Κώστας Παππής

8/06/2017

Όπου φοράει μια μουτσούνα ο αράπης, ο μαύρος, ο σκύλος, ο ταμ-ταμ-ταμ...

 
Ίσα που προλαβαίνετε. Από απόψε τα μεσάνυχτα θα είναι πια γραμμένο με χρυσά γράμματα στο παρελθόν μιας «κοσμοπολίτικης πόλης» με ένδοξη ιστορία και, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, ακόμα πιο ένδοξο – στα πέρατα της οικουμένης – παρόν.
 
Μιλάμε για του Κιάτου. Εδώ στου Κιάτου, κάτου εκεί στο λιμάνι, λοιπόν, οργανώθηκε αυτές τις μέρες το «Πολιτιστικό Πανηγύρι Κιάτου», η «Μεγάλη Γιορτή της κοσμοπολίτικης πόλης» κατά τους διοργανωτές του (ποιοί νάναι άραγε;). Ναι, στου Κιάτου, στην κοσμοπολίτικη, επαναλαμβάνω, κατά τους διοργανωτές, πόλη. Όπου μπορούσε κανείς για λίγες μέρες να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων της τέχνης και του πολιτισμού, που προσφέρονταν αφειδώς από τους διοργανωτές σε πάγκους και περίπτερα όσο – όσο, μέχρι και ένα ευρώ το κομμάτι. Όπου το είδος πνευματικής τροφής που υπόσχονταν οι διοργανωτές διακρίνεται ευκρινέστατα κάτω από την ταμπέλα του εν λόγω Πανηγυριού (δείτε τη φωτογραφία): Ζωοτροφές. Θεία ειρωνία.
 
 
 
Αυτό το «Πολιτιστικό Πανηγύρι» δεν ήταν πανηγύρι, δεν ήταν φεστιβάλ. Ήταν ΦΕΣΤΙΒΑΛΙ. Πώς λέμε καρναβάλι; Όπου φοράει μια μουτσούνα ο αράπης, ο μαύρος, ο σκύλος, ο ταμ-ταμ-ταμ (χαίρε μεγάλε δάσκαλε Γιώργο Ζαμπετα), και μεταμορφώνεται σε μαρκησία ένα πράμα;
 
Ε, τι; Θα το ονόμαζαν οι διοργανωτές «παζάρι» όπως πράγματι ήταν; Και τι κακό έχει ένα παζάρι; Του Θεού είναι κι αυτό. Αλλά οι διοργανωτές ντρέπονταν να το πουν έτσι. Αυτοί, όλα κι όλα, διοργανώνουν ανώτερα πράματα.
    
Αν, τώρα, διαφαίνεται ίσως μια ειρωνία στην αναφορά μας στο «κοσμοπολίτικη πόλη», συγγνώμη, αλλά μας παρεξηγήσατε. Ίσα – ίσα που εμείς βρήκαμε επιτέλους απάντηση στην απορία που μας βασανίζει τα τελευταία χρόνια, πώς αποφάσισαν και πλάκωσαν στα μέρη μας τόσοι Βούλγαροι Ρομά – καθόλα συμπαθείς συμπολίτες μας πλέον – που έχουν συμβάλει καθοριστικά στον κοσμοπολιτισμό μας.
 
Το παρόν αφιερώνεται εξαιρετικά στο Δήμαρχο που δημαρχεύει στου Κιάτου, στους λοιπούς δημοτικούς μας άρχοντες, στον Εμπορικό Σύλλογο αλλά και στους πλείστους νοήμονες ή εκ ποικίλων ελατηρίων ορμώμενους συμπολίτες μας που έσπευσαν να εκφράσουν τη στήριξή τους στο Φεστιβάλι. Να το χαίρονται. Και του χρόνου.
 
Υ.Γ. Α, ρε Λύσιππε, μου τα είπες εσύ (βλέπε προηγούμενη ανάρτηση στο costaspappis.blogspot.com), αλλά ποιος σε ακούει και ποιος νοιάζεται γι αυτά που λες; «Παζάρι τον κατάντησαν τον τόπο μας (με τη χειρίστη έννοια της λέξης), αδερφέ μου...». 
 

