Κώστας Παππής

7/14/2018

Το Κτίριο



Το ήξερα με το όνομα «το Κτίριο». Στις αρχές της δεκαετίας του 60 το είδαμε κατεβαίνοντας με τα πόδια στο Κιάτο από το χωριό της Βελίνας (απόσταση 23 χλμ). Ήταν τότε - θυμάμαι - ορατό από όλες τις πλευρές. Τώρα από τα δυτικά είναι άφαντο. Αιτία τα πουρνάρια που έχουν θρασέψει και το κάλυψαν.  

Όψη από ΝΔ


Ήμουνα με το Γιάννη, εγώ στο τέλος της εφηβείας, αυτός με το κυνηγετικό, 5-6 χρόνια μεγαλύτερος. Διανυκτερεύσαμε στη πατρικό του στη Βελίνα και την άλλη μέρα, ξεκινώντας με την αυγή, διασχίσαμε το Μουγκουστό, το πυκνό δάσος δυτικά από το Σούλι - αργότερα ένα μεγάλο μέρος του κάηκε - και πιάσαμε το δρόμο προς Μεγάλη Βάλτσα. Τώρα το δάσος έχει πια φουντώσει και είναι ωραία για περπάτημα.

Έμαθα πως το Κτίριο το λένε οι αρχαιολόγοι και «Ελληνικό». Ας το λένε. Το Κτίριο, λοιπόν, όπως το έμαθα από το Γιάννη, ήτανε – τι ήτανε; Μα τι άλλο; Φρυκτωρία! – και εδώ θα συμφωνήσω με τους αρχαιολόγους. Μια ακόμα φρυκτωρία, από τις καμπόσες που είχε η αρχαία Σικυώνα για λόγους αμυντικούς, σαν ραντάρ έγκαιρης ειδοποίησης. Που εξέπεμπε μηνύματα με τη χρήση φωτιάς ή καπνού μέχρι την πόλη της Σικυώνας, με την οποία είχε οπτική επαφή, για τα περαιτέρω και λοιπά που τα έχουμε εξηγήσει και να μην τα ξαναλέμε γιατί κουράζει.


Όψη από Α

Από το Κτίριο, που βρίσκεται σε υψόμετρο 450 μέτρων, έχει κανείς πανοραμική θέα σε όλο τον Κορινθιακό και σε όλο τον κάμπο της Βόχας, και φαίνονται όλα τα βουνά που στεφανώνουν τον ορίζοντα, όπου έχω γνωστούς, δικούς μου ανθρώπους, από παλιά, στην Ακροκόρινθο (γεια σου Λαϊδα, ωραία και κοινωφελή, αν και παρεξηγημένη) και στα Γεράνια (γεια σου Μήδεια, που από κει, από το Ηραίο, αναλήφθηκες στον ουρανό με το άρμα του Παππού σου του Ήλιου, παίρνοντας άφεση από τους θεούς για τις φριχτές σου πράξεις επειδή κι εσύ είχες φριχτά υποφέρει), στον Κιθαιρώνα (γεια σου Οιδίποδα και γεια σου Αντιγόνη, άμοιρη γενιά των Λαβδακιδών, που σας κατάτρεξε τόσο η μοίρα ώστε οι άνθρωποι να σας θυμούνται και να παρηγορούνται για τα δικά τους βάσανα) και στον Ελικώνα (γεια σου Ησίοδε και γεια σας Μούσες Ελικωνιάδες που τον εμπνεύσατε να γράψει την εκτυφλωτική Θεογονία του), στον Παρνασσό με τους Δελφούς, κέντρο του κόσμου και ομφαλός της Γης (γειά σου Απόλλωνα Μουσηγέτη και γεια σου Πυθία και δώστε μας κάνα ελπιδοφόρο χρησμό για την έρμη πατρίδα) και ακόμα πιο πέρα!

Το Κτίριο, εκτός από την πόλη της Αρχαίας Σικυώνας, στο Βασιλικό, είχε οπτική επαφή με την άλλη φρυκτωρία, προς τα νότια, στη θέση Τζαμί (Θέκριζα Κρυονερίου), κοντά στην αναθηματική στήλη για το Χάνι του Κουτρουμπή, στη Χούνη. Έχουμε μιλήσει γι αυτή. Και αυτή με τη σειρά της είχε οπτική επαφή με μιαν άλλη φρυκτωρία, ακόμα πιο νότια, νοτιοδυτικά για την ακρίβεια, κάτω από το Καίσαρι, στη θέση Τσακούθι. Έχουμε μιλήσει και γι αυτήν (θυμάστε; Ο λόφος με τα χρυσοκίτρινα κρινάκια; Και στην κορυφή; Φρυκτωρία!).

Αυτό που έχει απομείνει από το αρχικό οικοδόμημα στο Κτίριο είναι ένας ορθογώνιος πύργος, όπου σώζονται τμήματα από τους τρεις τοίχους του, χτισμένους με το ισοδομικό σύστημα. Κατά τους αρχαιολόγους, ο πύργος ήταν τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου κτιρίου, από το οποίο ελάχιστα ίχνη σώζονται. Άλλες πληροφορίες, κυρίως τεχνικές, και άλλες που αφορούν το έργο των αρχαιολόγων στη συγκεκριμένη θέση, περιέχονται στη μονογραφία  του Καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Γιάννη Λώλου με τίτλο "Land of Sikyon, Archaeology and History of a Greek City – State",  στην οποία έχω αναφερθεί και άλλες φορές. Ο Καθηγητής Γ.Λώλος σημειώνει ότι η στιβαρή και προσεκτική κατασκευή του πύργου, σε συνδυασμό με τη θέση του, παραπέμπει σε στρατιωτική λειτουργία. Ο πύργος επέβλεπε τους δρόμους προς τη Στύμφαλο (γεια σου Ηρακλή με τις όρνιθές σου) και τον ποταμό Σύθα, που χύνεται στην παραλία του Ξυλοκάστρου, όταν έχει νερό, εννοείται. Και επειδή η καλοδουλεμένη ισοδομική κατασκευή του είναι παρόμοια με αυτή που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των τειχών της Σικυώνας, ο ίδιος κλίνει προς την υπόθεση ότι ο πύργος κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου ή στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., όταν δηλαδή, στα χρόνια του Δημητρίου του Πολιορκητή, η πόλη μεταφέρθηκε στη νέα της θέση, από τον κάμπο ένα επίπεδο πιο ψηλά, στη θέση του Βασιλικού.


Στο εσωτερικό του φρουρίου (φαίνεται η είσοδος)

Πώς πάμε στο Κτίριο; Παίρνουμε το δρόμο (άσφαλτος πάντα) που περνάει μέσα από το Πάσιο και πάει προς Μεγάλη Βάλτσα. Προχωράμε, προχωράμε, δεν κολώνουμε στις στροφές, και κάποια στιγμή να μια διχάλα: δεξιά κατηφορίζει προς Μεγάλη Βάλτσα, τη βλέπουμε, είναι μπροστά μας. Αριστερά πάει … αριστερά! Εκεί σταματάμε. Βλέπουμε τίποτα, κανα αρχαίο; Όχι. Τίγκα στο πουρνάρι η περιοχή στα αριστερά μας. Μόνο ένα προσκυνητάρι σε βάση από αρχαίο υλικό, στα δεξιά μας.



