Κώστας Παππής

1/22/2021

Να αστυνομευτούν τα πανεπιστήμια ή η Κυβέρνηση;

 


Ο συστηματικός βομβαρδισμός, εδώ και πολύ καιρό, της κοινής γνώμης από τα κανάλια με εικόνες παρανομίας και βίας, που προέρχονται από τα πανεπιστήμια, οδήγησε τελικά στο, από την αρχή, ζητούμενο: μετά την κατά ριπές κατασυκοφάντηση των δημόσιων πανεπιστημίων, η κυβέρνηση αισθάνεται τώρα πια πως έχει λυμένα τα χέρια της:

 

Ιδρύει την πανεπιστημιακή αστυνομία.

 

Πρόκειται για το τελευταίο στάδιο στην επιχείρηση διαπόμπευσης του δημόσιου πανεπιστημίου σαν χώρου παρανομίας που χρειάζεται όχι απλή επιτήρηση και εσωτερικό έλεγχο από το ίδιο το πανεπιστήμιο αλλά κανονική αστυνόμευση. Κάτι που ούτε η χούντα δεν είχε τολμήσει.

 

Ανακαλώ από την μνήμη μου – υπήρξα για πολλά χρόνια πανεπιστημιακός καθηγητής.

 

Από τα πανεπιστήμια, όπως ακριβώς και από όλους τους κοινωνικούς χώρους, δεν λείπουν περιστατικά παραβατικότητας. Μιας παραβατικότητας που, ειδικά στο πανεπιστήμιο, διαβαθμίζεται:

 

Από την ρύπανση των τοίχων των πανεπιστημίων, μέχρι τις εμφύλιες συρράξεις μεταξύ φοιτητικών παρατάξεων, παραμάγαζων και διεκπεραιωτών της πολιτικής των κομμάτων. Κι από την χρήση του πανεπιστημίου για να πλουτίσουν κάποιοι, μέχρι την αξιοποίησή του ως βάθρου για πολιτική ή επιχειρηματική ανέλιξη - και όχι για την μετάδοση της γνώσης και την καλλιέργεια της επιστήμης, όπως είναι ο ρόλος του.

 

Είναι γνωστές οι περιπτώσεις που πρυτάνεις και καθηγητές οδηγήθηκαν στο δικαστήριο και τελικά στην φυλακή για βαρβάτες υπεξαιρέσεις. Οι εξυπηρετήσεις, άλλωστε, των φίλων του κόμματος αποτελούσε και αποτελεί πάγια τακτική μέσα στα πανεπιστήμια. Δύσκολα γινόσουν (και γίνεσαι, υποθέτω) καθηγητής πανεπιστημίου αν δεν είχες κομματικές ή άλλες πλάτες. Ο νεποτισμός και ο φατριασμός πάνε σύννεφο.  

 

Αλλά όλα αυτά δείχνουν ως κύριο ένοχο ένα συγκεκριμένο σύστημα, μια συγκεκριμένη ιδεολογία και κάποιους συγκεκριμένους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Αυτά όμως δεν ελέγχονται ούτε αντιμετωπίζονται με αστυνομικά τμήματα μέσα στο πανεπιστήμιο, που έχουν σχεδιαστεί για να στρέφονται ειδικά και αποκλειστικά κατά φοιτητών, νέων γενικά.  Αλλού είναι το κακό, άλλη είναι η θεραπεία. Μόνο που δεν συμφέρει στους κρατούντες.

 

Φυσικά συνέβαιναν και συμβαίνουν μέσα στο δημόσιο πανεπιστήμιο κι άλλα παραβατικά περιστατικά: πλημμελής επιτήρηση και αντιγραφή στις εξετάσεις, καταλήψεις κάποτε για ψύλλου πήδημα κλπ. Θα θυμίσει ίσως κάποιος ότι σε κανα-δυο πανεπιστήμια αναφέρθηκαν κάποτε περιστατικά χρήσης/διακίνησης μικρών ποσοτήτων ναρκωτικών. Εγώ δεν διαπίστωσα τέτοια περιστατικά. Αλλά, πάντως, η χρήση/διακίνηση ναρκωτικών διατρέχει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, ενώ ορισμένα σαλόνια και υψηλοί κύκλοι, εκτός πανεπιστημίων φυσικά, διαπρέπουν στο σπορ. Τα παραβατικά περιστατικά όπου εμπλέκονται φοιτητές, όταν δεν είναι καθοδηγούμενα και δεν εξυπηρετούν άνωθεν εντολές, ωχριούν μπροστά στο μέγεθος των άλλων μορφών παραβατικότητα, όπως (τρανταχτό παράδειγμα), είναι η παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου αυτοδιοίκητου του πανεπιστημίου από τα κόμματα εξουσίας, που επεμβαίνουν απροσχημάτιστα στις πρυτανικές εκλογές και στις εκλογές των καθηγητών.

 

Σήμερα, μέσα σε συνθήκες πανδημίας, με κλειστά τα πανεπιστήμια και τους φοιτητές στα σπίτια τους, η κυβέρνηση προχωράει με άνεση σε μία νομοθετική ρύθμιση, όπου μέσα στα πανεπιστήμια ιδρύονται ουσιαστικά αστυνομικά τμήματα που θα έχουν ως καθήκον την επιβολή του νόμου και της τάξης. Και φυσικά, όχι εκεί που επειγόντως απαιτείται πράγματι επιβολή της τάξης, όπως στα μείζονα που ανέφερα, αλλά στα ελάσσονα, σε  εκείνα που ρυθμίζονται μέσα στο πλαίσιο των νόμων και του θεσμού του αυτοδιοίκητου του πανεπιστημίου. Πώς αλήθεια θα επιβάλλεται ο νόμος και η τάξη; Με κλομπς, όπλα, χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, και χημικά μέσα στις τάξεις; Προβλέπω να γινόμαστε μάρτυρες σε ιστορίες τρόμου.

 

Αν περάσει της κυβέρνησης, με εκφρασμένη την αντίθεση της πανεπιστημιακής κοινότητας και της αντιπολίτευσης, κι αν εφαρμοστούν όσα οραματίζεται, με επιβολή αστυνομικού τύπου βίας, με πειθαρχικά, αποβολές κλπ, θα πρόκειται πιθανότατα για ένα χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου του νόμου και της τάξης μέσα στο δημόσιο πανεπιστήμιο. Όσοι έχουμε ζήσει το πανεπιστήμιο από μέσα, καταλαβαίνουμε τι διαρκή πρόκληση θα συνιστά για τους φοιτητές, ιδιαίτερα για τους πιο «ζωηρούς», ποιες αντιδράσεις, ίσως και τραγωδίες, θα πυροδοτήσει η παρουσία των χιλίων αστυνομικών που εξαγγέλλει η κυβέρνηση. Άσχετο: έχει κανείς αμφιβολία πως οι 1000 που θέλει να διορίσει η κυβέρνηση σαν αστυνομικούς των πανεπιστημίων δεν θα είναι παιδιά του κόμματος, ορκισμένα «κουκιά» για τις εκλογές, οψέποτε γίνουν; Που μάλιστα, και να καταργηθεί η αστυνομία του πανεπιστημίου, δεν θα παραμείνουν σαν εσαεί παρακαταθήκη της ΝΔ μέσα στους χώρους της ανώτατης εκπαίδευσης; Κάπου είδα πως αυτοί οι 1000 προορίζονται για τα τέσσερα μεγάλα πανεπιστήμια. Κάντε την διαίρεση 1000 διά 4. Δηλαδή, σε καθένα από τα πανεπιστήμια αυτά θα «σταθμεύει» κατά μέσο όρο δύναμη 250 αστυνομικών! Όση δεν είναι η δύναμη που αστυνομεύει όλες τις πόλεις και τα χωριά ενός μεσαίου νομού της χώρας!   