8/01/2017

Να τι γύρευε ο Λύσιππος εκεί μακριά στα ξένα



Με τίτλο «Λύσιππε, τι γύρευες στη Δαλματία εσύ, ένας Σικυώνιος;» δημοσιεύτηκε στο τεύχος 129 (Μάιος 2017) ένα κείμενό μου για τον Καιρό, το περίφημο, εμβληματικό έργο του Λύσιππου, του μεγάλου γλύπτη από την αρχαία Σικυώνα. Αφορμή μια απρόσμενη εμπειρία μου στο Τρογκίρ, την αρχαιοελληνική πόλη Τραγούριον, στις Δαλματικές Ακτές της Κροατίας.

Στο Τρογκίρ, λοιπόν, διαπίστωσα πως οι σύγχρονοι κάτοικοι της κωμόπολης γνωρίζουν τα πάντα γύρω από το έργο αυτό, για την καταγωγή του από τη Σικυώνα, για το δημουργό του και για τη φιλοσοφική σημασία του έργου. Αυτό συνέβη όταν, το 1928, ανακαλύφθηκε στο Τρογκίρ ένα από τα ανάγλυφα αντίγραφα του έργου, πολλούς αιώνες μετά την παραγωγή του. Όπως έγραφα, δεν είδα το αντίγραφο,  καμάρι του μικρού μουσείου της πόλης, που ήταν κλειστό για συντήρηση, είδα όμως σε διάφορα σημεία μέσα στην πόλη αναφορές στον Καιρό, που λατρεύεται πια σαν σύγχρονη θεότητα, αποτελώντας έμβλημα του Τρογκίρ:

Είδα σε ένα κοσμηματοπωλείο να ξεχωρίζουν, ανάμεσα στα άλλα κοσμήματα, τα μικρά αντίγραφα του Καιρού σε ασήμι, που συνοδεύονταν με μια μικρή κάρτα με εξήγηση για το πρωτότυπο έργο του Λύσιππου και τη σημασία του (κρατάω πολύτιμη ανάμνηση την κάρτα αυτή στο πορτοφόλι μου).

Είδα ένα μαγαζί που πούλαγε προϊόντα σοκολάτας να γράφει στην ταμπέλα του ως εμπορική επωνυμία «Σοκολάτα Καιρός» (CHOCOLATE KAIROS). 




Είδα σε μια πανσιόν να υποδέχεται τον πελάτη στη ρεσεψιόν μια μεγάλη αφίσα, που δείχνει τον Καιρό.

Είδα ένα μεγάλο πανώ, στημένο στην κεντρική μεσαιωνική πύλη της κωμόπολης, να διαφημίζει ποδηλατικούς αγώνες - και το όνομα του ιστότοπου της διοργάνωσης; KAIROS (εκεί πρωτοείδα την αναφορά στη λέξη και άρχισα να πονηρεύομαι ότι κάτι μπορεί να τρέχει εδώ πέρα!).

Και τώρα στο ψητό: Λοιπόν, ο Λύσιππος μου εμφανίστηκε προχτές αυτοπροσώπως σε έναν από τους νυχτερινούς διαλογισμούς μου και μου εξήγησε τι γύρευε εκεί στην ξένη γη!

Παρένθεση καίριας σημασίας: ως τίτλο του γνωστού κειμένου μου, όπου ανακοίνωσα πώς τον ανακάλυψα, παρέθεσα σκόπιμα παραφρασμένο το γνωστό στίχο «Στρατηγέ, τι γύρευες στη Λάρισα, εσύ ένας Υδραίος»  από το ποίημα «Μπολιβάρ» του μεγάλου ποιητή μας Νίκου Εγγονόπουλου, που γράφτηκε στη διάρκεια της Κατοχής. Πώς μου προέκυψε αυτό; Δεν ξέρω... Υπόγειες διαδρομές της σκέψης...

Ο Σίµων Μπολιβάρ υπήρξε αγωνιστής και επαναστάτης, ήρωας της Νοτιοαμερικανικής Ανεξαρτησίας. Ποια η έννοια του στίχου; Δανείζομαι την ερμηνεία ενός σχολιαστή: «ο ποιητής ξέρει ότι ο ηρωικός ανδριάντας όλων των Μπολιβάρ θα κατεδαφιστεί από εκείνους τους μικροαστούς για τους οποίους ο θόρυβος της Ελευθερίας είναι εκκωφαντικός. Γι’ αυτό στο τέλος του ποιήματος τον ρωτά: «Στρατηγέ, τι γύρευες στην Λάρισα, εσύ ένας Υδραίος;». Ή τι γυρεύει ένας άνθρωπος του ηρωισμού και του πολέμου στον κόσμο των εμπόρων;».