Το προσκυνητάρι

Ε, απέναντι ακριβώς είναι το Κτίριο, αλλά δεν φαίνεται τίποτα από το δρόμο! Θα βρείτε τρόπο να το προσεγγίσετε, αν περπατήσετε λίγο προς τα πίσω, φτάσετε στο πεύκο και ανηφορίσετε μέσα από το λιόφυτο. Το Κτίριο, ό,τι απόμεινε απ’ αυτό, θα φανερωθεί μπροστά σας, λιτό, επιβλητικό, με εντυπωσιακά μεγάλους δόμους.  
 
Απολαύστε τη θέα και τη σιωπή και … στο επανιδείν! Μας περιμένουν κι άλλες φρυκτωρίες, απομεινάρια από το αρχαίο μας παρελθόν. Θα τις ψάξουμε, υγεία να έχουμε.

7/07/2018

Τάκης Παππής



Αρχές Ιουλίου 2004 και είμαι στη Ρόδο σε κάποιο Συνέδριο. Το Συνέδριο τελειώνει και λέω να επωφεληθώ για μια επίσκεψη λίγων ημερών στη γειτονική Σύμη. Φτάνω νωρίς το απόγευμα κι αρχίζω τα συνήθη: πάω εδώ κι εκεί για να γνωρίσω τον τόπο. Βρίσκομαι πριν τη δύση στη Μονή του Αρχάγγελου Μιχαήλ, του Πανορμίτη. Από κει τηλεφωνώ σε κάποια σπίτια φίλων. Κανείς δεν απαντά. Τηλεφωνώ στο σπίτι των γονιών μου στο Κιάτο και απαντάει ο πατέρας μου. Σκέφτομαι χωρίς να λογαριάσω τον Αρχάγγελο, τον Ψυχοπομπό, πως πάντα θα υπάρχει το σπίτι σου το πατρικό να σου αποκρίνεται όταν καλείς.

Ο πατέρας μου σε μεγάλη χαρά, πανηγυρίζει για τις μεγάλες νίκες της Ελληνικής Ομάδας  στο Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Είχα χρόνια να τον ακούσω έτσι, μέσα στον ενθουσιασμό. «Έβγαλα τη σημαία στο μπαλκόνι!» μου λέει.

Την άλλη μέρα, πρωί, τηλεφώνημα από το ΙΚΑ Κιάτου. Ο πατέρας μου είχε μόλις αφήσει εκεί την τελευταία του πνοή. Έτσι είχε αποφασίσει ο Ψυχοπομπός. Ήταν 82 ετών. Από τότε, όταν συναντιέμαι με τον Αρχάγγελο, ζωγραφισμένο σε  τέμπλο ή σε εικόνα, σε εκκλησία ή σε μοναστήρι, η καρδιά μου σφίγγεται, κι είμαι σαν να με ζώνουν φίδια.

*****

Ο Τάκης Παππής γεννήθηκε το 1922 στο Κιάτο. Παιδί πάμπτωχης οικογένειας, είδε το φως σε μια παράγκα δίπλα στη θάλασσα, πάνω στο κύμα, κάτω από τον παλιό ΑΣΟ, το σημερινό πάρκινγκ του Δήμου. Από νωρίς στη βιοπάλη. Έβγαλε το Δημοτικό και μετά (μάλλον και πριν το βγάλει) δουλειά. Στα χαρτιά του βρίσκω την  «Κατάστασιν Προσωπικού ωρών εργασίας και ημερών αναπαύσεως του Κουρείου του κ. Αλεξ. Αντωνίου, κατοίκου Κιάτου». Υπογραμμένη στις 13 Ιουλίου 1937 από τον «Διευθυντή του Καταστήματος», τον κουρέα δηλαδή, θεωρημένη την επομένη από τον Αστυνόμο του Κιάτου (υπογραφή δυσανάγνωστη) και δεόντως χαρτοσημασμένη, περιλαμβάνει μόνο ένα πρόσωπο:


Ονοματεπώνυμον Εργάτου: Παναγ. Κ. Παπής (με ένα π)
Ηλικία: 17
Ειδικότης: Κουρεύς
Τόπος γεννήσεως: Χωρίον Κιάτον, Επαρχία Κορινθίας, Νομός Αργολίς
Ώραι εργασίας: π.μ. 7-1, μ.μ. 4-9
Ημέραι Αναπαύσεως: Κυριακή
Σε μια άκρη να και η φωτογραφία του 17χρονου Τάκη.

Αν κάνετε προσθέσεις και πολλαπλασιασμούς βγάζετε σύνολο 66 ώρες εργασίας τη βδομάδα. 66 ώρες, δεν είναι και λίγες! Τις Κυριακές της Αναπαύσεως, δεν αποκλείεται να έκανε και τίποτα δουλειές του ποδαριού.

 *****

Ο πατέρας μου παντρεύτηκε από έρωτα τη μάνα μου, εργάτρια στα σταφιδεργοστάσια, κι έφτιαξαν μια παράγκα στην ανατολική όχθη του Ελισώνα, σε καταπατημένο οικόπεδο: τσίγκος για στέγη με κοτρώνες από πάνω για να μη τη σηκώνει ο αέρας, τοίχοι από πήχες και καλάμια. Το νερό της βροχής που έσταζε από τη στέγη το μαζεύαμε με τενεκεδάκια. Όταν κατέβαζε νερό ο Ελισώνας η γη έτρεμε σαν να γινόταν σεισμός. Μια παράγκα με όλα τα κονφόρ όμως: λάμπα πετρελαίου για φωτισμό, μαγκάλι για τη θέρμανση όπου καίγαμε κωκ, για ψυγείο το πηγάδι πίσω από την παράγκα, για να τρώμε δροσερό καρπούζι, μια γκαζιέρα για μαγείρεμα. Για λουτροκαμπινέ θα μιλήσω άλλη φορά, σεβόμενος για την ώρα τις ευαισθησίες των αναγνωστριών. Είχαμε και μουσική: όση έφερνε το αεράκι από μια ταβέρνα πιο κάτω. Όσο για τηλέφωνο, το παίζαμε με την αδερφή μου με σπιρτόκουτα. Ο πατέρας μου είχε και ποδήλατο, απαραίτητο για την επιχείρησή του, αιτία για να εισπράττω καμιά έξτρα σφαλιάρα όταν το έπαιρνα χωρίς την άδειά του. 

Το ζευγάρι έκανε δυο παιδιά, ένα αγόρι (εμένα) κι ένα κορίτσι που πήγαν σχολείο όταν ήρθε η ώρα και συνήθως τσακωνόντουσαν κι έπεφτε ξύλο από εμένα στην αδερφή μου και από τον πατέρα μου, ενίοτε κι από τη μάνα μου, σε μένα. Το ξύλο της αρκούδας έχω φάει από τον πατέρα μου, αλλά αυτό επέβαλλε η παιδαγωγική κουλτούρα εκείνων των χρόνων και η οργή του πατέρα μου που δεν τον αφήναμε με τις φωνές μας να ξαποστάσει μια στάλα.