 

Αλλά γιατί, ποιος είναι ο κυριότερος λόγος, που επιχειρείται τώρα να περάσει ο νόμος;

 

Αστεία ερώτηση, και έχει ήδη απαντηθεί! Απλούστατα, επειδή τώρα, με τις υπάρχουσες συνθήκες, τα σχέδια της κυβέρνησης θα συναντήσουν την μικρότερη δυνατή αντίσταση από όση θα υπήρχε σε συνθήκες κανονικότητας. Και επειδή έτσι, με ένα μέτρο καταστολής φτιαγμένο στα μέτρα της, η κυβέρνηση ονειρεύεται πως εν όψει των κοινωνικών κινητοποιήσεων που θα υπάρξουν μετά την πανδημία, θα μπορεί να απαντάει «νόμιμα», με τους μηχανισμούς που έγκαιρα θα έχει δημιουργήσει, στους αγώνες των ευαισθητοποιημένων φοιτητών και γενικά της πανεπιστημιακής κοινότητας.

 

Η χούντα, στα χρόνια της, για να ελέγξει το πανεπιστήμιο, είχε αποφύγει να ιδρύσει επίσημα αστυνομία στο εσωτερικό του. Ίδρυσε απλώς, εκτός πανεπιστημίων, το διαβόητο Σπουδαστικό της Ασφάλειας. Μέσω αυτού είχε επιχειρήσει να μετατρέψει τους φοιτητές σε χαφιέδες των συναδέλφων τους. Η παραμικρή έκφραση αντίστασης, το παραμικρό αρνητικό σχόλιο κατά της χούντας, έφτανε στ’ αυτιά του Σπουδαστικού κι είχε σαν συνέπεια μία πρόσκληση στα γραφεία της Ασφάλειας για τα περαιτέρω.

 

Τώρα τα πράματα έχουν αγριέψει ακόμα περισσότερο. Η βαρβαρότητα και η βία των δυνάμεων ασφάλειας των Μητσοτάκη-Χρυσοχοΐδη είναι έκδηλη στους δρόμους και στις πλατείες σε κάθε σχεδόν λαϊκή κινητοποίηση, διδάσκοντας κατάλληλα πρότυπα. Σαν κι αυτά που ενέπνευσαν τα δυο νεαρά αδέρφια στο μετρό, που μας έδειξαν τα κανάλια αυτές τις μέρες. Είδατε καμιά διαφορά στο είδος και το μέγεθος της βίας που άσκησαν οι δυο έφηβοι στον επόπτη, από τις συνηθισμένες σκηνές βίας, αυτές που ασκούν οι σιδερόφρακτες δυνάμεις ασφαλείας των Μητσοτάκη-Χρυσοχοΐδη κατά των ανθρώπων που διαδηλώνουν στις μαζικές κινητοποιήσεις;

 

Μήπως ήρθε τώρα η ώρα να μεταφερθούν αυτές οι σκηνές μέσα στο πανεπιστήμιο;  

1/19/2021

Η αρχαία γέφυρα του Κυρίλλου

- Τώρα, κάτσε και γράψτα, εσύ που γράφεις.

- Να τα γράψω, κυρ-Νίκο, αλλά πώς; Τα καλά ή τα κακά πρώτα;

- Να τα γράψεις από την αρχή. Κανονικά, με αρχή-μέση-τέλος. Κράτα τα λογοτεχνικά σου τρυκ για τους «Στρατολάτες» σου, το νέο σου μυθιστόρημα, που ήρθε ο καιρός πια να το τελειώσεις, να το διαβάσουμε κι εμείς.












Από την αρχή, λοιπόν. Η απόφαση ήρθε μπαμ-μπαμ, καθώς επιστρέφαμε από τα Στύλια, το  χωριό του Νίκου (το όνομα του φίλου μου ολόκληρο είναι Νίκος Ντάνος, εκπαιδευτικός στην σύνταξη πια, και αεί αρχαιολόγος, ο καλύτερος που θα διαθέταμε στην Κορινθία αν…). Είχαμε πάει να μου δείξει «κάτι αρχαία». Τα είδαμε, τα φωτογραφίσαμε, ευχαριστηθήκαμε, μαζέψαμε κι ελιές, που θα τις φτιάξω όπως τις έφτιαχνε η μανούλα του, και είπαμε να μαζευτούμε σπίτια μας.  

Η απόφαση που ήρθε μπαμ-μπαμ ήταν, στην επιστροφή, να κατέβουμε στον Κύριλλο για μια ανανέωση της σχέσης μας με τον κοινό παλιό μας φίλο. Τον ποταμό Κύριλλο! Συγκεκριμένα, για να δούμε «κάτι» εκεί, να εξακριβώσουμε την κατάστασή του, κι αν υπάρχει ακόμα. Τι; Μα η αρχαία του γέφυρα, που έπρεπε να διαβεί κανείς για να ακολουθήσει τον δρόμο που θα τον έβγαζε από την Κορινθία στην Αχαΐα!

Έστι δε Κύριλλος το τρίτο ποτάμι της Σικυώνιας γης (τα άλλα δυο είναι οι αρχαίοι ποταμοί Ασωπός και Ελισσώνας, στα ανατολικά του). Το μικρότερο ποτάμι από τα τρία, κι αυτό που δεν αναφέρεται πουθενά στις αρχαίες πηγές, τουλάχιστον με αυτό το όνομα. Τα σχετικά τα έγραψα στην δημοσίευση που έκανα πρόσφατα στο blog μου (costaspappis.blogspot.com) για την αρχαία γέφυρα στον Ελισσώνα. Μετά την δημοσίευση αυτή, όλες οι αρχές και δυνάμεις του τόπου και του έθνους, από τον Δήμο, την Αρχαιολογική υπηρεσία Κορίνθου και τους πολιτιστικούς συλλόγους, μέχρι το Μαξίμου και το γραφείο της Προέδρου της Δημοκρατίας, έσπευσαν να επικοινωνήσουν μαζί μου για να μάθουν περισσότερα. Αλήθεια σας λέω!

Ο Κύριλλος πηγάζει πάνω από την Αρκούδα, στην Τσάκριζα. Τον βλέπουμε δεξιά καθώς ανεβαίνουμε από Κιάτο για Σούλι. Εκβάλλει στον Κορινθιακό κόλπο, κοντά στις εκβολές του Ελισσώνα. Για τον Κύριλλο δεν ξέρουμε τίποτα, πέρα από το όνομά του. Ο Βασίλης Λίγκας, στην εξαιρετική του μελέτη «Το Κιάτο στον διάβα του χρόνου», αναφέρει κάποια στιγμή την θέση «Κύριλλος» για να ορίσει τα σύνορα κάποιου αγροκτήματος, κι από κει και πέρα «ούτε λέξη πια καμιά», που λέει το τραγούδι. Ευτυχώς, δηλαδή, που υπήρχε το αγρόκτημα, αλλιώς για τον Κύριλλο δεν θα υπήρχε καμία αναφορά στο βιβλίο. Κι όμως… Οι αρχαίοι ημών τους ποταμούς τους λάτρευαν σαν θεούς … Αλλά αυτοί, οι αρχαίοι ημών, είχαν εν γένει περίεργες συνήθειες…   

Ο αρχαιολόγος Γιάννης Λώλος αναφέρει το ποτάμι στο σύγγραμμά του Land of Sikyon. Συγκεκριμένα γράφει για τον Κύριλλο ότι «…ο Σελλήεις, αναφέρεται από τον Στράβωνα ως ποτάμι γύρω από τη Σικυώνα: ἔστι δὲ καὶ περὶ Σικυῶνα Σελλήεις καὶ Ἔφυρα πλησίον κώμη (8.3.5). Ο κοντινότερος ποταμός προς την Σικυώνα, μετά τον Ασωπό και τον Ελισσώνα (και λιγότερο από ένα χιλιόμετρο δυτικά του τελευταίου), είναι το ρέμα του Κυρίλλου, με τον μεγαλύτερο από τους δύο παραπόταμούς του (Γουργουράτη) να έχει την πηγή του στην περιοχή του Σουλίου. Επομένως, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, θεωρώ ότι ο αρχαίος Σελλήεις είναι το ρέμα του Κυρίλλου και όχι το ρέμα του Λαλιώτη, όπως πρότειναν οι προηγούμενοι μελετητές».

Ο Λώλος δηλαδή θεωρεί πως ο αρχαίος Σελλήεις είναι ο Κύριλλος και όχι ο Σελίανδρος (το ρέμα του Λαλιώτη) που κατεβαίνει ανατολικά του Διμηνιού και χύνεται στην Πικραγγουριά.

