Κώστας Παππής

10/03/2016

Κατά δυστυχίαν από το όμως δεν ξέρει άλλο…


Πολλές είναι οι ηρωικές μορφές που αναφέρονται στην επίσημη ιστορία της νεότερης Ελλάδας της περιόδου της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται και μερικές που στην πραγματικότητα δεν ήσαν και τόσο ηρωικές. Το αντίθετο. Πράγματι, αρκετοί είναι εκείνοι που, ανεξάρτητα από την όποια προσφορά τους στον αγώνα, έχουν στιγματιστεί για το ρόλο που έπαιξαν σε διάφορες φάσεις του, ιδίως στη διάρκεια των εμφυλίων που ξέσπασαν στη διάρκειά του. Ο ρόλος τους παραλίγο να ακυρώσει τους άθλους και τις θυσίες του έθνους για την ελευθερία του. Αμφιλεγόμενα πρόσωπα, άνθρωποι ανίκανοι ή ακατάλληλοι να ηγηθούν, συνωμότες και μισαλλόδοξοι, άρπαγες και κλέφτες, ακόμα και δολοφόνοι συναγωνιστών τους, αυτά και άλλα παρόμοια κατέγραψε για αρκετούς η ιστορία, όχι η επίσημη αλλά η άλλη, εκείνη που σέβεται το όνομά της.

Ένα από αυτά τα αμφιλεγόμενα πρόσωπα ήταν ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Διορίστηκε πρωθυπουργός σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, όταν ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ Πασάς ανέλαβε να συντρίψει τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων κάνοντας απόβαση στην Πελοπόννησο. Υδραίος πλοιοκτήτης, είχε αντιταχθεί αρχικά στην κήρυξη της επανάστασης και ήταν ο πλουσιότερος Έλληνας της εποχής του. Γράφει γι αυτόν ο στρατηγός Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του, στη δική του σπαρταριστή γλώσσα που τόσο αγάπησε ο Γιώργος Σεφέρης:

«Διορίζεται ο Κουντουργιώτης, διορίζει και τον Σκούρτη το Νυδραίον αρχιστράτηγόν του, κι᾿ όσο ήξερε ο ένας ήξερε κι᾿ ο άλλος από πόλεμον. Τότε μπήκαν σε δυσαρέσκεια όλοι οι σημαντικοί αρχηγοί οπού ᾿ταν εκεί, οπού είδανε το Σκούρτη αρχιστράτηγον απάνου εις τον Καρατάσιον, εις τον Καραϊσκάκη, εις τον Χατζηχρήστο, εις τον Τζαβέλα και εις τους άλλους. Ο Κουντουριώτης, κουτός, αφού είδε οπού ᾿ναι αυτός αμαθής από αυτά, αντίς να βάλη αρχηγόν να σώση την πατρίδα κι᾿ αυτός να δοξαστή, κατά δυστυχίαν από το όμως δεν ξέρει άλλο, κ᾿ έβαλε τον Σκούρτη να διοικήση και να οδηγήση και τους αρχηγούς της ξηράς ο θαλασσινός, απλός αξιωματικός - ούτε και της θάλασσας τον πόλεμον δεν τον γνώριζε καλά. Έλεγε των στεργιανών «Όρτζα, πότζα!». Εκείνοι έλεγαν «Τι λέγει αυτός, γαμώ το καυλί τ᾿;». Τέλος πάντων ο πατριωτισμός όλων αυτεινών και της συντροφιάς τους, η ψύχωση της φατρίας και η διαίρεση κι᾿ ο ενφύλιος πόλεμος και η διχόνοια των μεγαλοκέφαλων Κωλέτη και Μαυροκορδάτου, δια να μην δοξαστή ο ένας και χάση ο άλλος, και το «όμως» του Κουντουργιώτη και το «όρτζα και πότζα» του Σκούρτη και το «καυλί» των Ρουμελιώτων, ο Μπραϊμης μπήκε ᾿σ την Πελοπόννησο και την έκαμε γη Μαδιάμ όχι από την παληκαριά των Αράπηδων, αλλά από αυτά οπού λέγω. Δεκάξι χιλιάδες ασκέρια, το άνθος των Ελλήνων, Ρουμελιώτες, Πελοποννήσιοι - ύστερα βγάλαν και τους αρχηγούς τους από τη Νύδρα - Σπαρτιάτες κι᾿ απ᾿ άλλα μέρη, όλοι αυτείνοι κάθονταν εις τις Χώρες και εις τ᾿ άλλα χωριά και τρώγαν αρνιά και κόττες, κι᾿ ο Αράπης όταν τους εύρισκε τους ξεποδάριαζε κυνηγώντας. Αυτά κάνει η διαίρεση και η διχόνοια». 