Τον θυμάμαι να κάνει μεροκάματα όπου έβρισκε και κυρίως να δέρνεται στη θάλασσα με τη βάρκα του και με μόνη βοήθεια δυο κουπιά κι ένα πανί, κατά καιρούς και με συνεταίρο. Φως δεν φαινόταν από πουθενά, με όλη τη σκληρή δουλειά του ίδιου και της μητέρας μου, που εκτός από το εργοστάσιο, είχε αναλάβει να πλένει στη σκάφη τις φανέλες και τα σωβρακάκια των παικτών του Πέλοπα, της ποδοσφαιρικής ομάδας του Κιάτου - χώρια το σπίτι, χώρια να βάζει σε λογαριασμό δυο παιδιά τζαναμπέτικα. Με δυσκολία, λοιπόν, τα βγάζαμε πέρα. Μόνη λύση: Αυστραλία. Ο γιος, ήδη 15 ετών, πάει καλά στο σχολείο και θα μείνει στην Ελλάδα να συνεχίσει. Η υπόλοιπη οικογένεια επιβιβάζεται στο ΠΑΤΡΙΣ για τη Μελβούρνη (30 μέρες ταξίδι σε άγριες θάλασσες) σε δυο δόσεις: πρώτα ο πατέρας και τον επόμενο χρόνο η μάνα και η κόρη.


*****

Πριν φύγει όμως για την Αυστραλία, ο Τάκης Παππής πρόλαβε να γράψει ιστορία. Τη δική του ιστορία, που είναι και μέρος της ιστορίας του Κιάτου, που τη θυμούνται και τη διηγούνται ακόμα, αν δοθεί η ευκαιρία, όσοι ήσαν παιδιά, έφηβοι ή νέοι τη δεκαετία του 1940 και του 1950. Για την ιστορία αυτή, όσο εξελισσόταν, λατρεύτηκε από τους συμπολίτες του, ενώ τιμήθηκε πολλά χρόνια αργότερα – ίσως όχι τόσο όσο θα του άξιζε από την πόλη που δόξασε...



Ας δούμε τι γράφει ο Βασίλης Λίγκας στο εξαιρετικό βιβλίο του «Το Κιάτο στο διάβα του χρόνου», που εκδόθηκε το 2010:

«Το 1946 άρχισε για πρώτη φορά να οργανώνεται επίσημα πρωτάθλημα και οι ποδοσφαιριστές να αποκτούν δελτία. Ο Πέλοπας, την περίοδο 1946-1950, πρωταγωνίστησε στο πρωτάθλημα Αργολιδοκορινθίας και αναδείχτηκε πρωταθλητής το 1947, 1948 και 1949. Με την έναρξη του πρωταθλήματος το 1946, ο Πέλοπας αγωνίστηκε στο νέο γήπεδο που διαμορφώθηκε στην παραλία, δυτικά του Ελισώνα, σε γήπεδο που ήταν γνωστό ως «γήπεδο στου Πολυχρονίδη». 



 Και συνεχίζει ο Β.Λίγκας:

«Εδώ πρέπει να σταθούμε και να αναφερθούμε σε ένα σημαντικό ποδοσφαιριστή της περιόδου αυτής, τον τερματοφύλακα του Πέλοπα Τάκη Παππή, που για πολλούς θεωρείται ο καλύτερος ποδοσφαιριστής που ανέδειξε το Κιάτο. Δυστυχώς για τον Τάκη Παππή, το μεγάλο του ταλέντο δεν μπόρεσε να αναδειχτεί, διότι αγωνίστηκε σε μια περίοδο δύσκολη, όπως ήταν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Του ήταν αδύνατο να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο συστηματικά και έτσι δεν μπόρεσε να αγωνιστεί σε μια από τις μεγάλες ομάδες του κέντρου, που θα του έδιναν την ευκαιρία να αναδείξει το μεγάλο του ταλέντο».

Στο βιβλίο, στη σελίδα 282, μια φωτογραφία του Τάκη Παππή με στολή τερματοφύλακα. Κάτω από τη φωτογραφία η λεζάντα γράφει: «Τάκης Παππής: Για τους περισσότερους φιλάθλους υπήρξε η σημαντικότερη μορφή τερματοφύλακα που πέρασε από το Κιάτο». Δυο σελίδες πιο μπροστά υπάρχει μια άλλη φωτογραφία, από την πιο λαμπρή περίοδο του Πέλοπα, τα χρόνια 1947-1948-1949. Η φωτογραφία δείχνει την ομάδα στην πλήρη σύνθεσή της, με πρώτο από αριστερά τον Τάκη.

*****

Ο πατέρας μου συνέχισε να αγωνίζεται για λίγα χρόνια ακόμα με τη φανέλα του Πέλοπα. Ψηλός, με λεβέντικο παράστημα, γοητευτικός, με την ταχύτητα του αίλουρου και την αυτοθυσία του μαχητή, δεν δίσταζε να εμπλακεί σε επικίνδυνες φάσεις απέναντι σε σοβαρούς αντίπαλους, που του είχαν κοστίσει σοβαρούς τραυματισμούς. Ήταν το ίνδαλμα των ανδρών, το καμάρι του Κιάτου, που το είχε δοξάσει τότε μαζί με τους άλλους σπουδαίους παίχτες του Πέλοπα σε ολόκληρη την Αργολιδοκοριθία και έξω από αυτήν. Η μοίρα του θα ήταν άλλη, όπως γράφει ο Β.Λίγκας, αλλά οι καιροί ήσαν άλλοι, δύσκολοι...  





Ώσπου ήρθε η ώρα του ξενητεμού. Ξανά σκληρή δουλειά σαν εργάτης στα εργοστάσια και σαν λιμενεργάτης στο λιμάνι της Μελβούρνης, μόνο που τώρα ο μόχθος του, μαζί και της μάνας που δούλευε κι αυτή στα εργοστάσια, τους επέτρεπε να σπουδάζουν το γιο που είχε μπει στο Πολυτεχνείο και να μένει και κάτι για την άκρη.

Δεν έμειναν πολλά χρόνια στην Αυστραλία. Γύρισαν στην Ελλάδα, όπου συνέχισε, τι άλλο, τη σκληρή δουλειά, στο λιμάνι του Κιάτου και στη θάλασσα, στα δίχτυα και στ’ αγγίστρια. Δούλευε ατέλειωτες ώρες, έχτισε σπίτι, φρόντισε και για τα γεράματα. Κάποια περίοδο, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ασχολήθηκε με το συνδικαλισμό στο Σωματείο Φορτοεκφορτωτών Λιμένος Κιάτου, όπου συμμετείχε στη διοίκησή του, ενώ το  εκπροσώπησε στο Εργατικό Κέντρο Κιάτου και στην Ομοσπονδία Φορτοεκφορτωτών Ελλάδας. Εργάστηκε μαχητικά για το Σωματείο του, όπως αυτός ήξερε. Αλλά δεν άργησαν οι απογοητεύσεις και αποτραβήχτηκε. Πέρασαν τα χρόνια, και ήρθε η ώρα, κουρασμένος από το μόχθο τόσων χρόνων, να δώσει στην απόσυρση τη βάρκα του. Άρχισαν να φεύγουν ο ένας μετά τον άλλον και οι φίλοι του. Αρρώστησε σοβαρά και η μάνα. Και πλησίαζε πια το πέρασμα στην άλλη όχθη... Έφυγε πριν 14 χρόνια, 8 Ιουλίου 2004.