Νομίζω πως ο Λώλος κάνει λάθος. Ο Κύριλλος δεν είναι ποτάμι "γύρω από την Σικυώνα". Αντίθετα, διασχίζει την Σικυώνα σε σχεδόν ευθεία γραμμή, μέχρι να εκβάλει στον Κορινθιακό, πριν τα Παπαρέικα (ας δει τους Χάρτες του αρ. 3, 4 και 5 του συγγράμματός του). Σελλήεις πρέπει να είναι ο (φωνητικά συγγενής) ποταμός Σελίανδρος, ή ρέμα του Λαλιώτη. Όσο για την κοντινή αρχαία κώμη Έφυρα, έχω κάποιες ενδείξεις πως βρισκόταν στην δυτική όχθη του Σελίανδρου, δηλαδή από την μεριά του Διμηνιού προς Λαλιώτη, όχι πάντως του Κυρίλλου. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Εδώ θα προσθέσω μιαν εξαιρετικά σημαντική αναφορά που κάνει ο Όμηρος στον τόπο μας, και συγκεκριμένα στο ποτάμι για το οποίο μιλάμε, στον ποταμό Σελλήεντα. Την θυμήθηκε ο Νίκος και την αναζήτησα και την βρήκα στην Ιλιάδα.

Λέει ο θείος Όμηρος (κι εγώ παραφράζω με την βοήθεια της μετάφρασης του Ιάκωβου Πολυλά) για κάποιον νέο με τ’ όνομα Μέγης που, στην ώρα της μάχης, γλίτωσε την ζωή του χάρη σε έναν θώρακα που είχε φέρει έναν καιρό «ο Φυλεύς από την Έφυρα, εκεί που κυλάει ο Σελλήεις ποταμός»! Γιατί την ώρα που ο Μέγης έγδυνε από τα άρματά του τον σκοτωμένο αντίπαλό του, που έπεσε στο χώμα με βρόντο, χύθηκε πάνω του ο Λαμπετίδης Δόλοπας, άξιος λογχιστής, άνδρας πολεμικότατος, που τον είχε σπείρει ο Λάμπος, ο γιος του Λαομέδοντα, πρώτος από τους πολεμάρχους. Ο Λαμπετίδης, λοιπόν, χτύπησε με την λόγχη του από κοντά την ασπίδα του Μέγη, αλλά τον νέο τον έσωσε ο θώρακας ο στερεός, που έναν καιρό τον είχε φέρει (και του τον είχε δώσει) ο Φυλέας από την Έφυρα, εκεί που κυλάει ο Σελλήεις ποταμός. Τον θώρακα τον είχε δωρίσει στον Φυλέα ο πολέμαρχος Ευφήτης για να τον φοράει στην μάχη και να προστατεύεται από τον εχθρό! (Ομήρου Ιλιάδα, Ραψωδία Ο, 524-533).

Θυμόμασταν κι οι δυο μας, ο Νίκος κι εγώ, από τον καιρό των παράλληλων εφηβικών και νεανικών μας Παραδείσων (δεν γνωριζόμασταν τότε), τον Κύριλλο, τον υπέροχο, τον μοσχοβολισμένο. Κρατάω στην μνήμη μου τις ιτιές του, τα κυπαρίσσια του που επιζούν ακόμα, όσα γλίτωσαν από τους ανθρώπους, αλλά  και τα σπάρτα του κάθε άνοιξη, που στο μεθυστικό άρωμά τους διακρίνονται ίχνη από σπέρμα. Και ίσως το πιο σημαντικό: θυμόμασταν κι οι δυο μας κάποιαν αρχαία λιθοδομή, που είχαμε εντοπίσει καθένας ξεχωριστά σε κάποιο σημείο της όχθης του ποταμιού. Ήταν το δυτικό πέδιλο (στήριγμα) μιας αρχαίας γέφυρας! Ο Νίκος μάλιστα θυμόταν και το ανατολικό της πέδιλο!

- Σοβαρά μιλάς; Δεν το είχες δει;

- Όχι, ρε Νίκο, δεν το είχα δει!  

Αλλά ας συντομεύω. 11-1-2021. Βρισκόμαστε, μετά από λίγο ψάξιμο, κατεβασμένοι μέσα στην κοίτη του ποταμιού, κοντά στο σημείο που θυμόμαστε την λιθοδομή. Το ποτάμι, χείμαρρος για την ακρίβεια, έχει αγριέψει, είναι ελάχιστα βατό. Βάτα, κορμοί δέντρων, ρίζες, βράχοι, τρέχει νερό, κι εμείς φοράμε τα εντελώς ακατάλληλα αθλητικά μας παπούτσια. Τσαλαβουτάμε, προχωράμε λίγο, σε κάποιο σημείο εξαφανίζεται μέσα στην πηχτή λάσπη το ένα μου πόδι, το ανασύρω χωρίς παπούτσι, και… ιδού! Η λιθοδομή που ψάχνουμε, ό,τι έχει απομείνει από το δυτικό πέδιλο της αρχαίας γέφυρας, εμφανίζεται, δειλά στην αρχή, μετά σε όλη της την μεγαλοπρέπεια!

Για βάση μια εμφανέστατη τεράστια ορθογώνια πλάκα, με μήκος όσο το μπόι μου, κι άλλη μια δίπλα της, ίσως και μια τρίτη. Συνολικό μήκος βάσης τουλάχιστον έξι μέτρα, όμως δεν μπορούμε να δούμε καθαρά. Από πάνω σώζονται μερικές σειρές από μεγάλους λαξευμένους ορθογώνιους δόμους, ισοδομικά χτισμένους. Άρα τουλάχιστον ελληνιστικοί χρόνοι, πάντως προ-ρωμαϊκοί. Οι άλλες σειρές έχουν καταρρεύσει και εξαφανιστεί, παρασυρμένες προφανώς από το ρέμα. Αυτά στην ανατολική φάτσα. Στην βορινή πλαϊνή φάτσα η λιθοδομή, από ακανόνιστα λιθάρια, σώζεται ακέραια.

Παρένθεση: Παραθέτω σε μετάφραση από το σύγγραμμα του Λώλου το απόσπασμα που αναφέρεται στην αρχαία γέφυρα. Ο Λώλος επισκέφθηκε την γέφυρα, κι αυτός σε δύσκολες συνθήκες, κατά το τέλος της δεκαετίας του 1990, και δίνει μια φωτογραφία της, όπου όμως ελάχιστα πράγματα διακρίνονται. Γράφει ο Λώλος:  

«Στο ποτάμι του Κυρίλλου βρήκα την γέφυρα σε υψόμετρο 90 μ. περίπου (RS-4, Εικ. 3.68). Παρά τις μνημειακές διαστάσεις της γέφυρας, δεν αναφέρεται πουθενά στην βιβλιογραφία, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών των πρώτων ταξιδιωτών. Τα στηρίγματα φαίνονται και στις δύο όχθες του ποταμού, αλλά το δυτικό είναι το καλύτερα διατηρημένο. Έχει πλάτος 7,25 m και ύψος πάνω από 3 m. Η πυκνή βλάστηση της κοίτης του ποταμού δεν μου επέτρεψε να μετρήσω το άνοιγμα της γέφυρας και η φωτογράφισή της ήταν πολύ δύσκολη. Η γέφυρα είναι χτισμένη με ισοδομική τοιχοποιία από λαξευμένα τμήματα βράχων (δόμους) και το δυτικό στήριγμα διατηρεί οκτώ σειρές, το καθένα περίπου 0,4 m ύψος. Οι δύο πάνω σειρές του δυτικού στηρίγματος δείχνουν τοιχοποιία από ακατέργαστα λιθάρια. Διαπίστωσα επίσης ένα λεπτό στρώμα κονιάματος στις αρθρώσεις, και μεγάλα ακατέργαστα λιθάρια τοποθετημένα σε κονίαμα στις πλευρές της γέφυρας. Η χρονολόγηση της αρχικής κατασκευής είναι μια ερώτηση που δημιουργεί πονοκέφαλο. Το ισχυρό κονίαμα στις αρθρώσεις δείχνει ρωμαϊκή ή μετα-ρωμαϊκή εποχή, και δεδομένου ότι η θέση του γεφυριού ευθυγραμμίζεται με τον δρόμο που έρχεται από την Κόρινθο, το χρονολογώ στην αυτοκρατορική περίοδο. Από την άλλη μεριά, τα ακατέργαστα λιθάρια αποτελούν σαφώς μια μεταγενέστερη επισκευή , που ίσως έγινε κατά την βυζαντινή ή την φραγκική περίοδο».

