθαιρεσίας. Στη συνέχεια, όλοι μας σταθήκαμε αμήχανοι μάρτυρες και αδύναμοι αναλυτές μίας πρωτοφανούς βιαιότητας και οργής, αντανάκλασης ενός κλίματος γενικευμένης κρίσης στην ελληνική κοινωνία.

Σήμερα, η βιαιότητα έχει μπεί για τα καλά μέσα στο ίδιο το Πανεπιστήμιο. Πληθαίνουν τα επεισόδια σωματικής βίας μεταξύ σπουδαστών, φραστικής βίας μεταξύ σπουδαστών και καθηγητών. Εμείς ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι οφείλουμε να παραμερίσουμε την αμηχανία μας, να σπάσουμε τη σιωπή μας και να τοποθετηθούμε με ευθύνη στην κατάσταση που τείνει να παγιωθεί στο Ίδρυμα. Μία κατάσταση που οδηγεί στην αυτοαναίρεση του ρόλου μας, απειλεί την ψυχική και σωματική υγεία όλων μας, απαξιώνει το Δημόσιο Πανεπιστήμιο και υπονομεύει το μέλλον των σπουδαστών μας».

Στη συνέχεια διατυπώνονται μια σειρά από θέσεις του ΔΣ (όπως ότι η κατάληψη χώρων του Πανεπιστημίου δεν μπορεί να αποφασίζεται μονομερώς από τους φοιτητές που αποτελούν μόνο μια συνιστώσα της Ακαδημαϊκής Κοινότητας και να αγνοούνται οι άλλες συνιστώσες, ότι τα μέλη ΔΕΠ, ως εργαζόμενοι και μάλιστα με αυξημένες ευθύνες και υποχρεώσεις απέναντι στην ακαδημαϊκή κοινότητα –ελληνική και διεθνή– είναι αδιανόητο να στερούνται την ελεύθερη πρόσβαση και χρήση των εργασιακών τους χώρων και των υποδομών που απαιτούνται για την εκπλήρωση του εκπαιδευτικού και ερευνητικού τους έργου κλπ.).

Και η απόφαση, θίγοντας για μια ακόμα φορά την πληγή των καταλήψεων, που ακυρώνουν το πανεπιστημιακό άσυλο και το πανεπιστήμιο συνολικά, τελειώνει ως εξής:

«Το Πανεπιστήμιο πρέπει να είναι ανοιχτό. Γιατί μόνο μέσα στο ανοιχτό Πανεπιστήμιο μπορούν καθηγητές και φοιτητές να αναζητήσουν και να συζητήσουν τα αίτια της κρίσης και να χαράξουν μαζί δρόμους διεξόδου απ’ αυτήν. Γιατί μόνο μέσα στο ανοιχτό Πανεπιστήμιο μπορεί να αναπτυχθούν, να μεταδοθούν και να εμπλουτισθούν οι γνώσεις και οι αξίες που θα κάνουν την αυριανή κοινωνία καλύτερη από τη σημερινή».

Κλείνω με την παρατήρηση ότι η κρίση στα Ελληνικά πανεπιστήμια είναι πολυδιάστατη και η περιγραφή της δεν μπορεί να χωρέσει σε καμιά απόφαση κανενός πανεπιστημιακού οργάνου. Πολύ περισσότερο δεν μπορούν να χωρέσουν σε καμιά τέτοια απόφαση οι προτάσεις για το ξεπέρασμά της.

Τα συμπεράσματα δικά σας.