*****

Αυτός ήταν ο Τάκης Παππής. Ένα φτωχόπαιδο που πάλαιψε με πείσμα σε όλη του τη ζωή. Ευλογήθηκε από ένα εξαιρετικό ταλέντο στον αθλητισμό, που τον υπηρέτησε όσο του επέτρεψαν οι περιστάσεις. Δόξασε τη γη που τον γέννησε και δοξάστηκε απ΄αυτήν.


Υ.Γ. Η φωτογραφία με την ομάδα του Πέλοπα τραβήχτηκε στο Άργος στις 7 Αυγούστου 1949. Μπροστά στον τερματοφύλακα Τάκη Παππή, το πιτσιρίκι ηλικίας 4 χρόνων, 4 μηνών και 7 ημερών, είναι ο γιός του, που και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, τον ονειρεύεται συχνά και τον θυμάται.

6/22/2018

Σκηνὴ πας ο βίος και παίγνιον...: η συνέχεια


Μιλώντας στην προηγούμενη ανάρτησή μου για την υπόγεια διαδρομή που μας πάει από τον Κωνσταντίνο Καβάφη στην αρχαία Σικυώνα, σας έλεγα πως μου φάνηκε ότι σας είχα κουράσει και ότι έπρεπε να διακόψω και να συνεχίσω την αφήγηση με μια δεύτερη ανάρτηση σε λίγες μέρες. Ξεκουραστήκατε; Ωραία λοιπόν. Συνεχίζω (το πρώτο μέρος είναι πάντα εκεί που το αφήσατε, στο costaspappis.blogspot.com).  
Με αφορμή το ποίημα του Καβάφη «Ο Βασιλεύς Δημήτριος» που σας έλεγα, φρόντισα να μάθω περισσότερα για το βίο και την πολιτεία του Δημήτριου. Συνειδητοποίησα πως η περίπτωσή του αποτελεί την επιτομή, πως συμπυκνώνει δηλαδή όλα τα χαρακτηριστικά της Ελληνιστικής περιόδου μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, που σφραγίστηκε από τις ατέλειωτες και μοιραίες διαμάχες των Επιγόνων, των στρατηγών δηλαδή που μοίρασαν την Αυτοκρατορία σε ξεχωριστές επικράτειες: Φιλοδοξίες για επέκταση και ολοκληρωτική επικράτηση, φονικές συγκρούσεις, συμμαχίες και έχθρες που εναλλάσσονταν, απότομες ανατροπές της τύχης, νίκες και ήττες, που άφηναν τελικά τους αντίπαλους αταλάντευτους να διεκδικούν  την κυριαρχία πάνω σε όλη την Αυτοκρατορία. Μέχρι τον ερχομό των «Βαρβάρων» (Ρωμαίων) και τη διάλυσή της. 



Σε πολιτικό επίπεδο, το μεγαλύτερο επίτευγμά του Δημήτριου ήταν ότι κατόρθωσε να μετατρέψει τη ναυτική του δύναμη σε ηπειρωτική. Στον στρατιωτικό τομέα, καινοτομίες, όπως η χρήση νέων πολιορκητικών μηχανών ή η κατασκευή πεντηκοντόρων πλοίων, του επέτρεψαν να πετύχει σπουδαία αποτελέσματα στις πολεμικές αναμετρήσεις με πολλούς  αντιπάλους του. Ποτέ, πάντως, δεν ανέπτυξε συγκροτημένη πολιτική ανάλογη με αυτή του πατέρα του. Τελικά, ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία για τις φιλόδοξες εκστρατείες του όπου ηγήθηκε σε πολυπληθή στρατεύματα, για την σκανδαλώδη προσωπική ζωή και για τη μοναδική  ικανότητά του να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του ύστερα από κάθε καταστροφή.



Οι αρχαίες πηγές επισημαίνουν ότι καμία φιλολογική ή εικαστική αναπαράσταση του Δημήτριου δεν αποδίδει ικανοποιητικά την ξεχωριστή φυσική ομορφιά του. Συνδύαζε «χάρη και βαρύτητα, επιβλητικότητα και ομορφιά». Ο ερωτικός Δημήτριος έμεινε επίσης στην ιστορία. Το μαρτυρούν οι πολυάριθμες σύζυγοι και παλλακίδες του αλλά και οι ατέλειωτες κάθε είδους ερωτικές εμπειρίες και περιπέτειές του. Αλλά εκείνο που έμεινε περισσότερο από την προσωπικότητά του ήταν η εξαιρετική εφευρετικότητά του. Οι πολιορκητικές μηχανές που σχεδίασε, κατασκεύασε και χρησιμοποίησε για την κατάληψη των πόλεων των αντιπάλων του αποτέλεσαν τομή στην τεχνολογία του πολέμου, που θα μπορούσε να συγκριθεί με τη χρήση της σάρισας από τη Μακεδονική φάλαγγα.  Θυμίζω πως η σάρισα, δόρυ μεγάλου μήκους, αρχικά περίπου 4,5 μέτρων που έφτασε τον 2ο π.Χ. αιώνα τα 6,50 μέτρα, συνέβαλε αποφασιστικά στην επικράτηση του Φιλίππου Β, που επινόησε την αύξηση του μήκους της, και στην επέκταση του Βασιλείου της Μακεδονίας σε ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο. Το ίδιο καταλυτικός ήταν ο ρόλος της στις μεγάλες κατακτήσεις του Αλέξανδρου.



Ήρθε η στιγμή να μιλήσω τώρα για την υπόγεια διαδρομή που, με οδηγό το Δημήτριο, μας πάει από τον Καβάφη στη Σικυώνα.




Εκείνο που μου προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση, πέρα από τη δεδομένη συγκίνηση που προκαλεί η επαφή με σελίδες της αρχαίας Ελληνικής ιστορίας, ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι ο Βασιλεύς Δημήτριος του Καβάφη δεν ήταν άλλος από τον περίφημο εκείνο Δημήτριο τον Πολιορκητή, προσωνύμιο που πήρε για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω. Εκείνον, που το 303 π.Χ. κατέλαβε (χωρίς μάχη) την Αρχαία Σικυώνα και την μετέφερε από την θέση χαμηλότερα στον κάμπο της Βόχας, που είχε στα αρχαϊκά και κλασσικά χρόνια, στη νέα της, πολύ ασφαλέστερη και καταλληλότερη, θέση, ένα επίπεδο ψηλότερα. Η νέα πόλη απόκτησε στα χρόνια του Δημήτριου Θέατρο, Αγορά, Γυμνάσιο, Βουλευτήριο, ναούς, τα απομεινάρια των οποίων συναντάει κανείς σήμερα αν επισκεφτεί το χωριό Βασιλικό (ή Αρχαία Σικυών), πάνω από το Κιάτο (τόπο καταγωγής μου). Ήταν λοιπόν από το Βασιλέα Δημήτριο του Καβάφη, τον Πολιορκητή, που ιδρύθηκε (ουσιαστικά επανιδρύθηκε) η Ελληνιστική Αρχαία Σικυών!



