Κώστας Παππής

3/30/2017

Τσιτσάνης, Καβάφης, Μπαλζάκ: λόγος παράλληλος για τη δημιουργία





Ωραία τα ταξίδια, που σε πάνε σε τόπους νέους, σε «λιμένας πρωτοειδωμένους». Ωραία και τα άλλα, τα «επί τόπου», τα ταξίδια του μυαλού, της φαντασίας, με όχημα τα βιβλία. Κάποια από αυτά σε πάνε σε συναντήσεις απρόσμενες. 

Μια τέτοια απρόσμενη συνάντηση μου προέκυψε πρόσφατα.

Βρέθηκα ένα βράδυ σε ένα αφιέρωμα στο μεγάλο μας Βασίλη Τσιτσάνη, με τραγούδια του και αναφορές στη βιογραφία του. Μια τέτοια αναφορά, με θέμα το πώς δημιούργησε τα τραγούδια του, είχε αντληθεί από ένα βιβλίο που έτυχε να το έχω στη βιβλιοθήκη μου (1). 

Ρωτάει το συνθέτη ο βιογράφος του: «Πάντα είχα την περιέργεια να μάθω πώς δούλευες, δηλαδή πώς έγραφες τα τραγούδια σου».

Και ο Τσιτσάνης απαντάει:

«…Το πώς εργαζόμουνα δεν μπορεί ποτέ να το χωρέσει το μυαλό του ανθρώπου και λέω ανοιχτά ότι, εάν ήταν άλλος συνθέτης στη θέση μου, δεν επρόκειτο να έβγαινε ζωντανός. Σίγουρα θα πέθαινε… Δεν είναι υπερβολή όταν λέω ότι έφτυνα αίμα για μια εισαγωγή, ότι τα δάχτυλά μου έσπαζαν και έτρεχαν αίματα. Μίλαγε η ψυχή και όταν μιλάει η ψυχή μπορείς να τα βάλεις με όλους τους εχθρούς του κόσμου. Έκανα πολύ καιρό εγώ για να φτιάξω ένα τραγούδι. Έβγαζα τα μάτια μου για να φτάσει σωστά στα χέρια μου ό,τι έβγαινε από την ψυχή μου. Υπήρχε βράχος που έπρεπε να σπάσω για να περάσω. Μάτωνα ολόκληρος για να δώσω αυτό που είχα μέσα μου… Όσο και αν κουραζόμουνα είχα φοβερές απαιτήσεις από τον εαυτό μου, από το έργο που έφτιαχνα, από τη δουλειά μου… Ξενύχτια, αγώνες, βραχνάς, αγωνία, αίμα, κούραση για να γίνουν τα τραγούδια μου όπως έγιναν. Όπως η μαρμαρική των αρχαίων Ελλήνων, που έκαναν χρόνια για να φτιάξουν ένα έργο…».

Κατά σύμπτωση, την ίδια μέρα, συνεχίζοντας το διάβασμα ενός μυθιστορήματος του σπουδαίου Γάλλου συγγραφέα Ονορέ Ντε Μπαλζάκ (2), είχα πέσει πάνω σε μια εμβόλιμη αναφορά του στο ζήτημα της μεγάλης δημιουργίας, δηλαδή στο ίδιο ζήτημα με εκείνο στο οποίο αναφέρεται πιο πάνω ο Τσιτσάνης. Γράφει συγκεκριμένα ο Μπαλζάκ (με κάποια υπερβολή, ίσως, σε ορισμένα σημεία) χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την τέχνη της γλυπτικής (της «μαρμαρικής» που λέει ο Τσιτσάνης):
«…Η γλυπτική εργασία οφείλει να είναι συνεχής και αμείωτη, γιατί οι υλικές δυσκολίες πρέπει να εξουδετερωθούνε τόσο τέλεια, το χέρι χρειάζεται να διατηρείται τόσο ευκίνητο, τόσο πρόθυμο και τόσο υπάκουο, ώστε ο γλύπτης να μπορεί να πολεμήσει, ψυχή προς ψυχή, ενάντια στην ασύλληπτη εσωτερική του παρόρμηση, να τη μεταμορφώσει και να την υλοποιήσει… Η συνεχής εργασία είναι νόμος της Τέχνης, όπως άλλωστε είναι και νόμος της ζωής· γιατί η Τέχνη είναι μια εξιδανικευμένη δημιουργία. Γι αυτό και οι μεγάλοι καλλιτέχνες, οι αληθινοί ποιητές δεν περιμένουνε για να δουλέψουνε, ούτε τις παραγγελίες, ούτε τους αγοραστές· παράγουν έργα σήμερα, αύριο, πάντα. Από κει προέρχεται η εξοικείωσή τους με το μόχθο και η διαρκής επίγνωση των δυσχερειών, οι οποίες όμως τους ζευγαρώνουνε με τη Μούσα και τις δημιουργικές δυνάμεις της… Οι μεγάλοι καλλιτέχνες ανήκουν στο έργο τους. Η απομάκρυνσή τους από καθετί ξένο, η αφοσίωσή τους στην εργασία, τους κάνουνε να φαίνονται εγωιστές στα μάτια των ανοήτων, γιατί ο πολύς κόσμος θα ήθελε να τους βλέπει ντυμένους με τα ίδια ρούχα που φοράνε οι κοσμικοί νεανίες, και να ακολουθούν τις συμβατικότητες εκείνες που τις ονομάζομε «κοινωνικές υποχρεώσεις»… Οι μεγάλοι αυτοί άντρες, που οι όμοιοί τους είναι ελάχιστοι και σπανίως τους συναντούνε, πέφτουνε τελικά στην απομόνωση και τη μοναξιά· γίνονται μυστηριώδεις για το πλήθος που, ως γνωστόν, αποτελείται από βλάκες, από ζηλόφθονους, από αμαθείς και από επιπόλαιους…».
Αλλά η δημιουργία, ακόμα κι αν δεν είναι μεγάλης κλίμακας, ακόμα κι αν είναι μικρή, ταπεινή, δεν παύει να είναι δημιουργία. Έτσι, μετά από τις παραπάνω αναφορές, ο νους μου πήγε σε ένα ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη που μιλάει για «το σκαλί το πρώτο», επαινώντας τις προσπάθειες των νέων δημιουργών. Λέει ο ποιητής (3):
Το πρώτο σκαλί
Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος».
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».
Ας είναι τα λόγια αυτών των σπουδαίων ανδρών οδηγός για όσους νέους διαλέγουν το δύσκολο δρόμο που οδηγεί στη δημιουργία, όχι μόνο στην Τέχνη αλλά σε όλες τις σφαίρες της ζωής.

**********************
(1) Κώστα Χατζηδουλή, «Βασίλης Τσιτσάνης – Η ζωή μου, το έργο μου», Εκδόσεις Νεφέλη, 1978.
(2) Ονορέ Ντε Μπαλζάκ, «Η Εξαδέλφη Μπέττη», Εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1993.
(3) Κωνσταντίνου Καβάφη, «Ποιήματα 1897-1933», Εκδόσεις Ίκαρος, 1984.

