Κώστας Παππής

9/23/2018

Βαθειά ανάσα μετά τη Μόρια



Το καλάθι γύρισε άδειο.

Φυσικό ήταν. Το έχω ελάττωμα να ανεβαίνω στο δάσος για μανιτάρια πολύ πριν την εποχή τους.

Αλλά μάζεψα ομορφιά και τη μοιράζομαι μαζί σας.

Βαθειά ανάσα μετά τη Μόρια...












9/21/2018

Μόρια



Οι οσμές δεν φωτογραφίζονται. Αν φωτογραφίζονταν, θ’ ανέβαζα μια φωτογραφία για να πάρετε μιαν ιδέα για το τι πραγματικά συμβαίνει σήμερα στο στρατόπεδο προσφύγων της Μόριας. Μια φωτογραφία  με την οσμή του οχετού που «φιλοξενεί» τις χιλιάδες ψυχές, που αδυσώπητες δυνάμεις έχουν πετάξει εκεί, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Μυτιλήνη. Με την οσμή που σε χτυπάει πολύ πριν φτάσεις στα όρια του στρατοπέδου. 

Ποια είναι η Μόρια; 

Είναι το στίγμα της Ευρώπης. Είναι το στίγμα της Ελλάδας, έστω κι αν έχει δώσει βοήθεια από το υστέρημά της κι από τα αποθέματα της ψυχής και του πολιτισμού της. Είναι το στίγμα της απανθρωπιάς των παγκόσμιων κέντρων εξουσίας.





Βρέθηκα στη Λέσβο, Σεπτέμβρη μήνα του 2018. Πέρασα κι από τη Μόρια. 

Πριν όχι πολλά χρόνια αυτό το νησί και οι άνθρωποί του είχαν προταθεί για το Νόμπελ Ειρήνης, για την ανθρωπιά που είχαν δείξει οι κάτοικοί του απέναντι στους πρόσφυγες. Η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου της Λέσβου τους είχε συμπαρασταθεί, είχε σταθεί στο πλάι  τους, τους είχε βοηθήσει με κάθε τρόπο. Τώρα τα πράγματα άλλαξαν. Μέχρι που κάποιοι, πριν δυο χρόνια, πήγαν να κάψουν τους πρόσφυγες με βόμβες μολότοφ. Όπως έκαιγαν οι ιδεολογικοί προπάτορές τους στους φούρνους της ναζιστικής Γερμανίας κάποιους άλλους. 

Σήμερα λίγοι θέλουν τους πρόσφυγες στη Λέσβο. Οι πολλοί δεν τους θέλουν. Κουράστηκαν; Πέρασε η μαύρη προπαγάνδα για τους «ξένους» που ήρθαν για να χαλάσουν τον τόπο; Για να μπάσουν στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας την τρομοκρατική πτέρυγα του Ισλάμ; Ό,τι και να συμβαίνει, οι Μυτιληνιοί έχουν γυρίσει την πλάτη τους στους πρόσφυγες. Δεν τους θέλουν. Θέλουν να φύγουν. Θέλουν να ξαναβρούν τον τόπο τους όπως τον ήξεραν. Με τον πλούτο και τη φτώχεια τους, μόνο να είναι η δική τους φτώχεια. Με τα προβλήματα τους, μόνο να είναι τα δικά τους προβλήματα. Με την ομορφιά του τόπου τους προπάντων. Τον θέλουν όπως τον ήξεραν. Δεν έχουν άλλη υπομονή, άλλη ανοχή. 

Κι όμως η Λέσβος είναι νησί που έζησε την τραγωδία της προσφυγιάς. Της ελληνικής προσφυγιάς, τότε με την καταστροφή του 1922. Στη Μικρασιατική τραγωδία χιλιάδες  Έλληνες αναγκάστηκαν  να ξεριζωθούν με τραγικές συνθήκες και να έρθουν να κατοικήσουν εδώ, χτίζοντας μια νέα πατρίδα. Λίγα μίλια χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή, της σημερινής Τουρκίας. Στα χωριά της ανατολικής ακτής οι κάτοικοι βλέπουν κάθε βράδυ τα φώτα από τ’ Αϊβαλί και τ’ άλλα χωριά απέναντι, από τις πατρίδες των γονιών τους. Αλλά οι παλιές γενιές έχουν φύγει πια. Οι νέες γενιές δεν έζησαν την καταστροφή και την προσφυγιά. Όλα αυτά είναι τόσο παλιά. Ζουν πια στο σήμερα. Ξεχνούν ότι η Λέσβος υπήρξε κι αυτή νησί της προσφυγιάς.

Σήμερα η εικόνα της παρατεινόμενης εξαθλίωσης, που δεν έχει ελπίδα τερματισμού, έχει καθίσει πάνω στο νησί. Δεν είναι μόνο η Μόρια. Στη Μυτιλήνη βλέπεις τους πρόσφυγες παντού, στο λιμάνι, στην αγορά, στους δρόμους. Κάποιοι κάθονται με τις ώρες άπραγοι σε μια  σκιά. Ένας περπατάει μόνος, σκυφτός  και μονολογεί . Κάποια παιδιά ψάχνουν στους κάδους.  Στο δημόσιο πάρκινγκ, στο κέντρο της πόλης, σε προειδοποιούν: μην το αφήσεις, θα το βρεις σπασμένο. Μετά διευκρινίζουν πως τη δουλειά την κάνουν οι Ρομά, που επιδίδονται και στην επαιτεία. 




Δεν είναι παντού έτσι. Σε Μήθυμνα, Πέτρα, Ερεσό, βλέπεις την καθωσπρέπει εικόνα του τουρισμού.  Άλλη πραγματικότητα. Όμως κι εκεί τα ίδια αισθήματα για τους πρόσφυγες.

Λέσβος.  Ένα νησί απίστευτης ομορφιάς, με τεράστια ιστορία και πολιτισμό  από τα πανάρχαια χρόνια. Νησί των ποιητών (Σαπφώ, Αλκαίος, Αρίων), των φιλοσόφων (Πιττακός ο Μυτιληναίος). 

Ένα νησί όπου σήμερα βρίσκει στέγη, όχι όμως τόσο φιλόξενη όσο στις αρχές, η δυστυχία του κόσμου.

Πριν δέκα οχτώ χρόνια βρέθηκα στη Συρία. Πέρασα κι από το Χαλέπι. Μια αρχαία πόλη με ιστορία, που ευημερούσε, πάνω στον παλιό δρόμο του μεταξιού. Τότε οι δρόμοι ήσαν γεμάτοι από ανθρώπους, το εμπόριο ανθούσε, τα παιδιά έπαιζαν στα πάρκα και στις πλατείες.  Άνθρωποι με ψηλό μορφωτικό επίπεδο και αρκετοί με ψηλό εισόδημα. Με πήγαν σε περιοχές με σπίτια όπου συναγωνίζονταν ο πλούτος με την αισθητική. 