Πριν κλείσω αυτό το αφιέρωμα στη σχέση Καβάφη και Σικυώνας, που μας οδήγησε στην προσωπικότητα του Δημήτριου, αξίζει να αναφερθώ σε ένα ακόμα ποίημα του Καβάφη, όπου, αν και δεν γίνεται καμιά ονομαστική αναφορά στο Δημήτριο, υπάρχουν όμως στο ποίημα τα λόγια του, ή μάλλον τα ... γραπτά του. Διαβάστε:


Εν πορεία προς την Σινώπην

Ο Μιθριδάτης, ένδοξος και κραταιός,
μεγάλων πόλεων ο κύριος,
κάτοχος ισχυρών στρατών και στόλων,
πηγαίνοντας προς την Σινώπην πέρασε από δρόμον
εξοχικόν, πολύ απόκεντρον
όπου ένας μάντις είχε κατοικίαν.

Έστειλεν αξιωματικό του ο Μιθριδάτης
τον μάντι να ρωτήσει πόσα θ’ αποκτήσει ακόμη
στο μέλλον αγαθά, πόσες δυνάμεις άλλες.

Έστειλεν αξιωματικό του, και μετά
προς την Σινώπην την πορεία του ξακολούθησε.

Ο μάντις αποσύρθηκε σ’ ένα δωμάτιο μυστικό.
Μετά περίπου μισήν ώρα βγήκε
περίφροντις, κ’ είπε στον αξιωματικό,
«Ικανοποιητικώς δεν μπόρεσα να διευκρινίσω.
Κατάλληλη δεν είν’ η μέρα σήμερα.
Κάτι σκιώδη πράγματα είδα. Δεν κατάλαβα καλά. —
Μα ν’ αρκεσθεί, φρονώ, με τόσα που έχει ο βασιλεύς.
Τα περισσότερα εις κινδύνους θα τον φέρουν.
Θυμήσου να τον πεις αυτό, αξιωματικέ:
με τόσα που έχει, προς θεού, ν’ αρκείται!
Η τύχη ξαφνικές έχει μεταβολές.
Να πεις στον βασιλέα Μιθριδάτη:
λίαν σπανίως βρίσκεται ο εταίρος του προγόνου του
ο ευγενής, που εγκαίρως με την λόγχην γράφει
στο χώμα επάνω το σωτήριον Φεύγε Μιθριδάτα».


Όπως θα καταλάβατε, ο ευγενής εταίρος, που «εγκαίρως με την λόγχην γράφει στο χώμα επάνω το σωτήριον Φεύγε Μιθριδάτα» ήταν ο Δημήτριος! Τι είχε συμβεί;

Μετά την ήττα από τον Αντίγονο (πατέρα του Δημήτριου) του Ευμένη, στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από τους ικανότερους μεταξύ των Διαδόχων,  στα πλαίσια των πολέμων των διαδόχων (316 π.Χ.), ένας από τους συμμάχους του Ευμένη, ο Μιθριδάτης, συντάχθηκε με τον Αντίγονο. Ο Μιθριδάτης, που αργότερα ίδρυσε το Βασίλειο του Πόντου, μένοντας στην ιστορία ως «Μιθριδάτης Α' ο Κτίστης», ανέπτυξε προσωπική φιλία με το γιο του Αντίγονου Δημήτριο. Κάποια στιγμή η κατάσταση αυτή άλλαξε και ο Αντίγονος αποφάσισε την εξόντωση του Μιθριδάτη, ορκίζοντας το Δημήτριο να σιωπήσει. Μην τολμώντας να παραβεί τον όρκο του, ο νεαρός Δημήτριος πήρε παράμερα το φίλο του και έγραψε με τη λόγχη στο χώμα: «Φύγε, Μιθριδάτη». Ο Μιθριδάτης κατάλαβε και απέδρασε τη νύχτα.

Στο ταξίδι μας αυτό ακολουθήσαμε μια υπόγεια διαδρομή, από τον Καβάφη στη Σικυώνα (αν και δεν γίνεται καμιά μνεία γι’ αυτήν στο ποίημα), με «όχημα» ένα σπουδαίο Έλληνα (αν και δεν γίνεται καμιά μνεία γι’ αυτόν στον τίτλο μας!), τόσο χαρισματικό και ιδιοφυή και πολυπράγμονα, όσο παρορμητικό, καιροσκόπο, ασταθή, φιλόδοξο και απερίσκεπτο… Αλλά μόνο αυτό; Ψυχανεμίζομαι πως η διαδρομή πάει ακόμα παραπέρα, σε αυτό που είναι τελικά ο σημερινός Έλληνας, αυτό που ήταν πάντα ο Έλληνας: ένας άλλος Δημήτριος εις μικρόν, με μπόλικη δόση τόσο από τα χαρίσματα όσο και από τα ελαττώματα εκείνου στον οποίον αναφέρεται το ποίημα!
Στη διαδρομή μας αυτή τροφή για σκέψη μας έδωσε και ο Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς με το γνωμικό του «Σκηνὴ πας ο βίος και παίγνιον. Ή μάθε παίζειν τὴν σπουδὴν μεταθεὶς, ή φέρε τας οδύνας». Γνωμικό που μοιάζει σαν να το εμπνεύστηκε, μερικούς αιώνες αργότερα, από το βίο και την πολιτεία του Δημήτριου! Καλή χώνευση (της τροφής για σκέψη, τι άλλο;)!

6/06/2018

Σκηνὴ πας ο βίος και παίγνιον...

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης δεν πέρασε ποτέ από τη Σικυώνα - εννοώ ό,τι έχει απομείνει από αυτή την αρχαία πόλη της Κορινθίας που υπήρξε σπουδαία σε όλη της τη διαδρομή, από την αρχαϊκή, όταν έφτασε στην ακμή της, και, λιγότερο, την κλασσική, μέχρι τα Ελληνιστικά χρόνια. Στα ποιήματά του δεν υπάρχει ούτε μια γραμμή, ούτε νύξη καν γι’ αυτήν που να θυμίζει τη μεγάλη συμβολή της στην τέχνη και τον πολιτισμό, τα γεγονότα που τη σημάδεψαν, τις ξεχωριστές προσωπικότητες που ανέδειξε στην τέχνη (Λύσιππος, Πολύκλειτος, Απελλής κλπ)  και στην πολιτική (Ορθαγορίδες, Κλεισθένης, Άρατος κλπ). Με μια μοναδική εξαίρεση: ένα πρόσωπο εμβληματικό για τα Ελληνικά πράγματα κατά την τελευταία περίοδο, την Ελληνιστική, πριν η Ελλάδα υποταχτεί στη νέα υπερδύναμη, τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αλλά και ένα πρόσωπο που σφράγισε την ιστορία της Σικυώνας. Όμως και σε αυτή τη μοναδική εξαίρεση, δεν γίνεται στο ποίημα καμία αναφορά άμεση αλλά ούτε και έμμεση στη Σικυώνα. Η σύνδεση του Καβάφη με την πόλη πραγματοποιείται μόνο μέσα από μια υπόγεια διαδρομή, με οδηγό το πρόσωπο που αναφέρω.  
 
Ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή. 

Διαβάζοντας, όπως πολύ συχνά τα βράδια, Καβάφη, στάθηκα τις προάλλες σε ένα ποίημά του που δεν είναι από τα πιο δημοφιλή, αλλά που εμένα πάντα με συγκινούσε ιδιαίτερα.  Τίτλος του «Ο Βασιλεύς Δημήτριος». Πρόκειται για ένα από τα ιστορικά ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή, γραμμένο τον Αύγουστο του 1900. Αναφέρεται σε έναν από τους πρωταγωνιστές στις διαμάχες των Επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που μετά το θάνατό του  μοίρασαν την αχανή αυτοκρατορία του και δεν σταμάτησαν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους μέχρι την τελική πτώση και την υποδούλωση στους Ρωμαίους.

Το ποίημα ξεκινάει παραθέτοντας ένα χωρίο από τον «Βίο Δημητρίου» του Πλούταρχου:

«Ώσπερ ου βασιλεύς, αλλ’ υποκριτής, μεταμφιέννυται χλαμύδα φαιάν αντί της τραγικής εκείνης, και διαλαθών υπεχώρησεν».
Δηλαδή:
«Όχι σαν βασιλιάς, αλλά σαν ηθοποιός, μεταμφιέζεται φορώντας σκουρόχρωμη χλαμύδα και όχι την τραγική και διέφυγε κρυφά».

Το ποίημα:

Ο Βασιλεύς Δημήτριος  
Σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες
κι απέδειξαν πως προτιμούν τον Πύρρο
ο βασιλεύς Δημήτριος (μεγάλην
είχε ψυχή) καθόλου — έτσι είπαν —
δεν φέρθηκε σαν βασιλεύς. Επήγε
κ’ έβγαλε τα χρυσά φορέματά του,
και τα ποδήματά του πέταξε
τα ολοπόρφυρα. Με ρούχ’ απλά
ντύθηκε γρήγορα και ξέφυγε.
Κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός
που όταν η παράστασις τελειώσει,
αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται.
 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Το ποίημα αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός. Ύστερα από ένα ταραχώδη βίο που σημαδεύτηκε από συνεχείς εκστρατείες με νίκες επιφανείς αλλά και μεγάλες ήττες, ο Δημήτριος, γιος του Αντίγονου του Μονόφθαλμου, στρατηγού του Αλέξανδρου (πήρε το μερίδιο της Ασίας), είδε, το έτος 288 π.Χ., το τέλος της ηγεμονικής διαδρομής του στα πράγματα της Αυτοκρατορίας. Προηγουμένως έζησε δίπλα στον πατέρα του ουσιαστικά συμβασιλεύοντας στην Ασία στα έτη 306-294 π.Χ., υπήρξε Ηγεμόνας της Ελλάδας στα έτη 303-288 π.Χ. και, τέλος, υπήρξε Βασιλιάς των Μακεδόνων την περίοδο 294-288 π.Χ. 
Στο τέλος, λοιπόν, μιας τρικυμισμένης περιόδου που σφραγίστηκε από τις δυναστικές έριδες των διαδόχων της κληρονομιάς του Αλέξανδρου, οι τρεις ανταγωνιστές του Δημήτριου από τις άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας Σέλευκος, Πτολεμαίος και Λυσίμαχος,  συμμάχησαν για ακόμη μια φορά εναντίον του, έχοντας προσεταιριστεί και τον Βασιλιά της Ηπείρου Πύρρο. Οι Μακεδόνες του Δημήτριου, κουρασμένοι από τους συνεχείς πολέμους και αγανακτισμένοι από την εκκεντρική και αλαζονική  συμπεριφορά του, «τον παραίτησαν»: αρχίζουν να εγκαταλείπουν το στρατόπεδό του, προσχωρώντας στις γραμμές των εχθρών του και κυρίως του Πύρρου, που τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Η ήττα και το τέλος της ηγεμονίας του Δημήτριου ερχόταν ραγδαία και αναπόφευκτα. Τότε αυτός, μεταμφιεσμένος με σκούρο χιτώνα, εγκαταλείπει το στρατόπεδό του και το θρόνο, ενώ η Μακεδονία διαιρείται  ανάμεσα στο βασιλιά της Ηπείρου και στο Λυσίμαχο. Τέλος. Και τι τέλος μετά από μια τόσο ταραχώδη ζωή: ιδιωτεύει ζώντας μέχρι το πρώιμο τέλος της ζωής του (πέθανε το 283 π.Χ. μετά από ασθένεια σε ηλικία 54 ετών) στην Απάμεια «διατρίβων περί θήρας και δρόμους, κύβους και πότους» δηλαδή περνώντας τον καιρό του κυνηγώντας, βγαίνοντας σε πορείες, παίζοντας ζάρια και πίνοντας !
Εκείνο που με είχε γοητεύσει στο ποίημα αλλά και στην ιστορία του Δημήτριου ήταν η εικόνα ενός ανθρώπου που όταν βλέπει «την τύχη του που ενδίδει πια», δεν διστάζει, δεν παραδίνεται, δεν αυτοκτονεί, αλλά αποδέχεται την πραγματικότητα της ζωής και της τύχης σε όλη τους τη ρευστότητα και αποχωρεί «κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός που όταν η παράστασις τελειώσει, αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται»! Διδάσκοντας με το παράδειγμά του πως «Σκηνὴ πας ο βίος και παίγνιον. Ή μάθε παίζειν τὴν σπουδὴν μεταθεὶς, ή φέρε τας οδύνας» («Θέατρο είναι όλη η ζωή και παιχνίδι. Ή μάθε να παίζεις βάζοντας στην άκρη τη σοβαρότητα, ή υπόμεινε τα βάσανα») (Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς, 4ος μ.Χ. αιών, Έλληνας ποιητής). Ή το άλλο, του Δημόκριτου, ότι «ο κόσμος σκηνή, ο βίος πάροδος», θέατρο ο κόσμος και πάροδος η ζωή του ανθρώπου.

Μέχρι τώρα δεν είπα τίποτα για τη σύνδεση του Καβάφη, την υπόγεια διαδρομή που μας πάει από τον ποιητή στην αρχαία Σικυώνα. Αλλά μου φαίνεται πως σας κούρασα, πως το πήρα ορθοπεταλιά και πως πρέπει τώρα να διακόψω. Αυτό κάνω. Σε πολύ λίγες μέρες θα συνεχίσω και θα ολοκληρώσω την αφήγηση. Ως τότε να είστε καλά.  