2/17/2017

Κανονικό αρπαχτικό: Ένα σχόλιο για τα Ελληνικά μάρμαρα


Αν σας πονάει που η Ελλάδα έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο τα τελευταία χρόνια φορώντας το ζουρλομανδύα που της φόρεσαν το ΔΝΤ και οι Ευρωπαίοι «σύμμαχοί» μας, και ιδίως αν εξεγείρεστε και απορείτε για το πώς κατάντησε η – υποτίθεται «πολιτισμένη» - Δύση αρπακτικό του πλούτου της σύγχρονης Ελλάδας, ξεφύγετε λίγο από το σήμερα, κοιτάξτε το παρελθόν της. Όχι μόνο την πρόσφατη ιστορία των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που λήστεψαν τον πλούτο των χωρών σε Αφρική, Ασία, Αμερική αλλά και Ευρώπη (βλέπε αρπαγές της Ναζιστικής Γερμανίας από την Ελλάδα). Κοιτάξτε και πιο παλιά. Δεν θα δυσκολευτείτε να δείτε ότι αυτή ήταν πάντα η Δύση (εννοώ τις άρχουσες τάξεις της): κανονικό αρπακτικό.

Σε αυτό το κείμενο θέλω να πω λίγα λόγια για μια όψη των παραπάνω: για τη συμπεριφορά στο απώτερο αλλά και το κατοπινό παρελθόν των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης ειδικά στο ζήτημα αναφορικά με τα αρχαιολογικά έργα τέχνης , και ειδικά τη μοίρα των λεγόμενων «Ελληνικών μαρμάρων».

Μιλώντας για τα ελληνικά μάρμαρα, και ιδίως τον γλυπτό πλούτο της Ελληνικής αρχαιότητας, που χάθηκαν ή φυγαδεύτηκαν από την Ελλάδα στο πέρασμα των αιώνων, ο νους σου πάει αυτόματα στα Ελγίνεια μάρμαρα, στην Αφροδίτη της Μήλου και στη Νίκη της Σαμοθράκης.

Όμως είναι ατέλειωτος ο κατάλογος των αρχαιολογικών θησαυρών που μέσα στους αιώνες που ακολούθησαν την παρακμή της κλασσικής Ελλάδας καταστράφηκαν, αρπάχτηκαν ή πουλήθηκαν έναντι εξευτελιστικού αντιτίμου. Αλλά πόσοι γνωρίζουν ποιοι ακριβώς είναι οι θησαυροί της λεηλασίας και της αρπαγής, ποιοι διασώζονται εκτός Ελλάδας, τις συνθήκες στις οποίες φυγαδεύτηκαν, καθώς και το τι απέγιναν και πού βρίσκονται σήμερα;

Απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να βρει κανείς στο βιβλίο “Αναζητώντας την Κλασσική Ελλάδα» (συγγραφέας Richard Stoneman, έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996). Το διάβασα πρόσφατα και ομολογώ ότι, πέρα από τις εξαντλητικές πληροφορίες που άντλησα, αισθάνθηκα ότι ταξίδευα σε ένα μελαγχολικό, καταθλιπτικό τοπίο μιας πανέμορφης χώρας σπαρμένης με τους θησαυρούς του παρελθόντος, που την είχαν σπαράξει η φθορά που φέρνει ο χρόνος αλλά, ακόμα πιο πολύ, οι άνθρωποι:

Πρώτα ήρθαν οι Ρωμαίοι κατακτητές που κατέστρεψαν ολόκληρες πόλεις (π.χ. Κόρινθος, 146 π.Χ.) και στόλισαν αρχικά τη Ρώμη, μεταφέροντας εκεί θησαυρούς της κλασσικής Ελλάδας, και μετά τη νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη (εκεί, μεταξύ άλλων, στα χρόνια του Θεοδοσίου Β’, μεταφέρθηκε από την Ολυμπία και ο χρυσελεφάντινος Δίας του Φειδία, που καταστράφηκε αργότερα, την εποχή της βασιλείας του Ζήνωνα του Ισαύρου, σε μια πυρκαγιά).

Μετά ήρθαν οι φανατικοί Χριστιανοί (πρόγονοι των τζιχαντιστών) στα πρώτα χρόνια της επικράτησης του Χριστιανισμού, που κατέστρεψαν με βαρβαρική μανία καλλιτεχνήματα και ναούς των αρχαίων Ελλήνων απίστευτης ομορφιάς μετατρέποντάς τα σε ασβέστη για να  «εξοντώσουν» τους παλιούς θεούς και την αρχαία λατρεία.

Μετά ήρθαν  τα βαρβαρικά φύλα από τη βόρεια Ευρώπη που εισέβαλαν στην Ελλάδα κλέβοντας, καίγοντας τα πάντα και σπέρνοντας την καταστροφή (π.χ. Γότθοι του Αλάριχου, 395 μ.Χ., που λεηλάτησαν την Ελλάδα, ισοπεδώνοντας  μεταξύ άλλων την Αθήνα και το ιερό της Ελευσίνας). Χαρακτηριστικά ο Stoneman σημειώνει ότι «οι Γότθοι και η εξάπλωση του Χριστιανισμού συναγωνίζονται για την τιμή της πιο καταστροφικής επίθεσης ενάντια στις αρχαιότητες». Σας θυμίζουν μήπως όλα αυτά τις καταστροφές των Ταλιμπάν στα αγάλματα του Βούδα ή του Isis στην Παλμύρα, αλλά και στους αρχαιολογικούς  θησαυρούς του Ιράκ μετά την εισβολή  του αμερικανικού στρατού;

Ακολούθησαν οι Σταυροφόροι, Χριστιανοί κι αυτοί, που ξεκίνησαν από τη Δύση με τις ευλογίες του Πάπα υποτίθεται για να σώσουν τους Άγιους τόπους από το Ισλάμ αλλά κατέληξαν καταλαμβάνοντας την Κωνσταντινούπολη, η οποία παραδόθηκε στο πλιάτσικο το 1204 μ.Χ. (τότε ήταν που καταστράφηκε από δεισιδαίμονες στασιαστές το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, έργο του Φειδία που είχε μεταφερθεί στη Βασιλεύουσα).

Γι αυτό το τελευταίο επεισόδιο γράφει ο σπουδαίος Βυζαντινολόγος Στήβεν Ράνσιμαν:  «Ποτέ δεν διαπράχθηκε μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από την Τέταρτη Σταυροφορία. Όχι μόνο προκάλεσε την καταστροφή ή το διασκορπισμό όλων των θησαυρών του παρελθόντος, που τους είχε με αφοσίωση συγκεντρώσει το Βυζάντιο, και πλήγωσε θανάσιμα ένα πολιτισμό που ήταν ακόμα μεγάλος και ζωντανός, αλλά υπήρξε ταυτόχρονα και μια γιγαντιαία πολιτική ανοησία». Ποια ήταν αυτή ανοησία; Μα το ότι έτσι ανατράπηκε ολόκληρη η άμυνα της Δύσης. Γιατί καραδοκούσαν οι Οθωμανοί…

Το τελειωτικό χτύπημα δόθηκε στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που διαδέχθηκε τη Βυζαντινή. Τότε ήταν που η «πολιτισμένη» Δύση έγδυσε κυριολεκτικά τους Ελληνικούς τόπους απ’ ό,τι είχε απομείνει από τους αρχαιολογικούς θησαυρούς τους με τη μέθοδο κυρίως των ανασκαφών αλλά και της βάρβαρης αφαίρεσης από τους αρχαίους ναούς και κτίρια κάθε στοιχείου γλυπτού διάκοσμου. Τότε ήταν που πήραν το δρόμο της Δύσης, μαζί με τεράστιο πλήθος αγγείων, κτερισμάτων τάφων κλπ, μεμονωμένα αγάλματα και ανάγλυφα, αρχιτεκτονικά μέλη, μαρμάρινες επιγραφές, που ληστεύτηκαν, πουλήθηκαν τζάμπα ή «χαρίστηκαν» με το αζημίωτο από «γενναιόδωρους» Οθωμανούς αξιωματούχους, με ή χωρίς σουλτανικό φιρμάνι, σε Ευρωπαίους «φιλέλληνες».