Μετά όλα χάθηκαν. Η πόλη συντρίμμια. Ολόκληρη η Συρία στις φλόγες. Οι άνθρωποι δεν είχαν επιλογή. Οι δυνάμεις που συγκρούονταν ήσαν πάνω από αυτούς, πάνω από κάθε τι ανθρώπινο. Με ποιους να πάνε, ποια δύναμη να διαλέξουν; Πήραν το δρόμο της προσφυγιάς για να σώσουν τις οικογένειές τους, να σώσουν ό,τι μπορεί να σωθεί. Πέρασαν τα σύνορα, πέρασαν όπως-όπως τις πύλες της Ευρώπης, ήρθαν στην Ελλάδα, προσδοκώντας μιαν ανθρώπινη μεταχείριση. Όσοι μπόρεσαν τον πρώτο καιρό να προωθηθούν στις άλλες χώρες της Ευρώπης σώθηκαν. Οι άλλοι που εγκλωβίστηκαν εδώ διαψεύστηκαν. Η Ευρώπη απαντάει στην Ελλάδα κυνικά: βγάλτε τα πέρα μόνοι σας.




Αυτοί που στοιβάζονται στη Μόρια, 8.000 ψυχές (άλλοι μιλάνε για πολύ περισσότερες), δεν βλέπουν φως από πουθενά. Ο Δήμαρχος Λέσβου μιλάει για συνθήκες Νταχάου στη Μόρια, σε αντίθεση με τον «παράδεισο» των προσφύγων στο Καρά Ντεπέ. Οι διαδικασίες παροχής ασύλου καρκινοβατούν. Επιστροφές ελάχιστες, λίγες και οι μεταφορές σε άλλες περιοχές, ενώ σημειώνονται νέες αφίξεις. Ο τόπος που αναγκάζονται να κατοικήσουν έχει ξεχειλίσει. Κανείς δεν αισθάνεται ασφαλής. Οι άνθρωποι γίνονται αγρίμια. Οι ψυχές αρρωσταίνουν. Σκηνές βίας ξεσπούν. Παρανομία, εγκληματικότητα, βιασμοί. Συμπλοκές ανάμεσα σε «αντίπαλες» εθνικότητες. Οι σκηνές έξω από το στρατόπεδο των προσφύγων, που έχει μια στοιχειώδη υποδομή, είναι πολλαπλάσιες από τις σκηνές του στρατοπέδου. Εκεί, έξω από το στρατόπεδο, δεν υπάρχουν υποδομές. Δεν υπάρχει νερό, ηλεκτρικό, αποχετεύσεις. Σε λίγο καιρό θα πλακώσει χειμώνας. Πώς θα επιβιώσουν;      

Και η βρώμα, η δυσωδία…

Σκέφτομαι να στείλω στους ηγέτες της γης μια φωτογραφία από το στρατόπεδο προσφύγων της Μόριας. Πού ξέρεις, μπορεί ο άγγελος ή ο δαίμονάς μου να κάνουν το θαύμα τους και αυτή η φωτογραφία να κάνει την εξαίρεση: να μπορέσει να τους μεταφέρει την οσμή του στρατοπέδου. Αλλά το ξανασκέφτομαι και αλλάζω γνώμη.  Αυτών η όσφρηση συγκινείται μόνο με την οσμή της εξουσίας και του χρήματος. Τις άλλες οσμές δεν τις πιάνει. Κι αν τις πιάσει, την αφήνουν παγερά αδιάφορη.     

9/14/2018

Η δική μου Μεταμόρφωση: Κάστρο των Σφυρών, Παναγία του Βράχου, και Έξοδος!



- Είπαμε στην προηγούμενη συνέχεια για την ιστορία της αρχαίας Ταρσού. Μας μένει η ονομασία «Κάστρο των Σφυρών» και η Παναγία του Βράχου. Το οδοιπορικό μας οδεύει στο τέρμα του. Έξοδος!




- Ο Μπουβής αναφέρει ότι η ονομασία αυτή προέρχεται από περιστατικό της άλωσης της Ταρσού. «Μαζί με τους Ταρσινούς είχαν κλειστεί στο κάστρο και 20 Αλβανοί, που πολέμησαν με λύσσα τον Μωάμεθ [Β΄ τον Πορθητή]. Αυτούς τους είχε πιάσει νωρίτερα ο Μωάμεθ αιχμαλώτους αλλά τους είχε χαρίσει τη ζωή με τη συμφωνία να μην ξαναπολεμήσουν εναντίον του. Εκείνοι όμως, παρά την υπόσχεσή τους κλείστηκαν στο κάστρο με τους Έλληνες και πολέμησαν τους Τούρκους. Γι’ αυτό ο Μωάμεθ, όταν τους έπιασε, τους έσπασε τα σφυρά, δηλαδή τους αστραγάλους, ώστε να μη μπορούν πια να σταθούν στα πόδια τους, και τους άφησε να πεθάνουν. Από την απάνθρωπη αυτή πράξη πήρε το κάστρο το όνομά του [«Κάστρο των Σφυρών»]. Σ’ αυτό το κάστρο βρισκόταν, λένε, ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ ο Παλαιολόγος ενώ ήταν ακόμη Δεσπότης του Μυστρά όταν έλαβε το μήνυμα από την Πόλη για να γίνει Αυτοκράτορας του Βυζαντίου». 




- Ωραία. Νομίζω πως τώρα, για να ολοκληρώσουμε το οδοιπορικό μας, ήρθε η ώρα να πούμε δυο λόγια και για την Παναγία του Βράχου.
- Ξεκινάμε. Το εκκλησάκι βρίσκεται πολύ κοντά στα σημερινά χωριά, μόλις ένα-δυο χιλιόμετρα απόσταση. Σύμφωνα με τη λυρική περιγραφή του Μπουβή, που δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα, «ένας εντελώς κάθετος, γρανιτώδης βράχος που εκτείνεται σε μήκος περίπου 500 μ. και ύψος 100 μ. προβάλλει μπροστά μας άγριος και απειλητικός. Μερικές νεροσυρμές κατά αποστάσεις, που σχηματίστηκαν από τη ροή του νερού στο πέρασμα των χρόνων, διακόπτουν τη μονοτονία του άγριου βράχου…». Εδώ, σε μια βαθειά σπηλιά του βράχου, χτίστηκε ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στην Παναγία. Ποιος και πότε το έκτισε, άγνωστο. Σύμφωνα με μια παράδοση, το εκκλησάκι ιδρύθηκε ως εκπλήρωση τάματος από μια γυναίκα που σώθηκε ως εκ θαύματος στην άλωση της Ταρσού από τον Μωάμεθ. Αργότερα, λίγα μέτρα πιο κάτω, χτίστηκε μια άλλη εκκλησία, αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Μαζί με μερικά κελιά αποτελούν την εγκαταλειμμένη  μονή της Αγίας Τριάδας. Ούτε συζήτηση ότι αξίζει να επισκεφτεί κανείς την Παναγία του Βράχου. Εκτός που αποτελείται από διάφορους εντυπωσιακούς μικρούς θαλάμους, που διαδέχονται ο ένας τον άλλον ως το βάθος της σπηλιάς, υπάρχει αξιόλογη εικονογράφηση και προσφέρει μοναδική θέα. Γιορτάζει στα εννιάμερα της Παναγίας, στις 23 Αυγούστου, οπότε γίνεται πανηγύρι. Αυτά εν ολίγοις.