5/27/2018

Όταν ο Δίας και οι άλλοι Ολύμπιοι κατέβαιναν στη Σικυώνα για τα παζάρια τους με τους θνητούς



Στο ρόλο του Νίμιτς ο Προμηθέας

 
 
Αν κανείς αμφιβάλλει ότι η Σικυώνα υπήρξε γη ιερή, ας πάει να διαβάσει Ησίοδο, και συγκεκριμένα το έργο του «Θεογονία».  Όπως γνωρίζουμε όλοι (ή περίπου όλοι, ή κάμποσοι εν πάση περιπτώσει), ο Ησίοδος υπήρξε αρχαίος ποιητής, που υπολογίζεται ότι έζησε γύρω στο 800 ή 700 π.Χ. Ήταν ο ένας από τους δυο πυλώνες της αρχαïκής επικής ποίησης, δεύτερος σε σπουδαιότητα μετά τον Όμηρο. Η «Θεογονία» είναι το ένα από τα δύο επιφανέστερα ποιήματά του, όπου περιγράφει την καταγωγή των θεών της ελληνικής μυθολογίας.

Εκεί λοιπόν, στη «Θεογονία» (*), διαβάζουμε μεταξύ άλλων (παραθέτω παρακάτω ολόκληρο το απόσπασμα σε μετάφραση) πως ο Δίας και οι άλλοι Θεοί κατέβηκαν από τον Όλυμπο στη Σικυώνα (τότε λεγόταν Μηκώνη) για να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους με τους ανθρώπους. Με διαπραγματεύσεις φυσικά, και με μεσάζοντα τον Προμηθέα, το γνωστό φιλάνθρωπο Τιτάνα, που αργότερα χάρισε στους ανθρώπους τη φωτιά κλέβοντάς την από τους Θεούς, για να υποστεί μετά τα πάνδεινα στον Καύκασο και τα λοιπά και τα λοιπά. 
 
 

Αντικείμενο της διαπραγμάτευσης ήταν οι θυσίες, ποιο μέρος από το σφάγιο θα προοριζόταν για τους Θεούς και ποιο για τους ανθρώπους που έκαναν τη θυσία. Εκεί, για να ρίξει το Δία υπέρ των ανθρώπων, ο Προμηθέας έκανε μια από τις κομπίνες του, που περιγράφει ο Ησίοδος. Πήρε ένα μεγάλο βόδι και το μοίρασε ως εξής: Στη μια μεριά, για τους Θεούς, έβαλε τα κρέατα και τα εντόσθια, που όμως τα κάλυψε με την κοιλιά του βοδιού. Στην άλλη μεριά, για τους ανθρώπους, έβαλε τα κόκκαλα του βοδιού και τα σκέπασε με ωραίο άσπρο ξύγκι. «Πώς σου φαίνεται Μεγαλειότατε;», ρωτάει το Δία. Τότε ο Δίας, που ήξερε τι μπαμπέσης ήταν ο Προμηθέας, γυρνάει μειδιώντας και του λέει, «μεροληπτικά δεν χώρισες τις μερίδες, φίλτατε;». Ο Προμηθέας δεν χάνει χρόνο κι απαντάει με ύφος υποχρεωτικό: «διάλεξε μόνος σου Δία ενδοξότατε!». Ο Δίας τότε πέφτει στην παγίδα του παμπόνηρου Προμηθέα και διαλέγει την άχρηστη μερίδα, τα κόκκαλα, που αρχικά προοριζόταν για τους ανθρώπους, πιστεύοντας πως αυτή ήταν η καλή μερίδα! Και κλείνει η συμφωνία, δίνουν τα χέρια Θεοί και άνθρωποι, υπογράφει και ο μεσολαβητής, και οι Ολύμπιοι αποχωρούν ευχαριστημένοι για τα ιερά δώματα του Ολύμπου, για να συνεχίσουν τα όργια και τις μεταξύ τους δολοπλοκίες (φτυστοί οι άνθρωποι).
 
 

Από τότε πια, αφού η συμφωνία είχε κλείσει επίσημα, οι άνθρωποι θυσίαζαν στους βωμούς από το σφάγιο τα οστά, περιβεβλημένα με λίπος, ενώ το καλό μέρος, τα κρέατα, τα έτρωγαν οι ίδιοι, δηλαδή οι άνθρωποι! Οι Θεοί δεν μπορούσαν φυσικά να υπαναχωρήσουν από την υπογραφή τους γιατί θα γινόντουσαν ρεζίλι, όμως «τα πήραν» με τους ανθρώπους και, για να τους τιμωρήσουν, τους αφαίρεσαν τη φωτιά. Μετά ήρθαν τα άλλα, τα γνωστά. 
 
 

Διαβάστε τώρα πώς τα λέει ο Ησίοδος: 

«Γιατί όταν οι θεοί και οι θνητοί οι άνθρωποι χώριζαν μεταξύ τους [τα σφάγια των θυσιών]  στη Μηκώνη, τότε μεγάλο βόδι με πρόθυμη ψυχή ο Προμηθέας μοίρασε και παράθεσε, του Δία το νου να εξαπατήσει προσπαθώντας. Για το Δία τις σάρκες και τα πλούσια σε λίπος σπλάχνα μες στο πετσί τα έβαλε και με του βοδιού την κοιλιά τα σκέπασε. Για τους ανθρώπους τα άσπρα του βοδιού οστά τακτοποιώντας τα με δόλια τέχνη τα παρέθεσε, αφού με λίπος τα κάλυψε λευκό. Τότε του είπε ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων: «Γιε του Ιαπετού, απ᾽ όλους τους άρχοντες επιφανέστερε, καλέ μου, πόσο μεροληπτικά χώρισες τις μερίδες!». Έτσι είπε ο Δίας που αθάνατες σκέψεις έχει περιπαίζοντάς τον. Κι ο Προμηθέας πάλι ο δολοπλόκος τού απάντησε, με ήσυχο μειδίαμα, και το πανούργο τέχνασμά του δεν το ξέχασε: «Δία ενδοξότατε, μέγιστε απ᾽ τους αιώνιους θεούς, από τις δυο μερίδες διάλεξε όποια η καρδιά σου μες στα στήθη σε προστάζει».  Έτσι είπε και δόλια σχέδια είχε. Κι ο Δίας που αθάνατες σκέψεις έχει κατάλαβε κι ο δόλος δεν του ξέφυγε. Πρόβλεπε όμως στην καρδιά του συμφορές για τους θνητούς ανθρώπους που έμελλε να γίνουν. Και με τα δυο του χέρια σήκωσε το λευκό το λίπος, θύμωσε μες στα σπλάχνα του κι οργή τού ήρθε στην καρδιά του, σαν είδε κόκαλα βοδιού λευκά με το δόλιο τέχνασμα. Και από τότε πάνω στη γη τα γένη των ανθρώπων στους αθανάτους καίνε οστά λευκά επάνω στους ευωδιαστούς βωμούς. Κι ο Δίας που τα νέφη συγκεντρώνει του είπε βαριά θλιμμένος: «Γιε του Ιαπετού, που απ᾽ όλους πιο οξύνους είσαι, καλέ μου, λοιπόν τη δόλια τέχνη σου δεν ξέχασες ακόμα». Έτσι είπε ο Δίας, που αθάνατες σκέψεις έχει, οργισμένος. Και στο εξής την οργή του πάντα δίχως να ξεχνά δεν έδινε πλέον στις μελιές τη δύναμη της ακάματης φωτιάς για τους θνητούς ανθρώπους που κατοικούν πάνω στη γη».