Όλος αυτός ο πλούτος της αρχαίας Ελλάδας φυγαδεύτηκε και κατέληξε να χαρίζει γόητρο στα παλάτια των βασιλιάδων, στις επαύλεις των λόρδων, των αριστοκρατών και των πλουσίων, στα μουσεία και στους Οίκους δημοπρασιών της Δύσης. Έτσι, ενδεικτικά, το 1811, ο Κόκκερελ και οι συνεταίροι του ανασκάπτουν το ναό της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα και πουλάνε τα υπέροχα γλυπτά του (εφάμιλλα του Παρθενώνα) στο Λουδοβίκο Α’ της Βαυαρίας (σήμερα εκτίθενται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου). Τον ίδιο χρόνο ανασκάπτουν το ναό του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες, που τα γλυπτά του εκτίθενται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο, εκεί που κατέληξαν το 1815 τα γλυπτά του Παρθενώνα που άρπαξε ο ‘Ελγιν. Το 1820 βρίσκεται  το περίφημο άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου, που καταλήγει στο Λούβρο. Και έπεται συνέχεια, στα χρόνια μετά την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους, τόσο μέσα όσο και εκτός των συνόρων της Ελλάδας (αλλά μέσα στα εδάφη της αρχαίας Ελλάδας), με τη Νίκη της Σαμοθράκης το 1863 (και αυτή σήμερα στο Λούβρο), το Βωμό του Δία (ένα τεράστιο γλυπτό σύμπλεγμα), που από την Πέργαμο μεταφέρθηκε σε κιβώτια  και από το 1930 εκτίθεται στο Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο κοκ. Οι «ευαίσθητοι», «καλλιεργημένοι», «φιλέλληνες» Ευρωπαίοι που απογύμνωσαν χωρίς τύψεις τους αρχαίους τόπους της Ελλάδας απ’ ό,τι αποτελούσε την ψυχή, το κάλλος και το μεγαλείο τους, άφησαν πίσω τους αρχαιολογικά σκέλεθρα και έρημη γη. Την ίδια «ευαισθησία» , φυσικά , επιφύλαξαν και στους αιγυπτιακούς, ασσυροβαβυλώνιους, περσικούς κ.α. αρχαιολογικούς χώρους- αδιάψευστος μάρτυρας τα μουσεία της Ευρώπης και οι ιδιωτικές συλλογές .

Τελικό σχόλιο: δεν ήταν αστείο αυτό που ειπώθηκε και γράφτηκε στις αρχές της κρίσης χρεωκοπίας της Ελλάδας, «ας πουλήσουν τον Παρθενώνα για να ξεχρεωθούν». Ήταν ίσως η πιο ειλικρινής έκφραση των μύχιων προθέσεων και της κοσμοαντίληψης των ληστρικών δυνάμεων που κυβερνούν τη Δύση. Δηλαδή των δυνάμεων που έχουν αποδείξει ανά τους αιώνες ότι δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο.

1/05/2017

Τρώγοντας έναν Υπουργό (κατά προτίμηση Παιδείας) έρχεται η όρεξη



Η είδηση ήρθε, πέρασε στα ψιλά και ξεχάστηκε. Είναι η μοίρα μερικών από τις πιο σημαντικές ειδήσεις, που μπορεί να αφορούν την πορεία μιας ολόκληρης κοινωνίας, να μη τιμώνται με την προσοχή που τους αξίζει. 

Ποια ήταν η είδηση; Ότι σύμφωνα με τη νέα έκθεση PISA του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), που δημοσιεύεται κάθε τρία χρόνια, οι Έλληνες μαθητές κατέλαβαν στον διαγωνισμό που διεξάγει ο ΟΟΣΑ μόλις την 43η θέση ανάμεσα σε 72 χώρες. Η έκθεση καταγράφει τις επιδόσεις των 15χρονων μαθητών αξιολογώντας τα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών που συμμετέχουν σε αυτό τον παγκόσμιο οργανισμό. Για σύγκριση, οι μαθητές της Εσθονίας, μιας μικρής χώρας της Βαλτικής, αναρριχήθηκαν φέτος στην πρώτη θέση ανάμεσα στα κράτη της Ευρώπης και στην 3η θέση παγκοσμίως! Στην Ευρώπη, χειρότερες σε σύγκριση με τους Έλληνες μαθητές είναι μόνο οι επιδόσεις των μαθητών από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Κύπρο, καθώς και τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων.
 
Πού οφείλεται το «θαύμα» της πρώτης στην Ευρώπη χώρας, της Εσθονίας, στην εκπαίδευση; Πώς έφτασε στην πρώτη θέση; Η απάντηση είναι απλή: επειδή ακολούθησε μια σωστή εκπαιδευτική πολιτική. Αλλά τι πάει να πει «σωστή»;
 
Διαβάζουμε σε σχετικό ρεπορτάζ: «το μυστικό της επιτυχίας είναι η τήρηση μιας βασικής αρχής», εξηγεί η Κάρεν Λουκ, διευθύντρια σχολείου στο Τάρτου, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Εσθονίας. «Επικεντρώνουμε στην ισότητα των ευκαιριών. Σε αυτό οφείλονται τα θετικά αποτελέσματα. Δεν διαχωρίζουμε επ’ ουδενί τα παιδιά σε διαφορετικές ομάδες, για παράδειγμα σε ομάδες υψηλών επιδόσεων και σε άλλες για πιο αδύναμους μαθητές. Όχι, δεν το κάνουμε αυτό… Κανέναν απολύτως ρόλο δεν παίζει ούτε η καταγωγή αλλά ούτε και η κοινωνική προέλευση. Είτε προέρχονται από εύπορες είτε από φτωχές οικογένειες, είτε έχουν ρωσικές ή άλλες ρίζες, στο σχολείο ισχύει το ίδιο για όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά: ίσες ευκαιρίες για όλους και φυσικά δωρεάν. Η σχετική νομοθεσία, που χρονολογείται από το 1992, διασφαλίζει τις ίδιες δυνατότητες για όλες τις μειονότητες καθώς και τη δια βίου μάθηση για όλους τους Εσθονούς».
 
Και τώρα ας έρθουμε στο … φάγωμα Υπουργών (κατά προτίμηση Παιδείας) στη χώρα που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα (στην Ελλάδα για όποιον δεν εννόησε). Πώς άραγε συνδέεται με τα παραπάνω;
Δώστε βάση: «Δεν διαχωρίζουμε επ’ ουδενί τα παιδιά σε διαφορετικές ομάδες, σε ομάδες υψηλών επιδόσεων και σε άλλες για πιο αδύναμους μαθητές. Όχι, δεν το κάνουμε αυτό», ήταν η δήλωση της διευθύντριας από την Εσθονία. Είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται να αποτέλεσε το βασικό λόγο που αποπέμφθηκε ο πρώτος Υπουργός Παιδείας της «κυβέρνησης της Αριστεράς», ο Ομότιμος Καθηγητής Αριστείδης Μπαλτάς. Ο Α.Μ. πίστευε και διακήρυττε ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρέπει να στηρίζεται στη διάκριση των πιο προχωρημένων μαθητών σε σχέση με τους πιο αδύναμους και στα ειδικά σχολεία για τους πρώτους. Πίστευε στο άριστο σχολείο και όχι στο σχολείο για αρίστους. Τον ενδιέφερε προπάντων ο μαθητής του τελευταίου θρανίου. Αυτό που ουσιαστικά αποτελεί τη βάση του πετυχημένου εκπαιδευτικού μοντέλου της Εσθονίας.
 