Ναι, αυτά κάνει η διαίρεση και η διχόνοια… Έρχομαι στις μέρες μας και βλέπω τη χώρα μας να ξαναζεί τις «ένδοξες» εκείνες ημέρες. Βλέπω έναν αδυσώπητο ενορχηστρωμένο πόλεμο κατά όποιων προσπαθειών για πρόοδο και αλλαγή γίνονται σε αυτό τον τόπο, και μάλιστα μέσα σε συνθήκες μεγάλης εγχώριας αλλά και διεθνούς κρίσης. Τον έχουν κηρύξει άνομα οικονομικά συμφέροντα και μαζί τους συμπλέει ένα παρδαλό τσίρκο αντιπολιτευόμενων πολιτικών συμφερόντων με το βλέμμα στραμμένο σε καρέκλες εξουσίας. Είναι δυνατό να επιβιώσει και να ορθοποδήσει αυτή η χώρα μέσα σ’ αυτό τον παροξυσμό φανατισμού και ιδιοτέλειας;

Κρατώ από την αξιολόγηση του Μακρυγιάννη για τον Κουντουριώτη και μια άλλη φράση: «κατά δυστυχίαν από το όμως δεν ξέρει άλλο». Δυστυχώς (ο Κουντουριώτης) άλλο δεν ξέρει από το «όμως», λέει ο Στρατηγός Μακρυγιάννης.

«Όμως»… Την ξέρω καλά την κατηγορία των ανθρώπων που χαρακτηρίζει αυτή η λέξη.  Την ακούς στις μέρες μας συχνά να την εκστομίζουν σε κάθε περίσταση. Την έχουν έτοιμη για ό,τι θετικό και δημιουργικό καταφέρνουν οι άλλοι με τη δράση τους, ενώ οι ίδιοι δεν είναι ικανοί να δράσουν, να δημιουργήσουν κάτι, να φέρουν κάποιο ευεργετικό αποτέλεσμα. Συνήθως δεν την ακούς από τα χείλη έξαλλων και φανατισμένων, αλλά από χείλη ανθρώπων που δείχνουν σε πρώτο επίπεδο διατεθειμένοι να συζητήσουν «νηφάλια» και «αντικειμενικά». Ή αυτό ισχυρίζονται εν πάση περιπτώσει.

Για παράδειγμα, το φέρνει η κουβέντα στο ζήτημα της λειτουργίας του σχολείου. Όπως είναι γνωστό, φέτος για πρώτη φορά όλοι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές ήσαν από την πρώτη μέρα που άνοιξαν τα σχολεία στη θέση τους, μέσα στην τάξη. Πόσες δεκαετίες είχαμε να το δούμε αυτό; Θυμάμαι κάθε χρόνο την αγανάκτηση γονιών, δασκάλων, παιδιών, αλλά και των μαζικών μέσων επικοινωνίας (για την ακρίβεια, κυρίως παραπληροφόρησης και μαζικής αποβλάκωσης), που τώρα περνάνε στα ψιλά αυτό το αδιάψευστο γεγονός. Αλλά οι άνθρωποι της κατηγορίας του «όμως» ελάχιστα θα το εκτιμήσουν και θα αναγνωρίσουν την επιτυχία του σημερινού υπουργού να λύσει επιτέλους και σε ελάχιστο χρόνο ένα σημαντικό διοικητικό πρόβλημα. Το γεγονός δείχνει ότι αυτός ο υπουργός έχει, το λιγότερο, οργανωτική ικανότητα και ενδιαφέρον για τα βασικά πραγματικά προβλήματα του σχολείου. 

Κι εκεί οι κύριοι «όμως» αρχίζουν: «Όμως είναι εμφάνιση υπουργού αυτή; Σου μοιάζει για υπουργός; Έχει στυλ υπουργού;». Και μετά: «Όμως δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε αυτή τη θέση ένα πρόσωπο πιο σοβαρό; Να μιλάει σαν το Βενιζέλο; Ένας Καθηγητής Πανεπιστημίου με τίτλους και περγαμηνές…». Κι όταν τους εξηγείς ότι υπάρχουν πολλοί με τίτλους και περγαμηνές, αλλά ανίκανοι να οργανώσουν όχι μόνο ένα τόσο περίπλοκο σύστημα όπως αυτό της δημόσιας εκπαίδευσης αλλά ακόμα και ένα περίπτερο, άσε που κάποιοι έχουν μεσάνυχτα από Παιδεία, αυτοί δεν το βάζουν κάτω: «Όμως…». Και πάει λέγοντας.

Ξαναρωτάω: Μ’ αυτά και μ’ αυτά, είναι δυνατό να επιβιώσει και να ορθοποδήσει η χώρα;