Θα προσέξατε την αναφορά του σχετικά με την χρονολόγηση της γέφυρας, που διαφέρει από την αρχική δική μας: «Το ισχυρό κονίαμα στις αρθρώσεις δείχνει ρωμαϊκή ή μετα-ρωμαϊκή εποχή». Εμείς δεν είδαμε κονίαμα, αλλά το έμπειρο μάτι του αρχαιολόγου είναι πιο αξιόπιστο.

Επανέρχομαι στην δική μας εξερεύνηση, με το ερώτημα: «Και το ανατολικό πέδιλο; Πού είναι το ανατολικό πέδιλο;».

Ήρθε η ώρα για τα κακά μαντάτα. Δεν φαίνεται τίποτα. Απολύτως τίποτα.  Ο Νίκος το έβλεπε μέχρι πριν μερικά χρόνια. Ο Λώλος το είδε όταν έκανε αυτοψία στην γέφυρα, στο τέλος της δεκαετίας του 1990. Έχει άραγε παρασυρθεί το πέδιλο τα τελευταία χρόνια από τα νερά του χειμάρρου, ιδίως μετά την γνωστή πλημμύρα που έπληξε την περιοχή πριν δυο χρόνια; Δύσκολο, ιδίως για την βάση του. Η βάση του στηρίγματος θα έπρεπε οπωσδήποτε να βρίσκεται στην θέση της. Έχει μήπως καταπλακωθεί από τα μπάζα που σωριάστηκαν εκεί, στην ανατολική όχθη του Κυρίλλου, για να χτιστεί το γνωστό μεγαθήριο που φέρει την επωνυμία «Συνεδριακό Κέντρο Αφοί Μάλλιου»; Το πιο πιθανό. Θα το θεωρούσα βέβαιο. Μιλάμε για αμέτρητους τόνους μπάζων που σωριάστηκαν ακριβώς σε κείνο το μέρος.

Άρα; Χτίστηκε, λοιπόν, αυτό το μεγαθήριο επί θυσία ενός μνημείου του αρχαίου τεχνικού μας πολιτισμού, ενός σπουδαίου τεκμηρίου της οργάνωσης της αρχαίας πόλης-κράτους της Σικυώνας;

Κανείς, δήμος, αρχαιολογική υπηρεσία, πολιτιστικοί σύλλογοι, κανείς δεν πήρε χαμπάρι. Κανένας δεν αντέδρασε όταν γινόταν αυτή η καταστροφή: η οριστική, για πάντα ίσως εξαφάνιση του μέρους εκείνου που είχε απομείνει από το ανατολικό πέδιλο της αρχαίας γέφυρας της Σικυώνας στον Κύριλλο. Ό,τι διαφύλαξαν οι αιώνες, έγινε καπνός σε λίγα εικοσιτετράωρα, στην διάρκεια της δικής μας γενιάς, της σακάτικης.

Μπορεί καθένας, χωρίς καμία συνέπεια, να πετάει τα μπάζα του όπου λάχει; Στις όχθες ποταμών; Ενδεχομένως πάνω σε αρχαία ερείπια; Αυτά τα έρημα τ' αρχαία είναι ο μεγαλύτερος πλούτος μας, όχι μόνο με πολιτιστικούς αλλά και με οικονομικούς όρους. Τι θα κάνουν οι αρχές τώρα; Θα απαιτήσουν άραγε τουλάχιστον την απομάκρυνση των μπάζων, την αποκατάσταση του τοπίου; Τι θα γίνει για να μην καταρρεύσει και εξαφανιστεί ολοσχερώς και το δυτικό πέδιλο της αρχαίας γέφυρας που έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας; 

Ποιος θ' απαντήσει;


1/02/2021

Στην αρχαία γέφυρα του Ελισσώνα: Για καλό ποδαρικό στο 2021!

Από καιρό ήθελα να μιλήσω για μια γέφυρα της αρχαίας Σικυώνας, που τα απομεινάρια της στις όχθες του ποταμού Ελισσώνα πολύ λίγοι γνωρίζουν. Η αλήθεια είναι πως, εκτός από αυτήν, και την αρχαία γέφυρα πάνω στον Ασωπό, στην θέση της σημερινής Τουρκογέφυρας, κολλητά σχεδόν στη Νέα Εθνική Οδό, ανατολικά του Βασιλικού, που είναι αρκετά γνωστή, δεν υπάρχουν άλλες αρχαίες γέφυρες στην περιοχή της πόλης-κράτους της Σικυώνας. Εξαίρεση αποτελούν δυο ακόμα αρχαίες γέφυρες στις όχθες του Κυρίλλου, για τις οποίες όχι μόνο έχω ακούσει, αλλά διατηρώ και κάποιες αμυδρές εικόνες από τις περιπλανήσεις της νεότητάς μου,  και για τις οποίες ελπίζω να μπορέσω να μιλήσω κάποτε. Σκέφτηκα, λοιπόν, να κάνουμε ποδαρικό στον καινούργιο χρόνο μιλώντας για την αρχαία γέφυρα του Ελισσώνα. 









Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Τρία ποτάμια διατρέχουν το σημερινό Κιάτο και χύνονται στον Κορινθιακό: το ένα είναι ο Ασωπός, που πηγάζει από τα μέρη της Νεμέας και οι εκβολές του είναι στον Άη Γιάννη, στα ανατολικά όρια του Κιάτου. Το δεύτερο είναι ο Ελισσώνας, που πηγάζει από την περιοχή του Κρυονερίου και οι εκβολές του είναι δυτικά της κεντρικής πλατείας, καμιά διακοσαριά μέτρα απόσταση. Τα ονόματα των δυο αυτών ποταμιών είναι γνωστά από την αρχαιότητα και δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα. Το τρίτο είναι το ποτάμι του Κυρίλλου. Πηγάζει νοτιοδυτικά της Αρκούδας και εκβάλλει καμιά εξακοσαριά μέτρα δυτικά των εκβολών του Ελισσώνα. Το όνομα αυτού του τρίτου ποταμιού, που είναι και το μικρότερο, δεν είναι αρχαίο, όπως των άλλων δυο. Εκτός από αυτά τα ποτάμια, την αρχαία πόλη-κράτος της Σικυώνας διέτρεχαν και άλλα, όπως ο Σελίανδρος, δυτικά του Πάσιου και ανατολικά του Πάνω Διμηνιού, και διάφορα μικρότερα.

Ήταν την δεκαετία του 1980, ίσως και λίγο νωρίτερα, που μια μέρα, ο φίλος μου Σπύρος Παπαχριστόπουλος (έχει περάσει κι αυτός στην άλλη όχθη εδώ και πολλά χρόνια…) με πήρε να μου δείξει «κάτι αρχαία». Πήραμε τον επαρχιακό δρόμο που πάει από το Κιάτο προς το Σούλι και συνεχίζει προς Στυμφαλία. Φτάνοντας εκεί που ο δρόμος ανηφορίζει προς την Αρκούδα, τον αφήσαμε και στρίψαμε αριστερά, ώσπου φτάσαμε στην κοίτη του Ελισσώνα. Αν συνεχίζαμε θα μπαίναμε στο χωριό Μούλκι. Εμείς όμως στρίψαμε δεξιά, παίρνοντας τον (μέχρι τότε) χωματόδρομο, στην δυτική όχθη του ποταμιού, μέχρι που φτάσαμε στο εκκλησάκι της Παναγίας του Μουλκίου (ιδιοκτησίας Δριτσόπουλου). Τώρα είναι βαριά μανταλωμένο, όμως τότε όλα τα εκκλησάκια ήταν ακόμα επισκέψιμα. Χαρακτηριστικά τα μεγάλα κυπαρίσσια, έξω από το εκκλησάκι, που ζουν και βασιλεύουν ακόμα.  Μέχρι εκεί, αλλά και πιο πάνω, περνούσαμε δίπλα από χτήματα, κυρίως με βερικοκιές, ελιόδεντρα, αμπέλια, εσπεριδοειδή κι άλλα δέντρα, που κάλυπταν τις δυο όχθες του ποταμιού.