Αυτή η αντίληψη του τότε Υπουργού ξεσήκωσε θύελλα σε όλο το φάσμα των γνωστών αντιδραστικών δυνάμεων (μέσα μαζικής ενημέρωσης, πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης). Ήταν αδύνατο να δεχθούν ότι οι γόνοι των «ανώτερων» τάξεων, που αυτές οι δυνάμεις στηρίζουν, δεν θα είχαν στο εκπαιδευτικό σύστημα προνόμια αντίστοιχα με τις «ψηλότερες» επιδόσεις που τους βοηθούν να επιτύχουν τα μέσα και οι δυνατότητες που οι οικογένειές τους διαθέτουν. Ζήτησαν την κεφαλή του Υπουργού επί πίνακι. Και δυστυχώς τους δόθηκε. Μια ακόμα χαμένη ευκαιρία.
 
Τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Ο υπουργός που διαδέχθηκε τον Αριστείδη Μπαλτά, ο Νίκος Φίλης, δεν άργησε να φαγωθεί κι αυτός. Δεν ενδιέφερε τις γνωστές δυνάμεις το γεγονός ότι επί υπουργίας του ξεκίνησε μια τεράστια προσπάθεια να μπει σε τάξη το εκπαιδευτικό σύστημα που είχε διαλυθεί τα προηγούμενα χρόνια ούτε καν το ότι ήταν η πρώτη φορά που τα σχολεία άνοιξαν με τους δάσκαλους και τους καθηγητές στη θέση τους, με τα βιβλία έτοιμα. Οι απόψεις του δεν ήταν αρεστές, και όχι μόνο όσον αφορά το μάθημα των θρησκευτικών. Ήταν πολύ αριστερές. Ήταν εμφάνιση Υπουργού Παιδείας αυτή; Χωρίς κουστούμι και γραβάτα; Άλλωστε δεν ήταν «καθόλου, μα καθόλου αρεστός στην Κορυφή της Εκκλησίας. «Θέλουν να βγάλουν το Χριστό μας από τα σχολεία» κήρυτταν στις εκκλησίες οι παπάδες και το εκκλησίασμα (όχι όλο, ευτυχώς) έφριττε. Ο Ιερώνυμος (που ζήλεψε, φαίνεται, τη δόξα του προκατόχου του Χριστόδουλου, ο οποίος δοξάστηκε ως δεξιός πολιτευόμενος και μοιραίος για την Εκκλησία ιεράρχης) δεν μάσησε τα λόγια του. «Δεν είναι συνεννοήσιμος», είπε, και ζήτησε την κεφαλή του Υπουργού επί πίνακι.
 
Και δυστυχώς του δόθηκε. Μια ακόμα χαμένη ευκαιρία…
 
Επιβεβαιώθηκε έτσι για άλλη μια φορά ότι ποτέ η ανόρθωση μιας κοινωνίας, ιδίως όταν οδηγηθεί σε βαθιά κρίση από ένα απέραντο πλιάτσικο που έχει προηγηθεί για ολόκληρες δεκαετίες, δεν μπορεί να ακολουθήσει μια πορεία χωρίς εμπόδια, ανατροπές, πισωγυρίσματα και λάθη. Υπομονή, λοιπόν, και αισιοδοξία για το τελικό αποτέλεσμα, αρκεί βέβαια οι «παραχωρήσεις» στους μεγάλους υπεύθυνους για τη σημερινή κατάσταση να μη ξεπερνούν κάποιο όριο που μπορεί να ακυρώσει τον σκληρό αγώνα που γίνεται.

10/24/2016

Γράμμα από την Αυστραλία



Πήρα ένα γράμμα από έναν παλιό φίλο, το Νώντα Κωνσταντίνου, που ζει πολλά χρόνια τώρα στην Αυστραλία, και σκέφτηκα να το παραθέσω σε αυτή τη στήλη αυτούσιο, χωρίς σχόλια, εκτός μόνο από ένα: ότι το γράμμα του έχει το ειδικό βάρος της ευαισθησίας του, καθώς και της απόστασης, δηλαδή της μη συμμετοχής του σε όσα μίζερα, ιδιοτελή και φανατικά θολώνουν την κρίση μας εδώ στην πατρίδα. 

Με το Νώντα μοιραστήκαμε τα ίδια θρανία στο τότε εξατάξιο Γυμνάσιο (τώρα Γυμνάσιο και Λύκειο) Κιάτου. Μετά οι δρόμοι μας χώρισαν. Ο Νώντας πήρε το δρόμο της Αυστραλίας, εγώ παρέμεινα οίκαδε. Τα τελευταία χρόνια, μετά από μια σύντομη επάνοδό του στην πατρίδα, κρατάμε επαφή μέσω διαδικτύου.
Το γράμμα του Νώντα γράφτηκε μεν με αφορμή το τελευταίο κείμενό μου με τίτλο «Κατά δυστυχίαν από το όμως δεν ξέρει άλλο…», που δημοσιεύτηκε στο προηγούμενο τεύχος της Σικυωνίων Πολιτείας (αλλά και στο blog μου costaspappis.blogspot.com), όμως ο σχολιασμός του επεκτάθηκε και σε άλλα, πολύ ενδιαφέροντα νομίζω, ζητήματα. Το κείμενό μου είχε στον πυρήνα του ένα απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Το παραθέτω ξανά ολόκληρο στο τέλος αυτού εδώ του κειμένου.

Ιδού το γράμμα του Νώντα:

«Αγαπητέ  Κώστα  γεια σου!

Ο χρόνος τρέχει και, όπως γράφεις στα "σχετικά", δεν διαβαίνουμε κανένα ποτάμι δυο φορές [Σ.Σ. αναφέρεται σε μια εγγραφή στη διεύθυνσή μου στο Facebook]. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο έντονα και νοσταλγικά τα συναισθήματά μου, ως απόδημος της διασποράς, τείνουν να ενωθούν με το παρελθόν, και δη με την τόσο όμορφη ζωηρή εφηβεία και μαθητική ζωή, που για λίγο μοιραστήκαμε.
 

Ο βιολογικός μας κύκλος, των 360° μοιρών, πλησιάζει την ολοκλήρωσή του, αφού βρισκόμαστε στην εφηβεία του γήρατος, και όταν οι δυο εφηβείες ανταμώνονται, τότε ερωτεύονται και αγαπιούνται, η μια αγναντεύοντας το μέλλον προς την δύση με το χέρι στο μέτωπο, και η άλλη αναπολώντας το παρελθόν.
 
Διαβάζω με αμέριστο ενδιαφέρον τα άρθρα σου στο διαδίκτυο, και χαίρομαι για την συνταύτιση των απόψεων, κυρίως, για εκείνη την "ιστορία, που σέβεται το όνομά της" όπως την αποκαλείς, και όχι την επίσημη που μας δίδαξαν στο σχολείο.

Αναφέρομαι στο άρθρο σου " κατά δυστυχίαν από το όμως δεν ξέρει άλλο" και ειδικότερα στο απόσπασμα που παραθέτεις του μεγάλου πατριώτη και αγωνιστή Μακρυγιάννη, ενός ανθρώπου, που ενώ δεν ήξερε να ορθογραφήσει το όνομά του,  ήξερε όμως και μπορούσε να κυβερνήσει επιτυχώς μια νέο-επαναστατημένη Ελλάδα.