- Τελειώσαμε ή μου φαίνεται;
- Τελειώσαμε! Εκεί θα είναι η τελευταία μας στάση, στο οδοιπορικό μας που ξεκίνησε ανύποπτα, από τη «δική μου Μεταμόρφωση», από το βυζαντινό εκκλησάκι, το χτισμένο με αρχαίο υλικό, ανάμεσα στο Βέλο και στα Ταρσινά, που ανακάλυψα εντελώς τυχαία.
- Τι τύχη που την είχες!
- Δίπλα ήταν, λίγα χιλιόμετρα απόσταση από το γενέθλιο τόπο, που τώρα έχει γίνει ο τόπος του παραθερισμού.
- Κι όμως, έπρεπε να περάσουν δεκαετίες ολόκληρες μέχρι να το ανακαλύψεις.
- Και πάλι καλά! Ζούμε ή περνάμε μια ολόκληρη ζωή δίπλα σε θαύματα, και αρνούμαστε να τα δούμε. Άνθρωποι ταξίδεψαν, είδαν κι έμαθαν πολλά. Είμαστε δίπλα τους, κι όμως αρνούμαστε να τους ακούσουμε. Και αρνούμαστε να σκεφτούμε πέρα από τα γνωστά, τα τρέχοντα και τετριμμένα. Πώς το είπε ο Οιδίποδας στον μάντη Τειρεσία; «Τυφλός τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα ει»! «Είσαι τυφλός και στα αυτιά και στο μυαλό και στα μάτια»! Ας μην πω στον πειρασμό να μεταφέρω τα λόγια του Οιδίποδα στους σημερινούς Νεοέλληνες… Αλήθεια, εσύ τι λες; Είναι άραγε οι σημερινοί Νεοέλληνες τυφλοί και στα αυτιά και στο μυαλό και στα μάτια;
- Αν κρίνω από πολλούς γύρω μου… Αλλά ας μη μπούμε σ’ αυτή τη συζήτηση. Ας γυρίσουμε στο οδοιπορικό μας.
- Συμφωνώ. Πίσω στο οδοιπορικό μας, λοιπόν, που μας οδήγησε λίγο έξω από τα Ταρσινά, προς τα νότια, στον τόπο που λατρευόταν κάποτε η Άρτεμη και τώρα η Παναγία η Ευαγγελίστρια.
- Δεν είναι λίγοι οι χριστιανικοί ναοί που χτίστηκαν πάνω στα ερείπια αρχαίων ναών…
- Πολλών κατεστραμμένων από τους χριστιανούς για να σβήσει η παλιά, παγανιστική θρησκεία των Ελλήνων. Έγινε τότε πολλή ζημιά. Χάθηκαν τόσοι θησαυροί της τέχνης και του πολιτισμού της αρχαίας Ελλάδας…
- Και διηγώντας τα να κλαις… Αν και, σε αρκετές περιπτώσεις, στη θέση των αρχαίων ναών, που πολλοί καταστράφηκαν για άλλους λόγους και όχι εξαιτίας των χριστιανών, χτίστηκαν νέα θαύματα, μνημεία πολιτισμού. Τέτοια υπέροχα μνημεία χτίστηκαν και με τη χρήση υλικών από τους αρχαίους ναούς.
- Όπως στην περίπτωση του χριστιανικού ναού της Μεταμόρφωσης των Ταρσινών, της «δικής σου Μεταμόρφωσης».
- Ακριβώς. Αλλά, ξανά, ας γυρίσουμε στο οδοιπορικό μας.
- Που μας πήγε στην αναπαράσταση της ετήσιας αποδημίας των τσοπάνων στην αρχή του χειμώνα από τον Ταρσό στα χειμαδιά των Ταρσινών Καλυβιών και πάλι πίσω, στον Ταρσό, στην αρχή της άνοιξης.
- Τι περιπέτεια κι αυτή!
- Κάθε χρόνο, σαν τα χελιδόνια!
- Έπειτα οδηγηθήκαμε στην αναζήτηση της ψυχής του τόπου. Των σημερινών Ταρσινών. Όπου αναρωτηθήκαμε τι έμεινε από τις χαρές και τις πίκρες των ανθρώπων που έζησαν εδώ τόσα χρόνια, σχεδόν δυο αιώνες, τι έμεινε στον τόπο από την ψυχή του δηλαδή. Και είπαμε πως η ψυχή του τόπου τριγυρνάει σαν σκιά σε τόπο μακρινό, μαζί με τις  ψυχές των ανθρώπων που έφυγαν για να έρθουν άλλοι.
- Με τις δικιές τους έννοιες, τη δική τους λογική. Θυμάμαι που μου έλεγες πως, όταν επισκέφτηκες τα Ταρσινά για να μαζέψεις πληροφορίες και υλικό, κάποιοι έδειξαν ενδιαφέρον, αλλά κάποιοι άλλοι προσπαθούσαν να σε ψαρέψουν για την πολιτική σου ταυτότητα, αν θα είσαι … υποψήφιος στις επόμενες εκλογές και - συμπέραναν - γι αυτό η τιμή της επίσκεψης!
- Άστο! Και να που το οδοιπορικό μας σήμερα καταλήγει στην αρχαία Ταρσό και στην Παναγία του Βράχου. «Καταλήγει» είπα; Αλλά το ταξίδι δεν καταλήγει ποτέ!
- Ποτέ! Αλλά με την κουβέντα φτάσαμε σχεδόν. Να μπροστά μας ο κάμπος του Φενεού, να τα χωριά του, να η Ντουρτουβάνα και ο Σαϊτάς απέναντι. Σε λίγο θα φανεί η Γκούρα. Μετά το Στενό. Και, τέλος, ο Ταρσός με τα δυο χωριά του!
- Ετοιμάσου για μεγαλεία. Από τη μια τα Μετέωρα της Κορινθίας, απ’ την άλλη, απέναντι, η δασωμένη Ζήρια με την ψηλότερη κορφή της, την Τρικαλιώτικη!




- Και εις άλλα με υγεία!

9/08/2018

Η δική μου Μεταμόρφωση: Ταρσός, η αρχή



- Ώρα να φύγουμε. Ψηλά βουνά μας καλούν, η Ζήρια κι ο Χελμός. Οι τόποι καταγωγής των Ταρσινών. Τα αγέρωχα Μετέωρα της Κορινθίας. Η αρχαία Ταρσός και η ματωμένη ιστορία της στα χρόνια του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή. Η Παναγία του Βράχου… Έτοιμος;   

- Φύγαμε!




- Από Σούλι-Στυμφαλία-Καστανιά-Φενεό θες ή από Ξυλόκαστρο-Τρίκαλα-Καρυά; 

- Διάλεξε εσύ.