(Στην πάνω αριστερή γωνία το αρχαίο στάδιο της Σικυώνας. Εκεί που αρχίζει να κατηφορίζει ο χωματόδρομος, είναι η Πύλη 6 της αρχαίας πόλης) 

Καμιά εκατοστή μέτρα πιο πάνω από το εκκλησάκι, ένα παρακλάδι του δρόμου έστριβε αριστερά, κι εκεί υπήρχε ένα σύγχρονο γεφυράκι, που περνούσε στην ανατολική όχθη του Ελισσώνα. Εμείς δεν στρίψαμε. Συνεχίσαμε καμιά εκατοστή μέτρα ακόμα και ιδού, φτάσαμε! Πράγματι, προχωρώντας λίγα μέτρα προς την όχθη, πάνω από την κοίτη του ποταμιού, βρεθήκαμε σε ένα εντυπωσιακό κτίσμα, αυτό που ήθελε να μου δείξει ο Σπύρος. Υποθέσαμε πως, λόγω θέσης, διαστάσεων, στιβαρότητας και υλικών κατασκευής, ήταν η δυτική στήριξη, η μια βάση (πέδιλο) μιας αρχαίας γέφυρας, πράγμα που επιβεβαιώθηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Γύρω στα πέντε μέτρα ύψος από την κοίτη μέχρι το ψηλότερο σημείο, κατασκευασμένη από λαξευμένα κομμάτια βράχου, έστεκε μόνη της, καθώς η ανατολική στήριξη και η υπόλοιπη γέφυρα είχαν εξαφανιστεί, πιθανότατα εδώ και πολλούς αιώνες. Από πάνω, ψηλά, σε κάποια απόσταση, βλέπαμε το υψίπεδο της αρχαίας πόλης, τειχισμένης, με πύλες ολόγυρα. Από κάποια απ’ αυτές θα περνούσε ο δρόμος που θα κατηφόριζε προς την ανατολική όχθη του ποταμιού και την αρχαία γέφυρα.

Επισκέφθηκα δυο-τρεις φορές ακόμα την περιοχή της γέφυρας. Μετά πέρασε ο καιρός, η γέφυρα ξεχάστηκε. Την αναζήτησα πάλι μετά από πολλά χρόνια, αλλά δυσκολεύτηκα να την εντοπίσω, καθώς επέμενα να την ψάχνω στο ύψος της Παναγίας, ενώ έπρεπε να προχωρήσω νοτιότερα, αν και όχι πολύ μακριά από το εκκλησάκι.  Ο Σπύρος είχε φύγει στο μεταξύ. Τελικά την ξαναβρήκα. Δεν είχε αλλάξει τίποτα.

Το ενδιαφέρον μου για την γέφυρα αναζωπυρώθηκε ακόμα μια φορά τα τελευταία ένα-δυο χρόνια, όταν περνώντας στην άλλη όχθη, την ανατολική, είδα μια δομή με λίγες πέτρες λαξευμένες, που φαίνονταν ν’ αποτελούν αρχαίο υλικό. Υπέθεσα ότι μπορεί η δομή να ήταν ό,τι είχε απομείνει από την ανατολική στήριξη της αρχαίας γέφυρας. Επικοινώνησα αρμοδίως στέλνοντας φωτογραφίες, κι έλαβα την εκτίμηση ότι το υλικό μεν ήταν αρχαίο, όμως η δομή ήταν νεότερη.




Και τότε μου σφηνώθηκε η ιδέα ότι, δεν μπορεί, αν δεν ήταν η συγκεκριμένη δομή, πάντως κάπου εκεί γύρω έπρεπε να υπάρχει ακόμα κάτι από την ανατολική στήριξη της αρχαίας γέφυρας. Στο μεταξύ είχα αποκτήσει πρόσβαση στο εξαιρετικά διαφωτιστικό σύγγραμμα (διατριβή) με τίτλο «Land of Sikyon» του Καθηγητή αρχαιολογίας Γιάννη Λώλου. Κι εκεί διάβασα, ανάμεσα στ’ άλλα, και τα εξής:


(Η Πύλη 6 της Σικυώνας στο κέντρο πάνω, όπως φαίνεται από την γέφυρα στο ποτάμι του Ελισσώνα)

Ότι από την Σικυώνα, μετά την επανίδρυσή της από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, προς το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., κατέβαιναν δύο χωμάτινοι δρόμοι στον ποταμό Ελισσώνα με δυτική κατεύθυνση. Και οι δύο είναι ορατοί ακόμα και σήμερα. Ο ένας πέρναγε ανάμεσα στο αρχαίο στάδιο και το θέατρο μέσω της Πύλης 6 (ο χάρτης από το σύγγραμμα του κ.Λώλου). 




Ο άλλος όδευε στα βόρεια του σταδίου, μέσω της Πύλης 7. Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, αυτές οι διαδρομές διευρύνθηκαν και εμβαθύνθηκαν με μηχανικά μέσα. Και οι δύο έφταναν στο ποτάμι, για να γίνουν τελικά ο αρχαίος δρόμος που ένωνε την Σικυώνα με την αρχαία Στύμφαλο.

Συνεχίζοντας λέει πως, για να προσδιοριστεί ποια από τις δύο διαδρομές ταιριάζει καλύτερα στην αρχαία διαδρομή προς τη Στύμφαλο, ίσως είναι χρήσιμα τα ίχνη μιας αρχαίας γέφυρας που ανακάλυψε στις όχθες του ποταμού Ελισσώνα. Αυτά γράφονταν το 1997. Η γέφυρα που αναφέρει ο Καθηγητής είναι φυσικά η ίδια που γνωρίζαμε, ο μεν Σπύρος κι εγώ δέκα, δεκαπέντε, μπορεί και είκοσι χρόνια νωρίτερα, άλλοι δε ακόμα πιο παλιά! Ο κ.Λώλος ταυτοποιεί την γέφυρα, την συσχετίζει με την αρχαία Σικυώνα και τον ρόλο της στην επικοινωνία με την Στύμφαλο, και δίνει πλήρη τεχνικά στοιχεία για την γέφυρα: το μέγιστο διατηρημένο ύψος της γέφυρας είναι 4,9 μ, το πλάτος 3,15 μ και τα ορατά μέρη των μικρών πλευρών της έχουν μέγεθος 2 μ (βόρεια) και 3,4 μ (νότια). Η τοιχοποιία είναι ισοδομική και αποτελείται από εννέα σειρές μπλόκια, λαξευμένα κομμάτια συμπαγούς γκρίζου βράχου, περίπου 1 x 0,7 μ και 0,5 μ ύψος. Οι σειρές διαχωρίζονται με στρώματα κονιάματος, πάχους 0,05 m κατά μέσο όρο.

Δίνει κι άλλες τεχνικές λεπτομέρειες ο κ.Λώλος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παρατήρησή του, ότι δεν υπάρχει ένδειξη ότι η γέφυρα είχε ποτέ καμάρα, ενώ από τις μετρήσεις που έγιναν συμπέρανε πως το αρχικό μήκος της γέφυρας πρέπει να ήταν περίπου 27 μέτρα. Το άνοιγμα αυτό, σημειώνει, θα απαιτούσε την ανέγερση τουλάχιστον δύο, πιθανώς περισσότερων, ενδιάμεσων υπόβαθρων (πέδιλων) που θα ενώνονταν με σανίδωμα (δηλαδή η διάβαση θα γινόταν πάνω στο σανίδωμα που κάλυπτε όλο το μήκος της γέφυρας). Ο χρόνος κατασκευής της γέφυρας είναι πολύ δύσκολο να καθοριστεί. Η τοιχοποιία από μόνη της δεν επιτρέπει να υποστηρίξει κανείς την υπόθεση ότι κατασκευάστηκε πριν από την ρωμαϊκή περίοδο, ενώ ο τύπος του κονιάματος ανάμεσα στις λαξευμένες πέτρες δείχνει ότι το στήριγμα (πέδιλο) χτίστηκε ή ίσως ξαναχτίστηκε κάποια στιγμή στην ρωμαϊκή περίοδο.