Δυστυχώς οι σημερινοί πολιτικοί με τα πολλαπλά πτυχία, τους είναι δύσκολο να τα αντιπαραθέσουν και να τα συγκρίνουν με τον πατριωτισμό και τον αλτρουισμό ενός Μακρυγιάννη, ενώ ο λαός κάθεται και ασχολείται με την περιβολή των υπουργών (κρίνοντας ένα βιβλίο απο τό εξώφυλλο) ενώ ταυτοχρόνως αγνοεί, πως πίσω απο τις γραβάτες κρύβονται οι μεγάλες απάτες.
 
Πολύ εύστοχα συγκρίνεις και αντιπαραβάλλεις την σημερινή κατάσταση με την εποχή της επανάστασης το 21. Δυστυχώς ο  εμφύλιος διαιωνίζεται ως παρακαταθήκη από εφιάλτες, κοτζαμπάσηδες, καιροσκόπους και απατεώνες, και λυπούμαι που τα ίχνη του ραγιά δεν έχουν εκλείψει.
 
Η Μελβούρνη, στην οποία κατοικώ, έχει υποδεχτεί αρκετές χιλιάδες νέων Ελλήνων μεταναστών, και μου θυμίζει τις δεκαετίες 50- 60, αν και οι δυο περίοδοι δεν μπορούν να συγκριθούν. Οι μεν τότε, με λίγες εκπαιδευτικές γνώσεις, αλλά υποτακτικοί, νομοταγείς, εργατικότατοι και άριστοι οικονομικοί διαχειριστές, ενώ οι σημερινοί, με πολύ καλές γνώσεις και πτυχία, απαιτητικοί, δύσκολα προσαρμόσιμοι και επικριτικοί στον τρόπο ζωής μας. Τους εύχομαι και ελπίζω οι περισσότεροι να επιστρέψουν στην πατρίδα, γιατί τους χρειάζεται πολύ περισσότερο από όσο  η Αυστραλία.
 
Τίποτα άλλο, ελπίζω κάποτε να πιούμε ένα καφέ στην όμορφη παραλία του Κιάτου.
 
Χαιρετισμούς σε όσους από  την παρέα βλέπεις.
 
Με φιλία και εκτίμηση,
 
Νώντας  Κωνσταντίνου. 

Και το απόσπασμα του Μακρυγιάννη (ξανά, για να το εμπεδώσουμε!):

«Διορίζεται ο Κουντουργιώτης, διορίζει και τον Σκούρτη το Νυδραίον αρχιστράτηγόν του, κι᾿ όσο ήξερε ο ένας ήξερε κι᾿ ο άλλος από πόλεμον. Τότε μπήκαν σε δυσαρέσκεια όλοι οι σημαντικοί αρχηγοί οπού ᾿ταν εκεί, οπού είδανε το Σκούρτη αρχιστράτηγον απάνου εις τον Καρατάσιον, εις τον Καραϊσκάκη, εις τον Χατζηχρήστο, εις τον Τζαβέλα και εις τους άλλους. Ο Κουντουριώτης, κουτός, αφού είδε οπού ᾿ναι αυτός αμαθής από αυτά, αντίς να βάλη αρχηγόν να σώση την πατρίδα κι᾿ αυτός να δοξαστή, κατά δυστυχίαν από το όμως δεν ξέρει άλλο, κ᾿ έβαλε τον Σκούρτη να διοικήση και να οδηγήση και τους αρχηγούς της ξηράς ο θαλασσινός, απλός αξιωματικός - ούτε και της θάλασσας τον πόλεμον δεν τον γνώριζε καλά. Έλεγε των στεργιανών «Όρτζα, πότζα!». Εκείνοι έλεγαν «Τι λέγει αυτός, γαμώ το καυλί τ᾿;». Τέλος πάντων ο πατριωτισμός όλων αυτεινών και της συντροφιάς τους, η ψύχωση της φατρίας και η διαίρεση κι᾿ ο ενφύλιος πόλεμος και η διχόνοια των μεγαλοκέφαλων Κωλέτη και Μαυροκορδάτου, δια να μην δοξαστή ο ένας και χάση ο άλλος, και το «όμως» του Κουντουργιώτη και το «όρτζα και πότζα» του Σκούρτη και το «καυλί» των Ρουμελιώτων, ο Μπραϊμης μπήκε ᾿σ την Πελοπόννησο και την έκαμε γη Μαδιάμ όχι από την παληκαριά των Αράπηδων, αλλά από αυτά οπού λέγω. Δεκάξι χιλιάδες ασκέρια, το άνθος των Ελλήνων, Ρουμελιώτες, Πελοποννήσιοι - ύστερα βγάλαν και τους αρχηγούς τους από τη Νύδρα - Σπαρτιάτες κι᾿ απ᾿ άλλα μέρη, όλοι αυτείνοι κάθονταν εις τις Χώρες και εις τ᾿ άλλα χωριά και τρώγαν αρνιά και κόττες, κι᾿ ο Αράπης όταν τους εύρισκε τους ξεποδάριαζε κυνηγώντας. Αυτά κάνει η διαίρεση και η διχόνοια».

10/03/2016

Κατά δυστυχίαν από το όμως δεν ξέρει άλλο…


Πολλές είναι οι ηρωικές μορφές που αναφέρονται στην επίσημη ιστορία της νεότερης Ελλάδας της περιόδου της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται και μερικές που στην πραγματικότητα δεν ήσαν και τόσο ηρωικές. Το αντίθετο. Πράγματι, αρκετοί είναι εκείνοι που, ανεξάρτητα από την όποια προσφορά τους στον αγώνα, έχουν στιγματιστεί για το ρόλο που έπαιξαν σε διάφορες φάσεις του, ιδίως στη διάρκεια των εμφυλίων που ξέσπασαν στη διάρκειά του. Ο ρόλος τους παραλίγο να ακυρώσει τους άθλους και τις θυσίες του έθνους για την ελευθερία του. Αμφιλεγόμενα πρόσωπα, άνθρωποι ανίκανοι ή ακατάλληλοι να ηγηθούν, συνωμότες και μισαλλόδοξοι, άρπαγες και κλέφτες, ακόμα και δολοφόνοι συναγωνιστών τους, αυτά και άλλα παρόμοια κατέγραψε για αρκετούς η ιστορία, όχι η επίσημη αλλά η άλλη, εκείνη που σέβεται το όνομά της.