- Πάμε από την πρώτη διαδρομή και επιστρέφουμε από τη δεύτερη. Αλλά πηγαίνοντας λέω να παρακάμψουμε την Καστανιά. Μετά το Καρτέρι, θα πάμε αριστερά προς Λαύκα και θα πάρουμε τον καινούργιο δρόμο που θα μας βγάλει στο διάσελο για να πέσουμε στο Φενεό. Τον έχει πάρει;

- Φυσικά. Θα γλιτώσουμε έτσι τις ανηφόρες και τις στροφές της Καστανιάς. Χρόνια ανολοκλήρωτος ο δρόμος, αλλά ευτυχώς πρόσφατα τελείωσε κι αυτός. Τα καλά που λέγαμε. Αλήθεια, ακόμα αμφιβάλλεις ότι πάμε καλά;

- Ησύχασε, δεν αμφιβάλλω. 




- Λοιπόν, πηγαίνοντας θα πούμε όσα έχουμε να πούμε για τον τόπο, εντάξει; Όπως σου έχω πει, στον κάμπο της Βόχας, πριν από τα Ταρσινά, υπήρχαν, στην ίδια θέση, τα Ταρσινά Καλύβια. Δηλαδή τα χειμαδιά των κτηνοτρόφων που ξεκινούσαν  από τα σημερινά χωριά Άνω και Κάτω Ταρσός, στο Φενεό, κι έφταναν εδώ για να ξεχειμάσουν. Τα χωριά αυτά χτίστηκαν σε μια περιοχή που για δυο τουλάχιστον αιώνες ήταν περιοχή ερειπίων, ερημιάς κι εγκατάλειψης. Υπήρχε εκεί μια πόλη σπουδαία, που δεν τη βάζει ο νους σου. Τίποτα δεν έχει μείνει από αυτή την πόλη. Ήταν η Ταρσός. Η περίφημη μεσαιωνική πόλη της ορεινής Δυτικής Κορινθίας που καταστράφηκε συθέμελα. 

- Καλά το είπες, η Ταρσός. Θηλυκό. Σήμερα λέμε «ο Ταρσός». Το αναφέρει ο Άγγελος Μπουβής, ο Φιλόλογος-Γυμνασιάρχης που είχε υπηρετήσει και στο Κιάτο, στο βιβλίο του «Φενεός, Οδοιπορικό», που εκδόθηκε το 1977. Λέει ότι η λέξη σημαίνει ανεμοδαρμένος τόπος ανάμεσα σε βουνά. Λέει ακόμα ότι η ίδρυσή της δεν είναι γνωστή, όμως Βυζαντινοί συγγραφείς αναφέρουν ότι στην εποχή της άλωσής της η Ταρσός ήταν «Πολίχνη ακμάζουσα».

- Έτσι ακριβώς. Η Ταρσός, λοιπόν, ήταν χτισμένη στις υπώρειες του Χελμού, πιθανόν ανάμεσα στα σημερινά χωριά  Άνω και Κάτω Ταρσός, στο φαράγγι του Όλβιου ποταμού που πηγάζει από τη Ζήρια και ποτίζει τον κάμπο του Φενεού. Τα ερείπια της Ταρσού βρίσκονται σε μια περιοχή που λέγεται Παλιοχώρι. Όπως αναφέρει ο Μπουβής φτάνει κανείς εκεί από τη Μονή της Παναγίας των Βράχων προχωρώντας δυτικά, προς τον ορεινό όγκο του Χελμού, έπειτα από πορεία δεκαπέντε λεπτών ανάμεσα σε απόκρημνα βράχια και δασωμένα υψώματα, οπότε συναντάει ένα καλλιεργημένο πλάτωμα σε υψόμετρο 1.500μ. Για τη Μονή θα μιλήσουμε σε λίγο. Σημαντικό κέντρο των Ελλήνων της περιοχής κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, ανήκε στο Δεσποτάτο του Μορέως και είχε μητρόπολη και τρεις ακόμα μικρότερες εκκλησίες, ενώ ο πληθυσμός της έφτασε τις 10.000 κατοίκους. Τι «πολίχνη» μας λένε οι Βυζαντινοί συγγραφείς, εδώ μιλάμε για σημαντική πόλη για τα μέτρα εκείνης της εποχής, κάτι σαν τη σημερινή Λάρισα. Δεν ξέρω αν συμφωνείς.




- Κι εγώ αυτό θα έλεγα. Πόλη!

- Λοιπόν, στα μέσα του 15ου αιώνα, ενώ η πόλη γνώριζε μεγάλη ακμή, ήρθε η καταστροφή και ο αφανισμός της. Να σου διηγηθώ με συντομία τι συνέβη;

- Ξέρω, αλλά ας τα θυμηθούμε.

- Αν και οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες, συμπίπτουν σε βασικά σημεία: Σε οχυρή τοποθεσία πάνω από την πόλη, σε μεγαλοπρεπείς βράχους που θυμίζουν τα Μετέωρα, υπήρχε το κάστρο της πόλης, που αργότερα ονομάστηκε Κάστρο των Σφυρών. Το κάστρο έμεινε στην ιστορία κυρίως από την πολιορκία και τις θηριωδίες των Οθωμανών του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή, που έφτασε εδώ λίγα χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1458 μ.Χ. Ο Μωάμεθ πολιόρκησε το κάστρο με μεγάλο στρατό, ώσπου έπεσε. Ακολούθησε σφαγή. Η πόλη ερήμωσε και σβήστηκε από τον χάρτη.

- Να συμπληρώσω ότι, σύμφωνα με μια εκδοχή, οι υπερασπιστές της αντιστάθηκαν σθεναρά. Ανάμεσά τους ήσαν Φλιάσιοι και Αρβανίτες. 

- Αρβανίτες ξέρουμε ποιοι ήσαν. Να πούμε και ποιοι ήσαν οι Φλιάσιοι;

- Ήσαν κάτοικοι του Φλιούντα, γράφεται και με γιώτα και με έψιλον γιώτα, που στην αρχαιότητα 
υπήρξε πόλη-κράτος, χτισμένη στα νοτιοδυτικά του σημερινού νομού Κορινθίας. Τριάμισι χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Νεμέας, στις όχθες του ποταμού Ασωπού, που χύνεται στο Κιάτο, βρίσκονται λίγα ερείπια της αρχαίας πόλης. Οι Φλιάσιοι έφτασαν εδώ κυνηγημένοι από τον Μωάμεθ. Όταν έφτασαν στον Ταρσό, οι Ταρσινοί τους πρόσφεραν κάθε προστασία, ενώθηκαν μαζί τους και αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν μαζί τους επιδρομείς. Επειδή φαινόταν πως η πολιορκία θα κρατούσε για καιρό, οι δύο πλευρές έκαναν συμφωνία. Οι υπερασπιστές της παραδόθηκαν με τον όρο να επιζήσουν. Ωστόσο οι Οθωμανοί δεν τήρησαν τη συμφωνία και προκάλεσαν μεγάλη σφαγή. Έσυραν από τους αστραγάλους (σφύρες) τους υπερασπιστές του κάστρου, τους έβγαλαν έξω από την πόλη, όπου και θανάτωσαν τους περισσότερους.