Και ο κ.Λώλος καταλήγει λέγοντας πως αυτή η γέφυρα χρονολογείται πιθανότατα από τις αρχές του 3ου αι. π.Χ., αμέσως μετά την επανίδρυση από τον Δημήτριο της πόλης στην τοποθεσία της κλασικής ακρόπολης. Πάντως, σχετικά με το ερώτημα ποια από τις δύο διαδρομές, που οδηγούν από την αρχαία πόλη στο ποτάμι, ταιριάζει καλύτερα στην αρχαία διαδρομή προς την Στύμφαλο, νομίζω πως σαφώς είναι ο δρόμος που παίρνει κανείς βγαίνοντας από την Πύλη 6.

Επανέρχομαι τώρα στην ιδέα που μου σφηνώθηκε. Ότι δεν μπορεί, κάπου εκεί γύρω, στην ανατολική όχθη, απέναντι από την δυτική στήριξη της γέφυρας, πρέπει να υπάρχει ακόμα κάτι από την ανατολική στήριξή της, και μας περιμένει να την φέρουμε στην επιφάνεια.

Δεν χρειάστηκε να ψάξω πολύ. Εντόπισα ένα μόνο σημείο που λέω πως είναι μάλλον η μοναδική θέση που μπορεί να βρίσκεται το (αφανές για την ώρα) πέδιλο. Τράβηξα μερικές φωτογραφίες όπου φαίνεται κάποιο υλικό. Υπάρχει κι άλλο υλικό in situ αλλά δεν το πιάνει η φωτογραφική μηχανή. Το βλέπει κανείς όμως αν πάει εκεί. Το μέρος είναι καλυμμένο με βλάστηση, αλλά όταν παραμέρισα μέρος της με την μαγκούρα μου, φάνηκε κι άλλο κατεργασμένο υλικό.







Το σημείο είναι ΑΚΡΙΒΩΣ απέναντι (φάτσα με φάτσα) με την ανατολική όψη του δυτικού πέδιλου. Επίσης βρίσκεται εκεί που καταλήγει ο δρόμος που κατεβαίνει από την νοτιοδυτική Πύλη 6 της Σικυώνας.

Θεωρώ ότι με λίγη ανασκαφική δουλειά, το πέδιλο ή κάποια τέλος πάντων δομικά του στοιχεία είναι πολύ πιθανό να φανούν σε όλη τους την δόξα!!! Θα είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχουμε και τα δυο πέδιλα της αρχαίας γέφυρας εμφανή. Μιλάμε επιτέλους για μια μοναδική αρχαία γέφυρα! Δεν μας έχουν απομείνει και πολλές!

12/14/2020

Το Δένδρο της Ανυπαρξίας

 

Στον φίλο και παλιό συμμαθητή μου Νώντα Κωνσταντίνου, από το Μπούζι, που ζει στην Μελβούρνη απ’ όταν μετανάστευσε εκεί στα είκοσί του χρόνια, είναι αφιερωμένη η στήλη μου στην εφημερίδα ΣΙΚΥΩΝΙΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ, στο νέο της φύλλο. Στην στήλη, που φέρει τον τίτλο «Πρό(σ)κληση σε διάλογο», φιλοξενώ το κείμενό του με τίτλο «Το Δέντρο της Ανυπαρξίας». Το νέο φύλλο θα είναι διπλό (Νοέμβριος-Δεκέμβριος) και θα κυκλοφορήσει λόγω των γνωστών συνθηκών μόνο ηλεκτρονικά.

 

Το κείμενο του Νώντα διαβάζεται σαν απόσταγμα της πείρας μιας ολόκληρης ζωής, σαν φιλοσοφική επιτομή αλλά και, απλά, σαν ποίημα. Το διάβασε ο ίδιος σε μιαν από τις συναντήσεις του «Φιλοσοφικού Καφενείου» της Μελβούρνης, ανταποκρινόμενος  στην πρόσκληση του Προέδρου της συνάντησης, διατυπωμένης όπως στα κλασσικά χρόνια από τον Κήρυκα στην Πνύκα: «τις αγορεύειν βούλεται;». Ποιος θέλει να μιλήσει; 

 

Τι είναι το «Φιλοσοφικό Καφενείο» της Μελβούρνης; Αν θέλετε την δική μου απάντηση, είναι η ζωντανή απόδειξη πως η Ελλάδα, αν ζει κάπου, μπορεί να ζει εκτός Ελλάδας.

 

Είναι μια Λέσχη ελλήνων, που ιδρύθηκε πριν 30 περίπου χρόνια. Ιδρυτής είναι ο Δρ. Κώστας Βίτκος, που συνεχίζει να υπηρετεί και να διδάσκει αφιλοκερδώς την ομήγυρη, ενώ στις τυχόν απουσίες του αναλαμβάνει ο Καθηγητής Θωμάς Ηλιόπουλος. Το φιλόξενο και μεγάλο κτίριο των Αρκάδων, που βρίσκεται σε κεντρικό μέρος της πόλης της Μελβούρνης, είναι ο τόπος συγκέντρωσης όσων θέλουν να συμμετάσχουν στις συναντήσεις του Καφενείου. Οι συναντήσεις είναι μηνιαίες, με 30-50 παρευρισκόμενους, πολλοί από τους οποίους έχουν εκπαιδευτικό παρελθόν, και διαρκούν περίπου τρεις ώρες. Η προσέλευση είναι ελεύθερη για όλους. Επίσης κάνουν τέσσερις εκδρομές τον χρόνο, γιορτάζοντας τις ισημερίες και τα ηλιοστάσια.

 

Οι συναντήσεις αρχίζουν με λεξιλόγιο και γραμματική,  ακολουθεί το περίπου  εικοσάλεπτο των αγορεύσεων («τις αγορεύειν βούλεται»), όπου καθένας είναι ελεύθερος να πάρει τον λόγο, μετά από προτροπή του δασκάλου. Μετά ακολουθεί καφεδάκι, με γλυκά που έχουν ετοιμάσει οι κυρίες, και το τελευταίο και μεγαλύτερο μέρος το καταλαμβάνει η παρουσίαση της ζωής και των έργων φιλοσόφων.

Το Καφενείο της Μελβούρνης μου θύμισε μια παρόμοια προσπάθεια που κάναμε μια παρέα φοιτητών στο Λονδίνο τα χρόνια που σπούδαζα κι εγώ εκεί, πάνε κάπου σαράντα πέντε χρόνια τώρα… 

Διαβάστε το κείμενο του Νώντα.




Το Δένδρο της Ανυπαρξίας

Του Νώντα Κωνσταντίνου

Ένα σύντομο ταξίδι ζωής, από το βαθύ και μυθολογικό παρελθόν, στο απώτερο, απροσδιόριστο και ερωτηματικό μέλλον. Στη διαδρομή ίσως υπάρξουν ψήγματα, που ερεθίζουν το αισθητήριο φιλοσοφικής σκέψης, έρευνας και συλλογισμού, που δεν υπάρχουν όρια και περιορισμοί, ανάμεσα στις σκοτεινές ατραπούς του μυαλού, φτάνει κανείς να αγγίξει το άγνωστο υπερπέραν του μέλλοντος, που έχει ονειρευτεί.

Στο ταξίδι, με βοηθό την πανέμορφη, αινιγματική και πολυδιάστατη φύση, και με πυξίδα την ανάγκη, μητέρα της εφεύρεσης, φορτωμένοι με γνώσεις, εμπειρίες και μνήμες, μεταφερόμαστε στο άγνωστο και ερωτηματικό μελλοντικό υπερπέραν, που μας περιμένει.