Ένα από αυτά τα αμφιλεγόμενα πρόσωπα ήταν ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Διορίστηκε πρωθυπουργός σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, όταν ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ Πασάς ανέλαβε να συντρίψει τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων κάνοντας απόβαση στην Πελοπόννησο. Υδραίος πλοιοκτήτης, είχε αντιταχθεί αρχικά στην κήρυξη της επανάστασης και ήταν ο πλουσιότερος Έλληνας της εποχής του. Γράφει γι αυτόν ο στρατηγός Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του, στη δική του σπαρταριστή γλώσσα που τόσο αγάπησε ο Γιώργος Σεφέρης:

«Διορίζεται ο Κουντουργιώτης, διορίζει και τον Σκούρτη το Νυδραίον αρχιστράτηγόν του, κι᾿ όσο ήξερε ο ένας ήξερε κι᾿ ο άλλος από πόλεμον. Τότε μπήκαν σε δυσαρέσκεια όλοι οι σημαντικοί αρχηγοί οπού ᾿ταν εκεί, οπού είδανε το Σκούρτη αρχιστράτηγον απάνου εις τον Καρατάσιον, εις τον Καραϊσκάκη, εις τον Χατζηχρήστο, εις τον Τζαβέλα και εις τους άλλους. Ο Κουντουριώτης, κουτός, αφού είδε οπού ᾿ναι αυτός αμαθής από αυτά, αντίς να βάλη αρχηγόν να σώση την πατρίδα κι᾿ αυτός να δοξαστή, κατά δυστυχίαν από το όμως δεν ξέρει άλλο, κ᾿ έβαλε τον Σκούρτη να διοικήση και να οδηγήση και τους αρχηγούς της ξηράς ο θαλασσινός, απλός αξιωματικός - ούτε και της θάλασσας τον πόλεμον δεν τον γνώριζε καλά. Έλεγε των στεργιανών «Όρτζα, πότζα!». Εκείνοι έλεγαν «Τι λέγει αυτός, γαμώ το καυλί τ᾿;». Τέλος πάντων ο πατριωτισμός όλων αυτεινών και της συντροφιάς τους, η ψύχωση της φατρίας και η διαίρεση κι᾿ ο ενφύλιος πόλεμος και η διχόνοια των μεγαλοκέφαλων Κωλέτη και Μαυροκορδάτου, δια να μην δοξαστή ο ένας και χάση ο άλλος, και το «όμως» του Κουντουργιώτη και το «όρτζα και πότζα» του Σκούρτη και το «καυλί» των Ρουμελιώτων, ο Μπραϊμης μπήκε ᾿σ την Πελοπόννησο και την έκαμε γη Μαδιάμ όχι από την παληκαριά των Αράπηδων, αλλά από αυτά οπού λέγω. Δεκάξι χιλιάδες ασκέρια, το άνθος των Ελλήνων, Ρουμελιώτες, Πελοποννήσιοι - ύστερα βγάλαν και τους αρχηγούς τους από τη Νύδρα - Σπαρτιάτες κι᾿ απ᾿ άλλα μέρη, όλοι αυτείνοι κάθονταν εις τις Χώρες και εις τ᾿ άλλα χωριά και τρώγαν αρνιά και κόττες, κι᾿ ο Αράπης όταν τους εύρισκε τους ξεποδάριαζε κυνηγώντας. Αυτά κάνει η διαίρεση και η διχόνοια». 

Ναι, αυτά κάνει η διαίρεση και η διχόνοια… Έρχομαι στις μέρες μας και βλέπω τη χώρα μας να ξαναζεί τις «ένδοξες» εκείνες ημέρες. Βλέπω έναν αδυσώπητο ενορχηστρωμένο πόλεμο κατά όποιων προσπαθειών για πρόοδο και αλλαγή γίνονται σε αυτό τον τόπο, και μάλιστα μέσα σε συνθήκες μεγάλης εγχώριας αλλά και διεθνούς κρίσης. Τον έχουν κηρύξει άνομα οικονομικά συμφέροντα και μαζί τους συμπλέει ένα παρδαλό τσίρκο αντιπολιτευόμενων πολιτικών συμφερόντων με το βλέμμα στραμμένο σε καρέκλες εξουσίας. Είναι δυνατό να επιβιώσει και να ορθοποδήσει αυτή η χώρα μέσα σ’ αυτό τον παροξυσμό φανατισμού και ιδιοτέλειας;

Κρατώ από την αξιολόγηση του Μακρυγιάννη για τον Κουντουριώτη και μια άλλη φράση: «κατά δυστυχίαν από το όμως δεν ξέρει άλλο». Δυστυχώς (ο Κουντουριώτης) άλλο δεν ξέρει από το «όμως», λέει ο Στρατηγός Μακρυγιάννης.

«Όμως»… Την ξέρω καλά την κατηγορία των ανθρώπων που χαρακτηρίζει αυτή η λέξη.  Την ακούς στις μέρες μας συχνά να την εκστομίζουν σε κάθε περίσταση. Την έχουν έτοιμη για ό,τι θετικό και δημιουργικό καταφέρνουν οι άλλοι με τη δράση τους, ενώ οι ίδιοι δεν είναι ικανοί να δράσουν, να δημιουργήσουν κάτι, να φέρουν κάποιο ευεργετικό αποτέλεσμα. Συνήθως δεν την ακούς από τα χείλη έξαλλων και φανατισμένων, αλλά από χείλη ανθρώπων που δείχνουν σε πρώτο επίπεδο διατεθειμένοι να συζητήσουν «νηφάλια» και «αντικειμενικά». Ή αυτό ισχυρίζονται εν πάση περιπτώσει.

Για παράδειγμα, το φέρνει η κουβέντα στο ζήτημα της λειτουργίας του σχολείου. Όπως είναι γνωστό, φέτος για πρώτη φορά όλοι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές ήσαν από την πρώτη μέρα που άνοιξαν τα σχολεία στη θέση τους, μέσα στην τάξη. Πόσες δεκαετίες είχαμε να το δούμε αυτό; Θυμάμαι κάθε χρόνο την αγανάκτηση γονιών, δασκάλων, παιδιών, αλλά και των μαζικών μέσων επικοινωνίας (για την ακρίβεια, κυρίως παραπληροφόρησης και μαζικής αποβλάκωσης), που τώρα περνάνε στα ψιλά αυτό το αδιάψευστο γεγονός. Αλλά οι άνθρωποι της κατηγορίας του «όμως» ελάχιστα θα το εκτιμήσουν και θα αναγνωρίσουν την επιτυχία του σημερινού υπουργού να λύσει επιτέλους και σε ελάχιστο χρόνο ένα σημαντικό διοικητικό πρόβλημα. Το γεγονός δείχνει ότι αυτός ο υπουργός έχει, το λιγότερο, οργανωτική ικανότητα και ενδιαφέρον για τα βασικά πραγματικά προβλήματα του σχολείου. 

Κι εκεί οι κύριοι «όμως» αρχίζουν: «Όμως είναι εμφάνιση υπουργού αυτή; Σου μοιάζει για υπουργός; Έχει στυλ υπουργού;». Και μετά: «Όμως δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε αυτή τη θέση ένα πρόσωπο πιο σοβαρό; Να μιλάει σαν το Βενιζέλο; Ένας Καθηγητής Πανεπιστημίου με τίτλους και περγαμηνές…». Κι όταν τους εξηγείς ότι υπάρχουν πολλοί με τίτλους και περγαμηνές, αλλά ανίκανοι να οργανώσουν όχι μόνο ένα τόσο περίπλοκο σύστημα όπως αυτό της δημόσιας εκπαίδευσης αλλά ακόμα και ένα περίπτερο, άσε που κάποιοι έχουν μεσάνυχτα από Παιδεία, αυτοί δεν το βάζουν κάτω: «Όμως…». Και πάει λέγοντας.

Ξαναρωτάω: Μ’ αυτά και μ’ αυτά, είναι δυνατό να επιβιώσει και να ορθοποδήσει η χώρα;

9/01/2016

Ελπίδα αίνει



Το περασμένο καλοκαίρι βρέθηκα στην Ικαρία, σ’ αυτό το μαγικό νησί. Εκεί υπάρχει ένα σπήλαιο, όπου κατά τη μυθολογία ο Δίας έκρυψε το γιό του Διόνυσο, που προέκυψε από την ένωσή του με τη Σεμέλη, για να τον σώσει από την εκδικητική μανία της Ήρας. Η ζηλόφθονη σύζυγος του πατέρα των θεών καταδίωξε τη μάνα του παιδιού και την έκαψε τελικά, πριν προλάβει να το γεννήσει. Το παιδί το πήρε ο Δίας από τα σπλάχνα της Σεμέλης, το έραψε στο μηρό του κι έπειτα το έβγαλε στην Ικαρία. 