- Μια και ανέφερες τον Μπουβή, να πούμε ότι αυτός αφηγείται τα γεγονότα που συνέβησαν εκείνο τον καιρό με πιο δραματικό τρόπο και κάπως διαφορετικά. Γράφει: «Η κατάσταση όλο και χειροτερεύει. Τα πολεμοφόδια σώζονται. Οι μαχητές λιγοστεύουν, τρόφιμα δεν υπάρχουν πουθενά. Και το χειρότερο, οι Τούρκοι ανακάλυψαν το υδραγωγείο και έκοψαν το νερό. Η κατάσταση είναι πλέον αφόρητη. Τι να κάνουν; Αποφασίζουν να δεχτούν τους όρους του Σουλτάνου, να φύγουν δηλαδή «υπόσπονδοι». Η συμφωνία υπογράφεται και οι Ταρσινοί ξεκινούν πρόσφυγες για το άγνωστο. Μαζί τους και οι Αλβανοί που είχαν κλειστοί στο κάστρο. Μα οι Τούρκοι παρασπονδούν και ορμούν κατά του πλήθους. Φοβερή σφαγή ακολουθεί. Οι περισσότεροι φονεύονται, άλλοι συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι, και ελάχιστοι κατορθώνουν να σωθούν…». Αυτά περίπου λέει ο Μπουβής, διανθισμένα, τρόπος του λέγειν δηλαδή, με κάποιες μυθιστορηματικές λεπτομέρειες που τις παραλείπουμε. Τέλος πάντων, πολύ αργότερα, ίσως και πάνω από δυο αιώνες μετά, ήρθαν στην περιοχή της κατεστραμμένης πόλης κι έχτισαν τα δυο χωριά, τον Άνω και τον Κάτω Ταρσό, οι απόγονοι των κατοίκων της παλιάς Ταρσού.

- Τι μας μένει; Α, δεν είπαμε για την ονομασία «Κάστρο των Σφυρών». Ούτε για την Παναγία του Βράχου.

- Στο επόμενο! 

9/03/2018

H "δική μου Μεταμόρφωση" και ο Boissonnas: Μια φωτογραφία


Έψαχνα για φωτογραφικό υλικό με θέμα σκηνές του ποιμενικού βίου από την παλιά Κορινθία, που θα πλαισίωνε την τελευταία ανάρτηση (δείτε στο http://costaspappis.blogspot.com/2018/08/h.html) στο blog μου με τίτλο «H δική μου Μεταμόρφωση: Τα Ταρσινά, τα χελιδόνια, οι ψυχές των τόπων». 

Βρέθηκα λοιπόν μπροστά σε μια εκπληκτική φωτογραφία. Θαυμάστε την!



Αρχείο Fred Boissonnas © ΟΠΕΠ / Θεματοφύλακας Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης


Πρόκειται για φωτογραφία του Fred Boissonnas που επισήμανα από την πρώτη μου κιόλας επίσκεψη στο Μουσείο Περιβάλλοντος Στυμφαλίας. Ήθελα πάση θυσία να μου δοθεί σε ηλεκτρονική μορφή και να αποκτήσω την άδεια χρήσης της για τις ανάγκες του blog. Υπέβαλα σχετικό αίτημα στο Μουσείο. Δεν θα σας ταλαιπωρήσω για τη διαδρομή του αιτήματός μου. Σας βεβαιώνω ότι είχε πολλές «στάσεις». Παντού βρήκα κατανόηση και διάθεση εξυπηρέτησης. Όμως τα ζητήματα του copyright δεν είναι τόσο απλά. Σημασία, πάντως, έχει ότι μου δόθηκε  τελικά η άδεια χρήσης της φωτογραφίας για τις ανάγκες του blog (και μόνο) και ιδού σήμερα σας την παρουσιάζω. 

Ποιος ήταν ο φωτογράφος, ο Φρεντερίκ (Φρεντ) Μπουασονά; 

Ήταν Γαλλοελβετός, γόνος «φωτογραφικής δυναστείας» που γεννήθηκε στη Γενεύη, στις 18 Ιουνίου 1858  και πέθανε εκεί στις 17 Οκτωβρίου 1946. Πολύπλευρο ταλέντο που συνδύαζε τα σπορ (αλπινισμός), τη μουσική και τις καλές τέχνες.

Έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τη φωτογραφική τεχνική του και την εκτεταμένη, επί τριάντα περίπου έτη, από το 1900 μέχρι το 1930, φωτογράφιση του ελληνικού χώρου. Δούλεψε μαζί με τον συνοδοιπόρο φίλο του Ντανιέλ Μπο-Μποβί, πρύτανη της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης. Μαζί με τον Ντανιέλ και τον κυνηγό Χρήστο Κάκαλο κατέκτησαν για πρώτη φορά την κορυφή του Ολύμπου, τον Μύτικα, τον Αύγουστο του 1913!

Το έργο του, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την Ελλάδα, θεωρείται  πρωτοποριακό και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας στον 20ό αιώνα. Το αρχείο του με τις ελληνικού περιεχομένου φωτογραφίες του φυλάσσεται στο Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης. Από εκεί πήρα τελικά την άδεια χρήσης της φωτογραφίας.


Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά όλους όσους με βοήθησαν στην προσπάθειά μου για την παραχώρηση της φωτογραφίας, της οποίας  τα δικαιώματα, όπως και όλης της συλλογής Boissonnas, έχει η υπό εκκαθάριση ΟΠΕΠ ΑΕ. Ιδιαίτερα ευχαριστώ το Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης, καθώς και το Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού. Επίσης ευχαριστώ το Μουσείο Περιβάλλοντος Στυμφαλίας και τις υπηρεσίες της Τράπεζας Πειραιώς που διαχειρίζονται τα Μουσεία, τα οποία στηρίζει η Τράπεζα ανά την Ελλάδα. 

8/29/2018

H δική μου Μεταμόρφωση: Τα Ταρσινά, τα χελιδόνια, οι ψυχές των τόπων



Για τη δική μου Μεταμόρφωση είπαμε, για την Ευαγγελίστρια είπαμε, όμως τόσες μέρες γύρω-γύρω ερχόμαστε από τα Ταρσινά και σχεδόν κουβέντα δεν είπαμε γι’ αυτά. Να σταθούμε κι εδώ, λίγο όμως, γιατί μας περιμένει ταξίδι για τα ορεινά! Κορινθιακά Μετέωρα, Ταρσός, Παναγία των Βράχων… Αρχίζω:





- Τα Ταρσινά ιδρύθηκαν από κάτοικους του Ταρσού, για την ακρίβεια του Άνω και του Κάτω Ταρσού, ορεινών χωριών του Φενεού Κορινθίας, που μετακόμισαν εδώ στα 1835-1836. Τα πρώτα χρόνια ο οικισμός ονομαζόταν Ταρσινά Καλύβια. Όπως είπαμε, μνημεία της περιοχής των Ταρσινών είναι…

- Γιατί «Ταρσινά Καλύβια»;  με κόβεις. Τι παναπεί «να σταθούμε κι εδώ στα Ταρσινά, λίγο όμως»; Γιατί «λίγο όμως»; Τουριστικό γκρουπ είμαστε; Και η ψυχή του τόπου; Δεν θα μου πεις για την ψυχή του τόπου;

- Πρώτα-πρώτα, ένας τόπος είναι ένας τόπος, σου απαντώ. Τα μνημεία, τα ενδιαφέροντα σημεία, αυτά έχουν σημασία.