Τέλος η παρένθεση. Ο λόγος στο Λύσιππο:

«Αδελφέ μου Κώστα, με ρωτάς τι γύρευα στη Δαλματία εγώ, ένας Σικυώνιος. Πες μου εσύ, ω αγαθέ άνδρα, τι να έκανα εδώ, στη γενέτειρά μας; Δηλαδή εσύ τι θα έκανες; Ο τόπος που μας γέννησε με έχει καταχωρήσει στα αχρείαστα. Οι κάτοικοί του, νέοι και γέροι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία αγνοούν κι εμένα και το έργο μου. Οι άρχοντές του τόπου, φτυστά αντίγραφα του μέσου βεληνεκούς των κατοίκων του, χαρακτηρίζονται γενικώς από βαθιά ... εγγραμματοσύνη, και γι αυτό περί άλλα τυρβάζουν. Αντίγραφο έργου μου δεν υπάρχει, αν πρόσεξα καλά, ούτε για δείγμα στο τοπικό αρχαιολογικό μουσείο, ούτε πουθενά στην πόλη. Καμιά αναφορά στην ύπαρξή μου.  Μια κουβέντα που είχε γίνει πριν από χρόνια να στεγαστούν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στη πόλη του Κιάτου αντίγραφα των έργων μου ξεχάστηκε και κανείς δεν τη θυμάται πια. Και, όχι να το παινευτώ, αλλά ξέρεις εσύ πολλές πόλεις στον κόσμο ολόκληρο να περηφανεύονται για ένα Λύσιππο, για τέτοια έργα;

Από την άλλη μεριά, μια μικρή πόλη στην άλλη άκρη των Βαλκανίων, έχοντας βρει τυχαία ένα κάποιο αντίγραφο ενός μόνο έργου δικού μου, εκτιμάει τόσο πολύ την ομορφιά του, αντιλαμβάνεται τη βαθιά του σημασία, το υιοθετεί σαν έμβλημά της και το προβάλλει σε κάθε έκφανση της κοινωνικής, πολιτιστικής αλλά και οικονομικής και εμπορικής ζωής της.

Αποφάσισα λοιπόν κι εγώ να αποδράσω. Και είπα να πάω σε τόπο που με αγαπούν, με καταλαβαίνουν, διαθέτουν ευαισθησία και νόηση. Διότι, τι να κάνω εδώ; Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Παζάρι τον κατάντησαν τον τόπο μας (με τη χειρίστη έννοια της λέξης), αδερφέ μου... Κι όχι πως έχω τίποτα με τους εμπόρους και τα παζάρια. Θεό λατρεύουν κι αυτοί, και τι όμορφο, τον Κερδώο Ερμή, και κάνουν χρήσιμο έργο στην κοινωνία. Όμως εκείνοι εκεί στην ξένη πόλη, το κάνουν με τι έμπνευση, με τι στυλ, με τι ευρηματικότητα, με τι εξυπνάδα! Α, με την ευκαιρία: πρόσεξες ότι εκεί στο Trogir υπάρχει μια ταβέρνα με την επωνυμία TRAGOS, που στην πινακίδα της έχει τη ζωγραφιά ενός τράγου να θυμίζει την καταγωγή του αρχαίου ονόματος της πόλης – Τραγούριον...».



Αυτά μου είπε ο Λύσιππος και δεν έχω προσθέσει ούτε κεραία. Κι εγώ, αφού τον βεβαίωσα ότι είδα την πινακίδα με τον τράγο (πήρα και φωτογραφία), θέλησα να τον παρηγορήσω λιγάκι. Του λέω, λοιπόν:

«Έλα τώρα, αδελφέ Λύσιππε, μη στενοχωριέσαι. Για το χώρο που θα στεγάσει αντίγραφα των έργων σου είμαι βέβαιος πως ο δήμαρχος και οι άλλοι του σιναφιού (που με γράφουνε κανονικά κι εμένα όπως και σένα) δεν μπορούν να κοιμηθούν μήνες τώρα από την έννοια σου και θα σπεύσουν αύριο κιόλας, μόλις δημοσιευτεί  το κείμενο που θα γράψω για τη συνομιλία μας, να (ξανα)αναγγείλουν το έργο (όλο και θα ξεγελαστεί κάποιος στις επόμενες δημοτικές εκλογές να τους ξαναψηφίσει). Και το πιο σημαντικό: ήδη έχουν, από την πρώτη μέρα που διάβασαν το προηγούμενο άρθρο μου, καταστρώσει κατεπείγον σχέδιο για να μεταλάβουμε κι εμείς εδώ στην έρμη σύγχρονη Σικυώνα κάτι από τον πολιτισμό των κατοίκων του Τρογκίρ. Προχωρούν λοιπόν στην αδελφοποίηση των δυο πόλεων (το είδα με τα μάτια μου στο φλυτζάνι), και γι αυτό ανταλλάσσουν με φρενήρη ρυθμό εδώ και 2-3 μήνες που δημοσιεύτηκε το κείμενό μου γράμματα, τηλεγραφήματα και emails με τους άρχοντες του Τρογκίρ. Ακόμα και ταχυδρομικά περιστέρια χρησιμοποιούν αφού το κανονικό ταχυδρομείο έχει φρακάρει από την αλληλογραφία τους. Το ίδιο φρακαρισμένο είναι και το διαδίκτυο...».

O Λύσιππος με άκουσε, με κοίταξε περίεργα χωρίς να πει τίποτα, κούνησε το κεφάλι του και τον ήπιε το σκοτάδι...

7/10/2017

Νουράτα, Χόπα, Δίστομο

 

Στο Ουζμπεκιστάν, 314 χιλιόμετρα ΝΔ της Τασκένδης, στα όρια ανάμεσα σε μια γεωργική έκταση και στην άγρια στέππα (έρημος Kyzylkoum), υπάρχει μια μικρή πόλη, καμιά τριανταριά χιλιάδες κάτοικοι. Νουράτα τη λένε. Είναι χτισμένη στα πόδια ενός λόφου.

Στο λόφο αυτό έφτασε ο Αλέξανδρος ο Μέγας το 327 π.Χ. και ίδρυσε στρατιωτικό φρούριο με τείχη και πύργους. Ακόμα υπάρχουν ίχνη τους. Ακόμα είναι σε χρήση το σύστημα ύδρευσης που κατασκευάστηκε από το στρατό του Αλέξανδρου για τις ανάγκες του φρουρίου, που ιδρύθηκε για τη στρατηγική σημασία της περιοχής.

Στη Νουράτα έφτασα κι εγώ το 2007. Λίγα τα απομεινάρια του ιστορικού παρελθόντος πάνω στον οχυρό λόφο. Έπρεπε όμως να περάσουν 10 ολόκληρα χρόνια για να μάθω από το στόμα πολυταξιδεμένης καλής μου φίλης, της Κικής Εξαρχοπούλου, πράγματα σημαδιακά.

Η Κική βρέθηκε κι αυτή στη Νουράτα μια 10η Ιουνίου, για να παραστεί μάρτυρας σε μια σκηνή που συγκλόνισε την ίδια και την παρέα της. Γυναίκες της περιοχής, ζαλωμένες με τα παιδιά τους και κρατώντας άνθη, ανέβαιναν στο λόφο, σε ό,τι είχε απομείνει από το αρχαίο φρούριο, για να τιμήσουν το μεγάλο στρατηλάτη, που είχε πεθάνει ακριβώς μια τέτοια μέρα πριν σχεδόν 24 αιώνες, 10 Ιουνίου του 323 π.Χ., στη Βαβυλώνα. Προσκύνημα με άνθη στη μνήμη ενός ξενόφερτου, 24 αιώνες μετά...
 
Γιατί άραγε;
 
«Ζεί o βασιλιάς Αλέξανδρος;» ρωτούσα στις 10/10/2015 στο blog μου με αφορμή  ένα ταξίδι μου στον Πόντο, στη νότιο-ανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας. 
 