Εκεί, λοιπόν, σε κάποιο σημείο στο δρόμο προς το σπήλαιο, βρέθηκα μπροστά σε μια σύγχρονη μαρμάρινη πινακίδα που έγραφε με κεφαλαία γράμματα ένα γνωμικό που πρώτη φορά συναντούσα: ΕΛΠΙΔΑ ΑΙΝΕΙ. Μου έκανε εντύπωση, γιατί η συνάντησή μου με το γνωμικό ήρθε σε μια στιγμή που με πάθος υποστήριζα (και, βέβαια, δεν έχω πάψει να υποστηρίζω) αυτό ακριβώς το μήνυμα που στέλνει το γνωμικό: ΝΑ ΥΜΝΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ!


Έψαξα και βρήκα ότι το γνωμικό ήταν αρχαίο. Ήταν ένα από τα Δελφικά παραγγέλματα, αποστάγματα σοφίας, υποθήκες που μας παρέδωσαν οι αρχαίοι σοφοί, κυρίως οι γνωστοί Επτά Σοφοί (Θαλής ο Μιλήσιος, Πιττακὸς ο Μυτιληναίος, Βίας ο Πριηνεύς, Σόλων ο Αθηναίος, Κλεόβουλος ο Ρόδιος, Περίανδρος ο Κορίνθιος, Χείλων ὁ Λακεδαιμόνιος). Τα Δελφικὰ παραγγέλματα, συνολικά 147, ήσαν χαραγμένα στον πρόσθιο τοίχο του πρόναου ή στις παραστάδες της πύλης του μεγάλου ναού του Απόλλωνα, στο υπέρθυρο ή στις στήλες που είχαν τοποθετηθεί περιμετρικά στις πλευρές του ναού. Τα δυο πιο γνωστά από αυτά (ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ και ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ) αναγράφονταν στον πρόναο του ναού, δεξιά κι αριστερά του ιερού γράμματος Ε.

Το μήνυμα του αρχαίου γνωμικού είναι, βέβαια, διαχρονικό, όμως αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις μέρες μας, για τη χώρα μας αλλά και για όλο τον κόσμο.

Στη χώρα μας, όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, η ανάγκη να ελπίζουμε ότι όλα αργά ή γρήγορα θα αλλάξουν στο καλύτερο είναι, πρώτα απ’ όλα, προϋπόθεση συλλογικής επιβίωσης. Για μένα η ελπίδα αυτή δεν αποτελεί μόνο ανάγκη. Είναι πεποίθηση. Η χώρα αυτή πέρασε περιόδους πολύ χειρότερης κρίσης στο παρελθόν. Πέρασε δυο παγκόσμιους πολέμους, όταν οι άνθρωποι λιμοκτονούσαν και πέθαιναν κατά χιλιάδες στους δρόμους, εθνικές καταστροφές (Μικρά Ασία), έναν τρομερό εμφύλιο πόλεμο, περιόδους απόλυτης ένδειας, όταν εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων έπαιρναν τους δρόμους της ξενιτιάς για να επιβιώσουν (Αμερική, Αυστραλία, Κεντρική Ευρώπη). Η Ελλάδα όμως άντεξε και ξαναβρήκε το δρόμο της ανόρθωσης και της ευημερίας. Έτσι θα τον βρει και τώρα! Κόντρα στα σκυλιά που ουρλιάζουν, στα τρομολάγνα κανάλια και τα μέσα μαζικού σκοταδισμού (τα μαζικά μέσα ενημέρωσης ήθελα να πω), κόντρα στους πολιτικούς που δίνουν τα ρέστα τους για τη τσέπη τους και τις καρέκλες που έχασαν. Όλα, με αγώνα, με υπομονή, και με την ελπίδα πάντα όρθια, θα πάνε καλά! 

Κι όσο για τον κόσμο, θα επαναλάβω αυτό που έγραφα στο προηγούμενο τεύχος της «Πολιτείας» για τις διαρκώς αυξανόμενες τεράστιες ανισότητες που χαρακτηρίζουν την παγκόσμια κοινότητα: «Όσοι πιστεύουν ότι είναι διατηρήσιμη αυτή η κατάσταση είναι, νομίζω, γελασμένοι. Θα το διαπιστώσουν πικρά όταν τα κύματα της προσφυγιάς, οι εξεγέρσεις, η γενικευμένη οργή των φτωχών ανθρώπων ρίξουν, αργά ή γρήγορα, τα τείχη και γκρεμίσουν τα κάστρα όπου νομίζουν οι λίγοι κατέχοντες τον παγκόσμιο πλούτο ότι μπορούν να προστατεύονται». Δεν μπορεί να είναι διατηρήσιμη η σημερινή κατάσταση γιατί, απλούστατα, δεν βγαίνει μαθηματικά: αν συνεχιστεί αυτή η τάση κάποιοι (οι πολλοί!), αργά ή γρήγορα δεν θα έχουν παρά να τρέφονται αποκλειστικά με αέρα και ρίζες! Κι άλλωστε, οι εξελίξεις τρέχουν και τα μηνύματα για τα κινήματα αντίστασης ανά τον κόσμο πολλαπλασιάζονται. Δες τι γίνεται σήμερα στη Γαλλία, δες τα πρωτοφανή κύματα της μετανάστευσης και της προσφυγιάς, τους περιφερειακούς πολέμους, τους τριγμούς στα διεθνή χρηματοπιστωτικά συστήματα, την αυξανόμενη αμφισβήτηση της κατάστασης που έχει επιβληθεί στην Ευρώπη (σ’ αυτό έπαιξε το ρόλο της και η χώρα μας), τον Ευρωσκεπτικισμό που ξαπλώνεται…

8/17/2016

Ο κυρ Αλέξανδρος μου βάζει αινίγματα


Το μνημόνευα και το 2012 (http://costaspappis.blogspot.gr/2012/06/blog-post.html):
 
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
                              

(Οδυσσέα Ελύτη, «Άξιον εστί», Τα Πάθη)
 
Τότε, διάλεξα Διονύσιο Σολωμό. Συγκεκριμένα λίγες λέξεις από τους «Ελεύθερους πολιορκημένους», ενόψει βουλευτικών εκλογών: με λογισμό και μ’ όνειρο (ήταν η σύστασή μου προς τους συνέλληνες). Τώρα ήρθε η σειρά του κυρ Αλέξανδρου.
 