- Ένας τόπος είναι οι ψυχές των ανθρώπων που τον έκαναν τόπο. Αλλιώς είναι τοπίο, δεν είναι τόπος, μου λες. Είναι ο μόχθος, το αίμα και τα δάκρυα των ανθρώπων, τα γέλια, τα παραμύθια και τα παιχνίδια, οι γάμοι κι οι κηδείες, τα ανταμώματα και οι αποχωρισμοί, είναι οι περιπέτειες και τα δράματα καθενός κι όλων μαζί σ’ όλο το μάκρος της ιστορίας.

- Καλά, καλά, σου λέω και χαμογελώ συμφιλιωτικά. Δεν θα τα χαλάσουμε.

- Λοιπόν;

- Λοιπόν, παρακολούθησε. Θα σου πω για τον πρώτο καιρό, πριν ο τόπος βαφτιστεί Ταρσινά. Πριν τον πουν Ταρσινά Καλύβια. Μιλάω για κάπου δυο αιώνες πριν. Καταλαβαίνεις ε; Εκείνο τον καιρό, για πολλά χρόνια, κάθε χρόνο, λίγο πριν μπει ο χειμώνας και πλακώσει για τα καλά το κρύο και πέσουν τα πρώτα χιόνια στη Ζήρεια και στο Χελμό, κατέβαιναν εδώ από τον Ταρσό οι Ταρσινοί με τις οικογένειες και τα ζωντανά τους. Λίγο πριν, λίγο μετά του τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Ανάλογα με τον καιρό. Πολλές οικογένειες μαζί. Κανονική μετανάστευση. Σαν τα χελιδόνια. Φεύγανε από τον Ταρσό και στήνανε εδώ τα καλύβια τους. Γι’ αυτό τα είπανε μετά «Ταρσινά Καλύβια». Στις αρχές του χειμώνα τα στήνανε, στις αρχές της άνοιξης τα ξεστήνανε. Τον υπόλοιπο χρόνο τον περνούσαν στον Ταρσό. Καλά ως εδώ;




- Καλά.

- Να σου πω πώς έφταναν εδώ;

- Σε ακούω.

- Εδώ είναι το ζουμί. Δώσε βάση. Έρχεται ο Οκτώβρης, φτάνει και του Άη Δημήτρη, και πριν καλά-καλά περάσει η γιορτή του, μερικές φορές και πριν ακόμα έρθει, μια νύχτα ξαφνικά, πριν  το ξημέρωμα, όλος ο Ταρσός, Άνω και Κάτω, βουϊζει κι ανταριάζει. Όλοι στο πόδι, όλα ετοιμάζονται για το ταξίδι. Άνθρωποι, κοπάδια, σκυλιά, άλογα, φοράδες, γαϊδούρια, κότες, ρούχα, προμήθειες, συμπράγκαλα, τσουμπλέκια, κουβέρτες, σκηνές, όλα. Ο τόπος εδώ τους βαστάει με το ζόρι. Οι μέρες μίκρυναν, το κρύο, ιδίως τις νύχτες, έχει μεγαλώσει, τα βοσκοτόπια έχουν στερέψει από τροφή για τα ζωντανά. Αν μείνουν κι άλλο, μπορεί να τους κλείσει ο καιρός, και μετά τίποτα δεν σώζει τα ζωντανά. Στο ταξίδι! Τώρα!






- Υπολογίζοντας την απόσταση, το ταξίδι με το κοπάδι θα έπαιρνε αρκετές μέρες…

- Τουλάχιστον τέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα, αν όλα πάνε καλά, μπορεί και περισσότερο. Στο δρόμο παραμονεύουν δυσκολίες και κακοτοπιές, ιδίως εκεί που πρέπει να κόψουν δρόμο παίρνοντας δύσβατα μονοπάτια. Κλέφτες, λύκοι, τσακάλια. Ευτυχώς υπάρχουν τα σκυλιά. Αλλά και ξαφνικές μπόρες, αλλαγές του καιρού, ατυχήματα. Τις μέρες πορεία μέσα από χωματόδρομους, λαγκαδιές, ανηφόρες, πού και πού χωριά. Στα χωριά θα βρουν ένα φιλικό σπίτι για να περάσουν το βράδυ, να σταλιάσουν σε μια μάντρα ή σ’ ένα χωράφι τα ζωντανά. Φροντίζουν να κρατάνε καλή σχέση μ’ ένα σπίτι τουλάχιστον σε κάθε χωριό. Στην επιστροφή θα ξεπληρώσουν τη φιλοξενία με τυρί, με κανένα αρνί. Περνώντας μέσα από το χωριό τα πρόβατα κοπρίζουν, λερώνουν τον τόπο. Να φεύγουμε μια ώρα αρχύτερα, αλλά πώς να τρέξει το κοπάδι; Οι γυναίκες ζαλωμένες με τα μωρά. Τα ζώα ζαλωμένα με τα πράγματα. Κι οι γέροι, κι αυτοί ζαλωμένοι. Το καραβάνι προχωράει αργά. Αλλά το χωριό είναι συνηθισμένο και δείχνει κατανόηση. Με εννοείς;

- Σ’ εννοώ.

- Κι έτσι το κοπάδι προχωράει. Μέχρι να φτάσουν όλοι σώοι στον προορισμό, με τις λιγότερες αβαρίες και με το κοπάδι ακέραιο. Εκεί θα στήσουν τα καλύβια τους, θα οργανώσουν το νοικοκυριό τους, θα φροντίσουν για τα ζωντανά, θα βρουν τόπους για βοσκή, θα τους μοιράσουν. Ο τόπος τότε καμία σχέση με τον σημερινό. Δύσκολος τόπος, βάλτοι, αρρώστιες… Όλοι, πάντως, μικροί-μεγάλοι, βοηθάνε. Και τα παιδιά. Αυτά μεγαλώνουν γρήγορα. Ας κάνουν κι αλλιώς. Η ανάγκη. Για σχολείο ούτε λόγος. Πού σχολεία στο πουθενά; Άσε που δεν περισσεύουν χέρια. Σε λίγο θ’ αρχίσουν τα γεννητούρια, το άρμεγμα, η τυροκόμηση. Και οι αρρώστιες.  Έτσι θα περάσει ο χειμώνας. Με κρύα και με βροχές, γιατί αυτά δεν λείπουν ούτε από δω. Να μπαίνει το κρύο από παντού στο καλύβι, να μπαίνει η βροχή, να στάζει η σκεπή σε δώδεκα μεριές. Κι όταν αρχίζει να ζεσταίνει ο καιρός, να έρθουν και καλά μαντάτα από τον Ταρσό, πως λειώσανε τα χιόνια και ξεκινάτε, τότε αντίο Ταρσινά Καλύβια. Ξεστήνουν τα κονάκια τους και παίρνουν το δρόμο του γυρισμού. Τον ίδιο δρόμο. Με τις δυσκολίες και τις κακοτοπιές να παραμονεύουν ξανά. Αλλά εκεί ψηλά στα βουνά, στη Ζήρεια, στο Χελμό, τους περιμένει η άνοιξη, το καλοκαίρι! Άλλος αέρας. Πλούσιος, ελεύθερος!