Πιο συγκεκριμένα, βρέθηκα στη Χόπα, μια ασήμαντη τούρκικη κωμόπολη στο ανατολικό άκρο της ακτογραμμής του Πόντου, λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα Τουρκίας – Γεωργίας και το μεγάλο λιμάνι της Γεωργίας Μπατούμ, εκεί που τελείωνε ο Ελληνικός Πόντος (μια ακόμα χαμένη Ελληνική πατρίδα). Εκεί αντίκρυσα, στο μοναδικό κάδρο ενός μαγαζιού της Χόπα, μια μαρτυρία που θα μου μείνει αλησμόνητη: ο Μέγας Αλέξανδρος (κι όχι ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ή ο Μωάμεθ ο Πορθητής σε αυτό το τούρκικο μαγαζί), να παριστάνεται πάνω σε άρμα με ηνίοχο φτερωτή (τη Νίκη ίσως ή τη Δόξα). Ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Ισκεντέρ, όπως τον είπε ο μαγαζάτορας κι όπως τον ξέρει και τον ονομάζει όλη η Ανατολή.
 
Τι να συμβόλιζε αυτό το κάδρο μέσα στο τούρκικο μαγαζί; Τι να σήμαινε για τον μαγαζάτορα η παρουσία στο μαγαζί του ενός θρύλου από τα πανάρχαια χρόνια, τα ένδοξα εκείνα ελληνικά χρόνια, του Μέγα Αλέξανδρου; Αν ο μαγαζάτορας ήταν Έλληνας, ένας από τους ελάχιστους που έχουν απομείνει στον Πόντο, το κάδρο θα διαλαλεί την πικρή περηφάνια του για την καταγωγή του. Αν όχι, ουδεμία έκπληξη! Είναι γνωστή η λατρεία που έτρεφαν για το Μέγα Αλέξανδρο οι λαοί των χωρών από όπου αυτός πέρασε, λατρεία που έχει φτάσει ως τις μέρες μας.

*****

10 Ιουνίου 1944, πάνε 73 χρόνια, στο Δίστομο, αγριανθρώποι της "πολιτισμένης" Ευρώπης έφταναν ως εκεί για να σπείρουν τον όλεθρο πυρπολώντας και δολοφονώντας αθώους. Οι ναζί εξολοθρεύουν ένα ολόκληρο χωριό. Ανάμεσα στους 218 νεκρούς, 45 παιδιά και 20 βρέφη.

Τι έγινε στο Δίστομο; Αντιγράφω από αφήγηση αυτόπτη μάρτυρα:

«Αντίκρισα στη μέση του σπιτιού την αδελφή μου ανάσκελα, γυμνή από τη μέση και κάτω. Το φουστάνι της ήταν γυρισμένο προς τα πάνω και σκέπαζε το σχισμένο και κομματιασμένο στήθος της, το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο, όλο το σώμα της κατακομματιασμένο.
»Μα το χειρότερο και φρικαλεότερο θέαμα ήταν όταν από τη στάση του σώματός της κατάλαβα ότι οι Γερμανοί είχαν βιάσει το άψυχο κορμί της.
»Δίπλα της βρισκόταν το τεσσάρων μηνών κοριτσάκι της λογχισμένο, με σπασμένο το κεφαλάκι του, και στο στόμα του είχε τη ρώγα του στήθους της μάνας του που είχαν κόψει εκείνοι οι κανίβαλοι.
»Το άλλο κοριτσάκι της, η 6χρονη Ελένη, βρισκόταν στο κατώφλι του σπιτιού μέσα σε μια λίμνη αίματος με βγαλμένα τα σπλάχνα του. Το είχαν ξεκοιλιάσει με μαχαίρι.
»Το αγόρι της, ο 3χρονος Γιάννης, το βρήκα νεκρό στην αυλή με λιωμένο κεφάλι».
                                                                             
*****

Βαβυλώνα, 10 Ιουνίου 323 π.Χ. Ένας «ξενόφερτος» Έλληνας πεθαίνει. Αιώνες αργότερα, οι λαοί τον θυμούνται ακόμα και τον λατρεύουν σαν άγιο και σαν λυτρωτή, προσφέροντας άνθη στη μνήμη του.

Δίστομο, 10 Ιουνίου 1944. Γι αυτή την ντροπή, μόνο οργισμένες μνήμες που ματώνουν και θα ματώνουν στους αιώνες για τους ξενόφερτους μακελάρηδες.

Πολιτισμοί και "πολιτισμοί"...
 
10 Ιουνίου. Ημερομηνία με νοήματα.