Ύστερα από πολύ καιρό, μέσα στην ευωχία του γύρω ζόφου που εκκοσμικεύεται και κοινωνικοποιείται σε καφετέριες και ταβέρνες παρά θιν’ αλός, όπου οι πτυχιούχοι μας δίνουν ρέστα ασκούμενοι ως (εφ’ όρου ζωής;) γκαρσόνια, οι γονείς καμαρώνουν και καταναλώνουν (με οικονομία, έστω) και η ανεργία επιτέλους πνέει τα λοίσθια (για ένα μήνα ακόμη), ξανάπιασα τον Παπαδιαμάντη και τέρπομαι με το ήθος του, με το χιούμορ του, με το ιδίωμα το γλωσσικό του (που κάποτε με αναποδιάζει). Ήρθε φυσικά αυτή η επιλογή, ύστερα από τα δυο σημειώματά μου που προηγήθηκαν (το «Ελπίδα αίνει» και τη «Λαδανιά ή ένας λόγος για την επανάσταση»). Ήρθε η ώρα (και για τις ανάγκες του νέου μου - ανά χείρας - σημειώματος) να σηκώσω τα μάτια, από τη γη, ψηλά στον έναστρο ουρανό για να ξεθολώσει ο νους μου. Αντιγράφω:
 
«...Άνω τα άστρα του ουρανού έλαμπον εις το ύψος του στερεώματος ή έτρεμον σβήνοντα εδώ κι εκεί, και ο γαλαξίας έλουε με αβρόν αργυρόχρουν φως τα ουράνια δώματα, και έζωνε την μέσην του ουρανού, ως να έστρωνε με ακήρατα άνθη τον δρόμον του απείρου εις τα αόρατα πνεύματα των μακάρων. Και ο τριάστερος Πήχυς ίστατο μυστηριώδης επάνω εις το στερέωμα, ακατανόητον όργανον το οποίον ετέθη εκεί ως διά να εξακολουθεί να μετρεί εσαεί το άπειρον διά του αιωνίου. Και αι Άρκτοι η μία και η άλλη έλαμπον με γλυκύ φως μειδιώσαι εις τα προσφιλή πελάγη, και το άστρον του Βορρά εδείκνυε τον Πόλον εις τους αγαπημένους του θαλασσινούς, οίτινες έχουσιν αυτό μόνην συντροφίαν και μόνον αιθέριον φάρον παρηγορούντα αυτούς εις τον δρόμον των, και αν όλα τα λαμπρά άστρα χαθώσι προς καιρόν εις τους οφθαλμούς των, και αν όλοι οι μυστηριώδεις λύχνοι συγκαλυφθώσιν από τα νέφη. Η Πούλια είχεν υψωθεί τρία κοντάρια υψηλά ανερχόμενη εξ ανατολών προς το μεσουράνημα, χρυσή κλώσσα με τα πουλιά της, καταστερεωθείσα και αθανατισθείσα θεία νεύσει, διά να διδάσκει την οικογενειακήν συνοχήν και αρμονίαν εις τους δειλαίους θνητούς, οίτινες γεννώνται διά να χάσκωσι προς καιρόν αναβλέποντες εκεί επάνω, και διά να συγκαλύπτει χρονίως του θανάτου η νυξ τους οφθαλμούς των εις το υποχθόνιον σκότος...». (Παπαδιαμάντης, Τόμος Τρίτος, Θαλασσινά Ειδύλλια, «Βαρδιάνος στα σπόρκα», σελ. 199, Εκδόσεις Α. Τερζόπουλου).
 
Το άπειρο και το αιώνιο. Και οι δειλοί θνητοί, που γεννιώνται για να χάσκουν για λίγο κοιτώντας εκεί πάνω, προτού καλύψει για πάντα τα μάτια τους η νύχτα του θανάτου, το σκοτάδι κάτω από τη γη!
 
Δέος και μαγεία.
 
Αλλά, καλά «αι Άρκτοι» (Μικρή και Μεγάλη Άρκτος), καλό και το «άστρον του Βορρά» (Πολικός Αστέρας). Καλή και η Πούλια πούχει εφτά παιδιά κατά τον Ελύτη (αν και πολλοί, ενώ πρόκειται για αστερισμό, δηλαδή συστάδα άστρων που εμφανίζεται κοντά στον αστερισμό του Ταύρου, τη μπερδεύουν με τον πλανήτη Αφροδίτη που, όταν εμφανίζεται στην Ανατολή, πριν την αυγή, τη λέμε Αυγερινό, κι όταν εμφανίζεται στη Δύση, όταν αρχίσει να βραδιάζει, τη λέμε Αποσπερίτη).
 
Αλλά ο Πήχυς;
 
Έφαγα τον τόπο να βρω ποιος είναι ο «τριάστερος Πήχυς». Θεωρώ τον εαυτό μου καλό γνώστη του χάρτη του ουρανού, όμως ο κυρ Αλέξανδρος με έβαλε σε περιπέτειες. Δεν έχω συναντήσει τέτοιον αστερισμό. Μια σκέψη με πήγε στον αστερισμό Πυξίς του νοτίου ημισφαιρίου που συμβαίνει να έχει τρία αστέρια στη σειρά ίδιου μεγέθους, που φαίνονται χαμηλά στον ορίζοντα κατά το Γενάρη-Φλεβάρη και που η λατινική γραφή του (Pyxis) φέρνει προς την ελληνική «Πήχυς». Αλλά άλλο Πήχυς και άλλο Πυξίς. Άσε που, στη διήγηση, περιγράφεται η φθινοπωρινή όψη του ουρανού  (καμία σχέση με το καταχείμωνο).
 
Και είπε ο ανόητος εν τη ψυχή αυτού «ωπ, σ’ έπιασα κυρ Αλέξανδρε, σαν να μη μας τα λες καλά».
 
Κι όμως, καλά τα λέει! 
 
Άρχισα να ψάχνω. Στο ίντερνετ, ούτε υποψία αναφοράς. Τελικά, για να μη σας κουράζω, επαληθεύθηκε η υπόθεσή μου ότι το μυστήριο θα μου έλυνε η παλιά σοφία, που θα τη βρει κανείς μόνο στις μεγάλες εγκυκλοπαίδειες, ιδίως τις παλιές. Ιδού λοιπόν η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (Εκδόσεις Πυρσός) που δίνει δυο ορισμούς για την Πήχη (όχι για τον Πήχυ, όμως, αλλά τελικά πρόκειται για το ίδιο):
 
Πήχη: (δημοτ.) μονάς μήκους, ο εμπορικός πήχυς.
(Λαογρ.) Εν Θήρα, Μιλήτω και αλλαχού καλούνται Πήχη, προφανώς εκ του σχήματος, όπερ δεικνύουν, οι αστέρες οι αποτελούντες τον τελαμώνα του Ωρίωνος.


Ήμουν πια κοντά. Ο Ωρίων είναι γνωστός αστερισμός που καταυγάζει το νυχτερινό ουρανό το φθινόπωρο. Έμενε μόνο η απορία για τον «τελαμώνα». Ο κόσμος γνωρίζει τον Αίαντα τον Τελαμώνιο της Ιλιάδας, αλλά ο τελαμώνας του Ωρίωνα, ο τριάστερος; Μα φυσικά, είπα, θα πρόκειται για την λαμπρή τριάστερη ζώνη που χωρίζει στα δυο τον αστερισμό του Ωρίωνα, του μυθικού κυνηγού που οι θεοί τοποθέτησαν στον ουρανό. Δεν έπεσα έξω. Βέβαια, εγώ ξέρω το τριάστερο σύμπλεγμα ως «τρεις μάγους». Όμως το Λεξικό Μπαμπινιώτη ορίζει τον τελαμώνα ως : 1 φυσιγγιοθήκη 2 δερμάτινο ή υφασμάτινο λουρί από το οποίο κρεμούσαν στον ώμο όπλο, σπαθί ή τύμπανα.

Και η χαριστική βολή από την Εγκυκλοπαίδεια Δομή: «Ο Ωρίων ... διακρίνεται από τη λοξά ευθύγραμμη θέση τριών αστέρων του, που ονομάζονται Τρεις Μάγοι ή Τελαμών του Ωρίωνα...».

Κι έτσι το αίνιγμα λύθηκε! Πήχη ή τρεις μάγοι: η τριάστερη ζώνη του Ωρίωνα!

Ευχαριστώ, κυρ Αλέξανδρε, για το νυχτερινό ταξίδι στον ουρανό που μου χάρισες.