- Δεν είπαμε για το δρομολόγιο, από Ταρσό μέχρι τα βοσκοτόπια του προορισμού, στα Ταρσινά, και πάλι πίσω.

- Εσύ από πού λες να περνούσε;

- Πού να ξέρω;

- Πράγματι, πού να ξέρεις; Ποιος θα μας το πει; Κανείς πια δεν ζει, ούτε τα παιδιά των παιδιών τους, πάνε τόσα χρόνια τώρα. Ποιο χέρι να το έγραψε, ποια μνήμη από γενιά σε γενιά να το φέρει ως εδώ;

- Να μη περνάει από Καρυά;

- Μπράβο, αυτό θα έλεγα κι εγώ. Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει πορεία από τις νότιες πλαγιές της Ζήρειας, από Φενεό, μετά Καστανιά και λοιπά. Αλλά αυτό θα σήμαινε μεγάλο κύκλο. Από Καρυά, λοιπόν. Ύστερα, από τις βόρειες πλαγιές της Ζήρειας, στα Τρίκαλα. Από κει πέρασμα, στα όρια της Φλαμπουρίτσας,  απέναντι, προς Μάρκασι, που σήμερα το λένε Μάννα. Από δω και κάτω, δυο δρόμοι. Είτε από τα Ισώματα της Ζήρειας της Ντουσαϊτικης, το κοπάδι θα βγει στη Ντούσα, σήμερα τη λένε Κεφαλάρι, και μετά θα πέσει  στον κάμπο του Καισαριού. Είτε, δεύτερος δρόμος, θα τραβήξει, ανηφορίζοντας πάνω από το Μάρκασι, προς Βελίνα.

- Υπάρχει και τρίτος δρόμος, πάλι ανηφορίζοντας, αλλά ανατολικότερα, να τραβήξει προς Κλημέντι, και μετά να πέσει  στον κάμπο του Καισαριού.

- Ωραία! Τρεις δρόμοι λοιπόν. Ποιος από τους τρεις είναι πιο σύντομος, εγώ δεν μπορώ να πω. Και οι τρεις, πάντως, είτε από Κεφαλάρι, είτε από Βελίνα, είτε από Κλημέντι, πέφτουν  μετά στη Χούνη. Το Χάνι του Κουτρουμπή δεν υπάρχει ακόμα, θα χρειαστεί καιρό για να φτιαχτεί. Από Χούνη Σούλι, κι από Σούλι Βασιλικό. Ή από Χούνη Μάτσανι, το λένε τώρα Κρυονέρι, και από κει πάλι Βασιλικό. Και να! Μετά από λίγα, 6-7, χιλιόμετρα δρόμο, η γη της επαγγελίας, τα Ταρσινά!

- Φτάσαμε λοιπόν!

- Θα είχα κι άλλα να σου πω…

- Αυτά που είπες φτάνουν και περισσεύουν! Ζωντάνεψες την ψυχή του τόπου!

- Μίλα πιο σιγά, άνθρωπέ μου, μη μας ακούσουν οι από πάνω! Ότι τάχα κάνω θαύματα και ζωντανεύω και νεκρούς! Τον Ασκληπιό  τον ξέχασες; Θέλεις να καταλήξω σαν κι αυτόν; Ο Πίνδαρος λέει ότι πήγε κακήν κακώς! Αν και Θεός της Ιατρικής! Τον κεραυνοβόλησε  ο Δίας γιατί επιχείρησε, λέει, να αναστήσει νεκρό! Γι αυτό μη λες μεγάλες κουβέντες! Ότι δήθεν ζωντάνεψα την ψυχή του τόπου! Ένα νεκρό δηλαδή!

- Έλα, μίλα σοβαρά.

- Μα μιλάω σοβαρά! Για ρίξε μια ματιά γύρω. Τι βλέπεις απ’ όσα σου είπα; Ποια ψυχή βλέπεις που ζωντάνεψε; Εγώ προσκλητήριο πνευμάτων έκανα, τίποτα άλλο. Ήρθαν για όσο μίλαγα, πάνε τώρα, φύγανε, γίνανε καπνός. Κοίταξε!  Όλα τρέχουν, όλα αλλάζουν, τίποτα δεν μένει το ίδιο. Μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Το σήμερα δεν θυμάται τίποτα σχεδόν από το χτες. Δεν φαίνεται αυτό που αλλάζει, το καινούργιο. Περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Σαν να έρχεται στη ζούλα, για να μη το πάρει ο άνθρωπος χαμπάρι, και το προγκήξει να φύγει. Αστειεύομαι. Έρχεται όμως μια μέρα κι έχεις ξεχάσει πώς έζησες. Τα έχεις ξεχάσει σχεδόν όλα. Σε νοιάζει μόνο ποιον είδες σήμερα, πού πήγες σήμερα, τι έφτιαξες, τι χάλασες, ποιον θα δεις και τι θα κάνεις μέχρι αύριο, μεθαύριο. Τα άλλα πετάξανε, φύγανε, έγιναν αέρας, σύννεφο, καπνός. Έρχονται στον ύπνο σου, αραιά και πού, κάποια από τα παλιά. Τα είδες; Δεν τα είδες; Τα ξεχνάς μόλις ανοίξεις τα μάτια σου. Τι έμεινε στον τόπο από την ψυχή του; Απ’ όσα σου διηγήθηκα για τα βάσανα των ανθρώπων στις τέσσερις μέρες «πήγαινε» και στις άλλες τόσες «έλα», Ταρσός – Ταρσινά, Ταρσινά – Ταρσός, χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει. Τι έμεινε από τις χαρές και τις πίκρες των ανθρώπων που έζησαν εδώ; Τώρα οι ψυχές τους τριγυρνούν σαν σκιές σε τόπο μακρινό. Άλλοι άνθρωποι ήρθαν μ’ άλλα βάσανα, τα δικά τους βάσανα, τις δικές τους χαρές και πίκρες. Σε ρωτάω, τι έμεινε στον τόπο από την ψυχή του; Τριγυρνάει κι αυτή σ’ αυτό τον άλλο τόπο, το μακρινό, μαζί με τις ψυχές των ανθρώπων. Όχι εδώ. Γι αυτό σου λέω! Άσε τις ψυχές εκεί μακριά στα λημέρια τους, μακριά από τα Ταρσινά, κι άσε με εμένα να σε ξεναγώ στα μνημεία! Που σου τα είπα εξάλλου: οι δυο εκκλησιές, της Μεταμόρφωσης και της Ευαγγελίστριας. 