5/08/2017

Λύσιππε, τι γύρευες στη Δαλματία εσύ, ένας Σικυώνιος;



Απροετοίμαστος για μια συνάντηση που με συγκίνησε βαθιά, βρέθηκα πρόσφατα στο Τρογκίρ, στις Δαλματικές Ακτές της Κροατίας, όπου απρόσμενα βρήκα ίχνη της γενέτειράς μου, της Σικυώνας.

Ποιο είναι το Τρογκίρ; Πόσοι το γνωρίζουν; Εγώ πάντως όχι, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα που το επισκέφτηκα, ανύποπτος για το τι με περίμενε. Όμως οι κάτοικοι αυτής της Κροατικής κωμόπολης γνωρίζουν πολύ καλά την αρχαία Σικυώνα! Κι όχι μόνο αυτό: γνωρίζουν ένα περίφημο, εμβληματικό έργο που δημιουργήθηκε στα δικά μας μέρη: τον ΚΑΙΡΟ, του Λύσιππου, του μεγάλου γλύπτη από την αρχαία Σικυώνα. Και όχι μόνο το γνωρίζουν: ξέρουν τα πάντα γύρω από αυτό και κυριολεκτικά το λατρεύουν!

Τρογκίρ είναι το σημερινό όνομα της αρχαιοελληνικής πόλης Τραγούριον, 27 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης Σπλιτ (όπου σώζονται τα εντυπωσιακά ερείπια του παλατιού του Ρωμαίου αυτοκράτορα Διοκλητιανού που έμεινε στην ιστορία, μάλλον άδικα, ως ο φοβερότερος διώκτης των πρώτων Χριστιανών). Το ιστορικό τμήμα του σύγχρονου Τρογκίρ βρίσκεται πάνω σε ένα νησάκι που ενώνεται με μικρές γέφυρες με τη στεριά και με ένα άλλο, μεγαλύτερο νησί από την άλλη πλευρά. Τον 3ο αιώνα π.Χ. κάτοικοι των Συρακουσών (σπουδαίας αρχαιοελληνικής πόλης στη Σικελία) ίδρυσαν αποικία στο νησί Ίσσα. Στη συνέχεια οι άποικοι αυτοί ίδρυσαν το Τραγούριον. Η πόλη αναπτύχθηκε σε μεγάλο λιμάνι μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους. Ύστερα ακολούθησε μια πολυτάραχη πορεία. Η πόλη έχει συνεχή ιστορία 2.300 ετών, που επηρεάστηκε πολιτισμικά από τους αρχαίους Έλληνες που την ίδρυσαν, τους Ρωμαίους και τους Βενετούς. Αποτελεί το καλύτερα σωζόμενο ρωμανο-γοτθικό συγκρότημα στην Αδριατική και σε ολόκληρη την Κεντρική Ευρώπη.

Καθώς περπατούσα στα στενά της πόλης μια μέρα του περασμένου Απρίλη αντίκρισα από το δρόμο κρεμασμένη στην υποδοχή μιας πανσιόν τη φωτογραφία του Καιρού, του έργου του Λύσιππου. Προχώρησα παραμέσα και, πριν προλάβω να μιλήσω στην ιδιοκτήτρια της πανσιόν, βλέπω σε έναν άλλο τοίχο ένα ανάγλυφο αντίγραφο του Καιρού. Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω ότι η κυρία, αλλά και όλοι οι κάτοικοι του Τρογκίρ, γνωρίζουν τα πάντα γύρω από τον Καιρό και την καταγωγή του (οι κάτοικοι της πόλης τον προφέρουν Κα-ι-ρό, σύμφωνα με την Ερασμιακή προφορά). Μίλησα και με άλλους κατοίκους, ακόμα και με τις καλόγριες ενός μοναστηριού. Και έμαθα ότι στο μουσείο του μοναστηριού φυλάσσεται το πρωτότυπο έργο του Λύσιππου, που βρέθηκε το 1928 στο Τρογκίρ, μέσα σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Υποθέτω ότι το «πρωτότυπο» είναι ένα από τα αντίγραφα που κατασκευάστηκαν στο εργαστήριο του μεγάλου γλύπτη (αντίγραφα του έργου κατασκευάστηκαν πολλά σε μεταγενέστερες εποχές). Το μουσείο ήταν κλειστό για συντήρηση (θα ανοίξει το καλοκαίρι) και έτσι, παρόλο που χιλιοπαρακάλεσα να το ανοίξουν για 5 λεπτά για να φωτογραφήσω το έργο, δεν κατάφερα να το δω. Όμως είδα παντού στην πόλη, σε διάφορα σημεία, αναφορές στον Καιρό, που λατρεύεται πια σαν σύγχρονη θεότητα, αποτελώντας το έμβλημα του Τρογκίρ.