Συμπέρασμα:
 
Πρώτον ότι, ολοφάνερα η Σικυώνα υπήρξε μεγάλη, σπουδαία, και ιερή τα χρόνια εκείνα τα παλιά και τα ένδοξα, αφού σ’ αυτήν διάλεξαν οι Ολύμπιοι να κατέβουν και να διαπραγματευτούν με τους θνητούς ένα τόσο τεράστιο θέμα, δηλαδή τι θα τρώνε από τα σφάγια οι άνθρωποι και τι θα καίγεται ως θυσία στους Θεούς.
Δεύτερον, και Πατέρας των Θεών να είσαι, πρόσεχε που βάζεις την υπογραφή σου. Γιατί πάντα καιροφυλακτεί ένας παμπόνηρος μεσολαβητής (Προμηθέας, Νίμιτς, δεν έχει σημασία)…
 
(*) Το απόσπασμα είναι από τη «Θεογονία», 535 – 564, και η μετάφραση από το ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία Μτφρ. Σταύρος Γκιργκένης. 2001. Ησίοδος. “Έργα και Ημέραι”, “Θεογονία”, “Η ασπίδα του Ηρακλή”. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος. © 2001 Εκδόσεις Ζήτρος.

5/19/2018

19 Μαϊου: Μέρα μνήμης του Ποντιακού Ελληνισμού


19 Μαϊου. Μέρα μνήμης της σφαγής του Ποντιακού Ελληνισμού από τους Νεότουρκους του Μουσταφά Κεμάλ, επιλεγόμενου Ατατούρκ (πατέρα των Τούρκων).

Θυμάμαι.

Αμάσεια. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού μου στον Πόντο.




Τη νύχτα δεν μπορώ να κοιμηθώ. Εδώ, στην πόλη αυτή, το 1921,  στα πλατάνια και στους φανοστάτες δίπλα στο ποτάμι Ίρις που κυλάει ειρηνικά χωρίζοντας την πόλη στα δυο, κρεμάστηκαν από τους Νεότουρκους, στη διάρκεια φοβερών διωγμών, επιφανείς εκπρόσωποι του ποντιακού Ελληνισμού καθώς και του αρμενικού πληθυσμού, με συνοπτικές διαδικασίες, μεταξύ άλλων και στα περιβόητα "Δικαστήρια Ανεξαρτησίας" που οργάνωσε το τουρκικό εθνικό κίνημα του Κεμάλ. Μεταξύ των θυμάτων καθηγητές και μαθητές του Κολλεγίου Ανατόλια. Η εικόνα των απαγχονισμών με στοιχειώνει. 






Στην αρχαιότητα, η Αμάσεια διετέλεσε πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου του Πόντου, μέχρι το 183 π.Χ., οπότε η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην αρχαία Ελληνική πόλη Σινώπη, στα παράλια του Πόντου. Το Βασίλειο του Πόντου ή Ποντική Αυτοκρατορία ήταν κράτος ελληνικής και περσικής προέλευσης, που ιδρύθηκε από τον Μιθριδάτη Α΄ του Πόντου περί το 281 π.Χ. και διήρκεσε έως την κατάκτησή του από τους Ρωμαίους το 63 π.Χ. Οι τάφοι των Βασιλέων, απογόνων της Δυναστείας που ίδρυσε ο Μιθριδάτης, φαίνονται σκαλισμένοι στους βράχους κάτω από το αρχαίο κάστρο, σε έναν από τους δυο ορεινούς όγκους, ανάμεσα στους οποίους χτίστηκε η πόλη (βλ. φωτογραφία). Εδώ γεννήθηκε και πέθανε ο Στράβων (64 π.Χ. - 24 μ.Χ.),  Έλληνας γεωγράφος, φιλόσοφος και ιστορικός που, ειδικότερα ως γεωγράφος, συγκαταλέγεται στους διασημότερους της αρχαιότητας (βλ. φωτογραφία).







Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Αμάσεια ήταν έδρα Μητρόπολης του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και το χριστιανικό στοιχείο της περιοχής αριθμούσε 155.000 κατοίκους σε 392 ενορίες με ισάριθμες εκκλησίες και 325 σχολεία, όπου φοιτούσαν 10.000 μαθητές και δίδασκαν 565 δάσκαλοι. Όλα αυτά χάθηκαν οριστικά. Στην πόλη σήμερα έχουν απομείνει οι παλιές ελληνικές γειτονιές, με σπίτια-φαντάσματα, πολλά από αυτά στις όχθες του Ίριδος. Στο μουσείο της πόλης και αλλού βλέπει κανείς ίχνη της παρουσίας των αρχαίων Ελλήνων κατοίκων (επιγραφές στα Ελληνικά, κιονόκρανα κλπ).



Εδώ, στην Αμάσεια, στον Πόντο, έζησαν και μεγαλούργησαν Έλληνες. Δεν ξεχνώ.

5/18/2018

Αγιά Τριάδα του Βασιλικού (Αρχαία Σικυώνα)



Μιλώντας για «Μπουντρούμια», για φίδια και γι’ αγριοπούλια τις προάλλες (δείτε προηγούμενη ανάρτηση) αναφέρθηκα και στην Αγιά Τριάδα, την εκκλησία του Βασιλικού (Αρχαία Σικυώνα). Την είπα «την πιο όμορφη, ίσως. εκκλησία της Κορινθίας». Αλλά δεν ανέβασα φωτογραφία. Παράλειψή μου. Ως αποζημίωση, ιδού λάβετε τρεις!





Θυμίζω ότι ο ναός χτίστηκε τον 13ο αιώνα και στο μεταξύ έχει υποστεί κάποιες αλλαγές (συγκρίνετε την απέριττη ομορφιά του με τη fast food αισθητική των περισσότερων σύγχρονων ναών που χτίζουν οι νεοέλληνες…). Ο ρυθμός του ναού είναι μονόκλιτος μετά τρούλου. Κατά την ανέγερσή του χρησιμοποιήθηκαν υλικά (πέτρα, μάρμαρα), σε πολλά σημεία ορατά, που προέρχονται από αρχαίους ναούς και κτίσματα που βρέθηκαν γύρω από το αρχαίο θέατρο και στην ευρύτερη περιοχή της Αρχαίας Σικυώνας.

Κλειστό μάλλον θα βρείτε το ναό – αυτό είναι πια το «έθιμο» στη σύγχρονη Ελλάδα… Δεν ήταν πάντα έτσι. Αλλά μη στενοχωρηθείτε. Ίσως καλύτερα να μη δείτε το εσωτερικό του. Αν θυμάμαι καλά, τη μια και μοναδική φορά που μπήκα, βιάστηκα ν’ αποχωρήσω αντικρίζοντας την - τρόπος του λέγειν - «αισθητική» των επεμβάσεων στον εσωτερικό διάκοσμο, που ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την υπέροχη εξωτερική όψη του ναού.