Αφού λοιπόν ικανοποίησα τις ανάγκες του στομάχου μου, με τροφή και ποτό, έχω και απόθεμα, αναγκαία προϋπόθεση για επιβίωση, ντύθηκα κατάλληλα, για να αμυνθώ στα στοιχεία της φύσης, κρύο, αέρα, βροχή, ζέστη, χιόνι, και αφού μετέτρεψα τις τρώγλες και τα σπήλαια σε πολυτελή κατοικία, με αναπαυτικούς καναπέδες και κλιματισμό, θα έπρεπε να ξεκουραστώ, χωρίς άλλη μέριμνα, εκτός από την διαιώνιση του είδους μου.  Αλλά αυτό ενστικτωδώς, προικισμένος απο την φύση, όπως όλα τα έμβια όντα, θα επήρχετο ούτως  ή άλλως.

Εδώ όμως ο μεγάλος Σταγειρίτης φιλόσοφος Αριστοτέλης, μου λέει: είσαι πολιτικό ζώο, και διαφέρεις από τ’ άλλα, διότι διαθέτεις "Νουν και Λογική", γι’ αυτό αναβαθμίζεσαι σε άνθρωπο, με προσόντα για περαιτέρω προοδευτικές απαιτήσεις. Έτσι νέος, ακμαίος, υγιής και δυνατός, το ταξίδι θα είναι ανυπέρβλητο σε ενδιαφέρον και εκπλήξεις, και μάλιστα με την παρουσία και συντροφιά μιας πανέμορφης και ελκυστικής κυρίας, που συγκεντρώνει όλα τα θέλγητρα και καλλονές του θήλεος, ξεπερνώντας ακόμη και εκείνη την ομορφιά της Ελένης του Ομήρου. Η κυρία αυτή ονομάζεται "Επιθυμία", και με τα πολλά της "θέλω", επιδιώξεις του αποκτάν και απολαμβάνειν, εκπληρώνοντας το ένα μετά το άλλο,κυνηγώντας το άπιαστο μέλλον, συμπράττει με μια άλλη κυρία, εξίσου ωραία, που τόσο μας αναστατώνει και παρεμβαίνει σε όλες τις πράξεις της ζωής μας, χαρές, λύπες, απογοητεύεις, φόβους, ελπίδες: την αποκαλούμενη "Ψυχή".

Έτσι λοιπόν οι δυο αγαπημένες κύριες, χέρι-χέρι σαν μαθήτριες σε ανοιξιάτικη εκδρομή, γλυκοτραγουδώντας και κουτσοχορεύοντας, μας οδεύουν και συνοδεύουν ανέμελα στα καταπράσινα λουλουδιασμένα λιβάδια της ζωής.

Εκεί όμως στην διαδρομή, εμφανίζεται ένα τερατώδες εμπόδιο, που ξαφνιάζει και κατατρομάζει τις χαρούμενες κυρίες. Ένας βλοσυρός γέροντας, ασπρομάλλης, λευκοπώγωνας. Στο ένα χέρι κρατά βακτηρία, στο άλλο ρομφαία, απειλητικός, με κατακόκκινα μάτια, εμποδίζει  τις κυρίες, λέγοντας:  μέχρι δω, μέχρι δω και μη παρέκει, είμαι ο "Γεροχρόνος". Σας έδωσα αρκετά, 70-80-100 χρόνια, τώρα βάζω φραγμό, εμπόδια, συρματοπλέγματα, τείχος σαν το Σινικό, και τράφο αδιαπέραστη. Εδώ είναι το τέλος κάθε ζωής. Μπορώ και δόλια να κλέψω τη χαρά από την αγκαλιά μιας μάνας.

Οι δυο κυρίες απογοητευμένες, περίλυπες, συλλογίζονται, συσκέπτονται και συναποφασίζουν να ζητήσουν βοήθεια και συμβουλή από τον μέγα άνακτα, τον "Νουν", για το τι μέλλει γενέσθαι.

Ο άνακτας τις καθησυχάζει, λέγοντας πως έχουμε την δύναμη, την τέχνη , τα μέσα και την θέληση να σπάσουμε τα δεσμά και το φράγμα, και να ταξιδέψουμε ανενόχλητοι στο υπερπέραν.

Έτσι λοιπόν, επωμίζομαι το επαχθές φορτίο και την δύσκολη αποστολή, να φέρω εις πέρας τις συμβουλές του μεγάλου άνακτα.

Τώρα μπαίνω στα χωράφια του Πλούτωνα, φορτωμένος με γνώσεις, εμπειρίες και αναμνήσεις, και αντικρίζω μια απεραντοσύνη, κενότητα και ερημιά με νεκρική σιγή, χωρίς ίχνος ύπαρξης, παρά μόνο τον ήλιο να κατακαίει τα πάντα. Στο χάος της ερημικής απεραντοσύνης στέκεται το περίφημο Δένδρο της Ανυπαρξίας. Δεν έχει ρίζες, δεν έχει κορμό, μα ούτε και κλώνους με φύλλα. Εκεί ακριβώς βρίσκομαι, κάτω από αυτό το δένδρο, που με προστατεύει με την φυλλωσιά του από τις ακτίνες του ηλίου, και ακουμπισμένος στο κορμό του, ρίχνω άφθονο νερό στις ρίζες του, και το μετατρέπω σε μια θαυμάσια δροσερή όαση, στην απεραντοσύνη του πουθενά. Στρώνω την πολύχρωμη και αναπαυτική κουβέρτα μου, και το καλάθι με την εκδρομική τροφή, αυγά βραστά, μια ζεστή φρεσκοβγαλμένη φραντζόλα ψωμί, τυρί από τον Παρνασσό, ούζο από τον Τύρναβο, ντομάτες από την Αργολίδα, ελιές από την όμορφη   Καλαμάτα, και ένα δροσερό χρυσοκίτρινο σταφύλι (σουλτανίνα) από τα ιερά χώματα της Κορινθίας, γερμένος μονόπλευρα, με προσκεφάλι τη βίκα με το νερό, να μυρίζει πεύκο, απολαμβάνοντας την γαλήνη, με μια γλυκιά μελωδία που έρχεται από μακριά, συνδυασμός της κιθάρας του Απόλλωνα με την λύρα του Ορφέα, που αντικαθιστούν την ανάσα και το πιο γλυκό χάδι της μάνας μέσα στην νάκα. Ευτυχής μοιράζομαι τις γνώσεις, εμπειρίες και αναμνήσεις, με όλους αυτούς που ταξίδεψαν πριν από μένα, και κρατώντας τες σαν παρακαταθήκη γι’ αυτούς που έπονται. Ικανοποιημένος, με πόση λαχτάρα ξυπνώ κι αναφωνώ:  "Νενίκηκά σε Γεροχρόνε, ανεμπόδιστος θα ταξιδεύω εσαεί, για να μοιράζομαι τις μνήμες, με τους πριν και τους μετά».  

Καλό ταξίδι συνοδοιπόροι.


11/03/2020

Η βίγλα στο Παλιόκαστρο του Ασωπού

 

Σηκωθείτε, μην κάθεστε! Το πρόγραμμά μας σήμερα έχει ξανά Λακωνία. Ακόμα μια βίγλα. Μας περιμένει πάνω σ’ έναν απόκρημνο λόφο, στο Παλιόκαστρο Ασωπού. Την επισκεφτήκαμε τον περασμένο Αύγουστο.

Για να ανοίξει η όρεξη, φωτογραφίες.





















Πριν πάρουμε την ανηφόρα για το Παλιόκαστρο, ας θυμηθούμε τι κάναμε προηγουμένως.

Κοιτάξαμε νοτιο-ανατολικά από το Σημείο Μηδέν. Λέω «Σημείο Μηδέν» την Βίγλα του Αγίου Κωνσταντίνου, την λησμονημένη από αιώνες βίγλα κοντά στο χωριό Κουλέντια (Ελληνικό) της Λακωνίας, για δυο λόγους: επειδή έχει μια ειδική, στρατηγική σημασία στην αλυσίδα φρυκτωριών, στο ανατολικό ποδάρι του Λακωνικού κόλπου. Και επειδή έχει μια ξεχωριστή, προσωπική σημασία για μένα, αφού είναι η βίγλα που εντόπισα σε μια από τις περιπλανήσεις μου στις εξοχές και στις ερημιές που τριγυρνάω. Συμβάλλοντας έτσι μ’ ένα μικρό λιθαράκι στην γνώση της ιστορίας του τόπου (https://costaspappis.blogspot.com/2020/09/blog-post_10.html).