Αλλά τι ήταν ο Καιρός; Τι παρίστανε το γλυπτό του Λυσίππου;









«Είμαι η ευκαιρία που, αν δεν με αρπάξεις τη στιγμή που περνώ, πέταξα μακριά σου για πάντα …»

Στην ελληνική μυθολογία ο Καιρός ήταν θεότητα που προσωποποιούσε την ευνοϊκή χρονική στιγμή, την ευκαιρία. Προς τιμήν του Καιρού ο Ίων ο Χίος συνέθεσε ποίημα, όπου τον αποκαλεί «νεότερο γιο του Δία». Κατά μία άποψη ο ύμνος αυτός σχετίζεται με την έναρξη της λατρείας του Καιρού στην Ολυμπία. Η αντίστοιχη ρωμαϊκή θεότητα ήταν ο Occasio ή Tempus.

Το πρωτότυπο χάλκινο, αλληγορικό άγαλμα του Λύσιππου ήταν τοποθετημένο στα «πρόθυρα» της Ελληνιστικής Σικυώνας (κατά άλλους έξω από το σπίτι του γλύπτη, στην Αγορά). Ο Καιρός παριστάνονταν σαν ένας γυμνός έφηβος με λυγισμένα γόνατα, με φτερά στην πλάτη και στις κνήμες, που τρέχει βαστώντας στο αριστερό χέρι ζυγαριά στηριγμένη στην κόψη ενός ξυραφιού, υποδηλώνοντας πόσο εύκολο είναι να διαταραχτεί η ισορροπία των πραγμάτων. Τα μακριά μαλλιά του πέφτουν πλάγια και μπροστά, αφήνοντας πίσω γυμνό το κρανίο, ώστε, αν δεν αδράξει κάποιος τον Καιρό (δηλαδή την ευκαιρία) από τα μαλλιά τη στιγμή που περνάει φτερωτός δίπλα του, τον χάνει οριστικά. Να τι γράφει (σε μετάφραση) ο Σικυώνιος Ποσείδιππος σε ένα επίγραμμά του:

- Ποιος κι από πού είναι ο δημιουργός σου;
- Σικυώνιος.
- Το όνομά του ποιο;
- Λύσιππος.
- Κι εσύ ποιος είσαι;
- Είμαι ο Καιρός, που δαμάζει τα πάντα.
- Γιατί πατάς στην άκρη των δακτύλων σου;
- Πάντα τρέχω.
- Γιατί έχεις φτερά στις φτέρνες σου;
- Πετάω με τον άνεμο.
- Γιατί κρατάς ξυράφι στο δεξί σου χέρι;
- Δείχνω στους ανθρώπους πώς είμαι πιο κοφτερός από την κόψη του.
- Γιατί έχεις τσουλούφι στην όψη;
- Για να με αρπάξει εκείνος που θα με συναντήσει, μα το Δία.
- Γιατί είσαι πίσω φαλακρός;
- Γιατί αν δεν με πιάσεις από εμπρός, είναι αδύνατον, όσο κι αν τρέξεις, να με πιάσεις από πίσω.
- Για πιο σκοπό σε έπλασε ο τεχνίτης;
- Για εσάς, ξένε, και με έβαλε στα πρόθυρα, για να διδάσκεστε.


Σταματώ εδώ γιατί ήδη ξεπέρασα το χώρο που μου επιτρέπεται. Για περισσότερα ψάξτε στο διαδίκτυο, στα λήμματα για τον Λύσιππο, για τον Καιρό του Λυσίππου, για το Τρογκίρ, για το αρχαίο Τραγούριον …

Η συγκίνηση που μου δημιούργησε η εμπειρία που περιγράφω πιο πάνω μου  επιτρέπει, παραφράζοντας το Σεφέρη, να πω κλείνοντας αυτό το σημείωμα: «όπου και να ταξιδέψω στον κόσμο συναντώ την Ελλάδα, που με απογειώνει»…