8/17/2018

Η δική μου Μεταμόρφωση: η Ευαγγελίστρια και τα κυπαρίσσια της, ο ίσκιος τους και ο Σεφέρης, η Άρτεμις...

  

Νάμαι λοιπόν στην Ευαγγελίστρια. Βρίσκω την πόρτα ξεκλείδωτη. Την ανοίγω.





Στο κατώφλι με υποδέχεται ένας δράκος που φυλάει την εκκλησία, εικονισμένος σ' ένα μικρό, αρχαίο προφανώς, ψηφιδωτό. Ένας δράκος σκέτος; Όχι, ένας δράκος-φίδι που αγκαλιάζει ένα πουλί. Ελάχιστες ψηφίδες έχουν πια απομείνει, υπάρχει όμως ολοκάθαρο το περίγραμμα.




Απ’έξω από την πόρτα ένα άλλο ψηφιδωτό με το δικέφαλο.




Πώς έρχεσαι εδώ; 

Από το εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης προχωράς ανατολικά, παράλληλα στην Εθνική, καμιά διακοσαριά μέτρα. Παίρνοντας τώρα την άσφαλτο που περνάει κάτω από την Εθνική, μέχρι τα Ταρσινά είναι συνολικά ούτε πέντε λεπτά δρόμος. Περνάς μπροστά από την εκκλησία του χωριού, Κωνσταντίνου και Ελένης, ένα μικρό ζιγκ-ζαγκ, κατευθύνεσαι αριστερά. Βγαίνεις από το χωριό, παίρνεις το δρόμο που πάει στα χτήματα και σε λίγο έχεις φτάσει στο μικρό λόφο όπου υπήρχε κάποτε ο ναός της θεάς Άρτεμης. Τώρα υπάρχει ο ναός της Ευαγγελίστριας (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου) κτισμένος πριν από δυο αιώνες περίπου. 

Μέσα στην εκκλησία, κάποια λίγα κομμάτια από τον αρχαίο ναό εδώ κι εκεί στο δάπεδο. Φωτογραφίζω και βγαίνω. Διακρίνω αρχαίο υλικό στους τοίχους. Ολόγυρα πεύκα κι ελαιόδενδρα, αλλά κυρίως κυπαρίσσια. Λίγα παγκάκια κάτω απ’ τα κυπαρίσσια. Παλιά κυπαρίσσια, ψηλά, βαθυπράσινα, όλο υγεία, μερικά στη γραμμή. Κάθομαι σ’ ένα παγκάκι και χαζεύω τους κορμούς τους. Είναι τόσο όμορφοι, να τους βλέπεις σα χορό στην ορχήστρα αρχαίου θεάτρου.






Ήταν, λέει,  ο Κυπάρισσος ένας όμορφος νέος από την Κέα. Γιος του Τήλεφου, του ήρωα της Τεγέας, εγγονός του Ηρακλή και της Αυγής, αγαπημένος του Απόλλωνα και του Ζέφυρου. Για σύντροφό του ο Απόλλωνας του είχε χαρίσει ένα εξημερωμένο ελάφι. Μια μέρα, όπως κοιμόταν το ελάφι σ’ έναν ίσκιο, ο Κυπάρισσος νομίζοντας πως είναι θήραμα κι όχι το αγαπημένο του ελάφι, το σκοτώνει. Απελπισμένος ο νέος θέλει να δώσει τέλος στη ζωή του. Ζητάει μόνο από τους Θεούς τη χάρη να κυλούν τα δάκρυά του αιώνια για να θρηνούν το σκοτωμένο ελάφι. Ο Απόλλωνας προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μάταια. Τέλος ο Θεός τον λυπάται και τον μεταμορφώνει σε κυπαρίσσι. Τώρα αιώνια θα κυλούν σαν σταγόνες από τα κυπαρίσσια τα δάκρυα του Κυπάρισσου. 




Χαίρομαι τη δροσιά, μα κάποιοι στίχοι απ’ το Σεφέρη μου έρχονται στο νου:

Κι αν ο αγέρας φυσά, δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ’ τα κυπαρίσσια…

Εδώ, όμως, φυσάει ένα αεράκι, και τόνα κυπαρίσσι με τ’ άλλο φτιάχνουν ίσκιο και χαρίζουν δροσιά. Αχ, Γιώργο Σεφέρη… Έφυγες τόσο νωρίς, όπως τόσοι δικοί μας άνθρωποι. Να ζούσες, να μας δίδασκες το πένθος σου για την πατρίδα με παραμύθια και παραβολές, για να τ' ακούμε γλυκότερα:

…Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες,
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες το μυαλό και δεν αλλάζουν…
Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα… 

Να ζούσες, λέει, να σ’ έφερνα εδώ, να δροσιστείς, να παρηγορηθείς, κι ας  μας έλεγες ξανά, με εκείνη τη φωνή σου που έμοιαζε με φωνή αναγνώστη σ’ εκκλησιά: 

Μας βαραίνουν οι φίλοι
που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν...

Τώρα, από τους δικούς μας φίλους, πολλοί έχουν κιόλας περάσει στην άλλη όχθη. Δεν μας βαραίνουν πια. Συνηθίσαμε σχεδόν…

Το βλέμμα μου ξεκουράζεται στο τοπίο που φτάνει ως τη θάλασσα. 

Εδώ, λοιπόν, σ’ αυτό το μαγικό τόπο, λατρευόταν η Άρτεμη, η κόρη του Δία και δίδυμη αδελφή του Απόλλωνα, η πανέμορφη θεά του κυνηγιού και της φύσης, η αιώνια αγνή και παρθένα, η γονιμοποιός και προστάτιδα των εφήβων και των νέων. 




Στη Σικυώνα, Πατρώα Άρτεμις (εικονιζόταν με τη μορφή πεσσού, δηλαδή κίονα με τετράγωνη διατομή) αλλά και Λιμναία. Στην Ολυμπία Αγοραία, στην Αθήνα Βουλαία, στη Μίλητο Βουληφόρος, στην Αμφίπολη Ταυροπόλος. Και ακόμα Κουροτρόφος, Αγροτέρα,  Αλφειαία, Ελεία, Καρυάτιδα, Ηγεμόνη, Θερμία, Ιμβρασία, Κορυφαία, Λουσία, Ορτυγία, Λιμνάτις, Ποταμία, Λευκοφρυήνη, Χυσία, Ορθία, Πυθία, Δελφινία, Δαφνία…

Αμέτρητα προσωνύμια. Όπως η Παναγία.

Δυο παρθένες με τόσα προσωνύμια. Αλλά πόσο διαφορετικές...