Νοτιο-ανατολικά, λοιπόν, είδαμε τ’ όμορφο κάστρο των Βάτικων (Αγίας Παρασκευής), χτισμένο σ’ ένα μικρό λόφο μέσα στον κάμπο, στα περίχωρα της Νεάπολης Λακωνίας (https://costaspappis.blogspot.com/2020/09/blog-post_30.html). Ανάμεσα στο Σημείο Μηδέν και στο κάστρο υπάρχει οπτική επαφή, που εκείνα τα χρόνια της ενετοκρατίας ήταν το ζητούμενο για την ανταλλαγή μηνυμάτων, σωτήριων για την προστασία από τους κουρσάρους.

Ας κοιτάξουμε τώρα νότια και δυτικά, προς τον κάμπο της Ελίκας. Εκεί μας είναι γνωστά τα μέρη. Έχουμε οπτική επαφή με δυο κρίκους στην αλυσίδα από βίγλες, σ’ αυτό το ποδάρι του Λακωνικού κόλπου: τον Κουλεντιανό πύργο και τον πύργο του Φονιά, αντίστοιχα: 

http://costaspappis.blogspot.com/2019/07/blog-post_11.html

http://costaspappis.blogspot.com/2019/07/blog-post.html.

Επόμενος κρίκος;

Από τον Καστρολόγο (https://www.kastra.eu/) μαθαίνουμε πως ο επόμενος κρίκος είναι το Παλιόκαστρο Ασωπού. Ακόμα πιο πέρα είναι ο πύργος της Ελαίας. Αυτούς τους δυο κρίκους θα επισκεφθούμε. Πριν από την επίσκεψή μας επισκεπτόμαστε με τον Θωμά ξανά τον πύργο του Φονιά. Από εκεί μόλις διακρίνουμε, αλλά χωρίς να μας μένει καμιά αμφιβολία, τον λόφο του Παλιόκαστρου. Ισχυρή ένδειξη ότι το Παλιόκαστρο λειτουργούσε, εκτός από κάστρο, και ως βίγλα. Με τον πύργο της Ελαίας όμως δεν υπάρχει οπτική επαφή από τον πύργο του Φονιά.

Ξεκινάμε από την Ελίκα της Λακωνίας, την βάση μας, για τον πρώτο προορισμό, το Παλιόκαστρο. Οι τρεις μας, ο Θωμάς, ο Θοδωρής κι εγώ. Απόγευμα Αυγούστου προχωρημένο, για να μην φάμε την ζέστη της μέρας. Δεν ήταν και η καλύτερη απόφαση. Ούτε το φως ήταν καλό, ούτε τον χρόνο που θέλαμε για την φωτογράφιση είχαμε, γιατί μέρος του διαθέσιμου χρόνου αναλώθηκε στο ανέβασμα στον τόπο του προορισμού μας.  

Το Παλιόκαστρο βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 250 μέτρων, στο πλάτωμα της κορυφής ενός εντυπωσιακού απόκρημνου λόφου. Τον συναντάει κανείς καθώς κινείται στον επαρχιακό δρόμο Παπαδιάνικων-Δαιμονιάς, που οδηγεί στην Ελίκα και στην συνέχεια στη Νεάπολη και στην Μονεμβασιά. Από τα Παπαδιάνικα με κατεύθυνση προς την Δαιμονιά, η απόσταση μέχρι το Παλιόκαστρο είναι περίπου 2 χλμ. Ο λόφος αναγνωρίζεται εύκολα, καθώς δεσπόζει στην περιοχή, και διαθέτει εξαιρετική φυσική οχύρωση. Είναι πολύ κοντά στον δρόμο και ξεχωρίζει με το τραπεζοειδές σχήμα του. Μια σήμανση πάνω στον δρόμο οδηγεί στην αρχή μιας πεζοπορικής διαδρομής. Το ανέβασμα, με αρκετή κλίση, απαιτεί προσοχή στις μικρές σάρες που σχηματίζονται. Διαρκεί για το κατσίκι της παρέας, τον Θωμά, 30 λεπτά. Για τους άλλους δυο, 45 λεπτά. Δεν τα πήγαμε κι άσχημα!

Ο Καστρολόγος (https://www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=asopo) δίνει για το κάστρο την πληροφορία ότι ο χρόνος της κατασκευής είναι άγνωστος, η προέλευση Βυζαντινή, ότι πρόκειται για ερείπια κάστρου. Διαβάζουμε ακόμα πως «ο τόπος υπήρξε καταφύγιο των κατοίκων στις πειρατικές και τουρκικές επιδρομές, αλλά είναι αμφίβολο αν υπήρξε ποτέ πραγματικό κάστρο. Πιθανόν όμως και να ήταν, δεδομένου ότι από τις λίστες με τα κάστρα (Annali Veneti κ.λπ.) καταγράφεται στην Λακωνία ένα κάστρο Asopo ή Asopes το 1463 υπό Ενετική κατοχή, και το 1467 υπό Οθωμανική κατοχή, ενώ το 1471 σημειώνεται ως Aspes (?) και ως ενετικό. Δεν είναι βέβαιο ότι αυτές οι αναφορές αφορούν το συγκεκριμένο κάστρο, είναι όμως εξαιρετικά πιθανό».

Μετά από μια κοπιαστική διαδρομή, όπου συναντάμε άγριες ελιές και θάμνους, φτάνουμε επιτέλους στην κορυφή. Λίγο πριν φτάσουμε συναντάμε αρχαία πέτρινα σκαλοπάτια που, στο τέλος, είναι σύγχρονα, και μπορεί κανείς να βοηθηθεί έστω και στα τελευταία μέτρα πιάνοντας μια μεταλλική κουπαστή. Στο πλάτωμα, στην αρχή, ένας λίθινος σωρός και μια σημαία, και παντού διάσπαρτα ερείπια βυζαντινών κτισμάτων.


Καθώς χαμηλώνει το φως τρέχουμε κι οι τρεις μας να προλάβουμε να φωτογραφίσουμε τα ερείπια πάνω στο πλάτωμα, κί όλα φτάνει το μάτι μας ολόγυρα. 

 

Η θέα από δω πάνω είναι μοναδική. Μπορεί κανείς να διακρίνει ολόκληρο τον Λακωνικό κόλπο έως το Γύθειο και τα Κύθηρα. Από κάποιο σημείο, σε μιαν άκρη πάνω στο πλάτωμα, μπορεί κανείς να διακρίνει (περισσότερο, να μαντέψει) νοτιοανατολικά, στο βάθος, τον Πύργο του Φονιά, ενώ δυτικά μόλις διακρίνεται κι ο πύργος της Ελαίας. Από Μονεμβασιά (θα μιλήσουμε γι’ αυτό) δεν βλέπουμε τίποτα – αλλά αυτό το ξέραμε ήδη…


Όπως μας πληροφορεί η ιστοσελίδα του Δήμου Ασωπού (http://www.asopos.gr/paralies3.htm), από εδώ μπορεί κανείς να διακρίνει όλο το Λακωνικό Κόλπο, και συγκεκριμένα τα χωριά Γλυφάδα, Μποζά, Ασωπό, Ξυλί, Καραβοστάσι, Πλύτρα, Παπαδιάνικα, Χαρακιά, παραλία Δαιμονιάς (Πυλά), και Αρχάγγελο. Επίσης, το Γύθειο και τα Κύθηρα.

 

Απολαμβάνουμε την υπέροχη δύση του ήλιου προς τα μέρη της Μάνης, μέσα σε συννεφάκια βαμμένα με χρώματα πορφυρά. Σπεύδουμε για να προλάβουμε το νύχτωμα. Το μονοπάτι είναι ανώμαλο κι η κάθοδος δεν αστειεύεται. Ευτυχώς φτάνουμε στην βάση μας χωρίς αβαρίες.

 

Σειρά τώρα έχει ο πύργος της Ελαίας. Ραντεβού ξανά εδώ προσεχώς.