Κώστας Παππής

10/02/2019

ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ V Ο φοβερός σεισμός του 1968


Συνεχίζω το αφήγημα για τον Άη Στράτη, αυτό το τόσο ιδιαίτερο νησί, με ένα γεγονός που πήρε δραματικές διαστάσεις και το σημάδεψε καθοριστικά, ιδιαίτερα τον μοναδικό οικισμό του.

Το γεγονός ήταν ο φοβερός σεισμός του 1968. Δανείζομαι και πάλι μια προσωπική μαρτυρία που ανασύρω από την εξαιρετική έκδοση με τίτλο «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΙΧΝΗ [1940-1970] ΑΡΧΕΙΟ ΒΑΣΙΛΗ ΜΑΝΙΚΑΚΗ» του Υπουργείου Αιγαίου.




Μιλάει ο Αντώνης Δεληγιάννης ή Τσικρικάς, νέος καφετζής τα χρόνια του σεισμού. Περιγράφει τη βραδιά του σεισμού και αναφέρεται στα γεγονότα που ακολούθησαν:

«Ο σεισμός έγινε στις 20 Φεβρουαρίου του 1968 μετά τα μεσάνυχτα... είχα ένα μαγαζί, καφενείο, κάτω στην παραλία και είχαμε κλείσει, και ήμασταν στο σπίτι με τη γυναίκα μου…. ξαφνικά ήρθε ένας αέρας φοβερός... ήταν ο σεισμός. Αγκαλιάστηκα με τη γυναίκα μου στο κρεβάτι και διπλά άρχισαν να κατεβαίνουν πέτρες, και το εικονοστάσι πάνω από το κεφάλι μας στεκόταν στον αέρα... κατέβηκε το ντουβάρι από τη μία μεριά και φάνηκαν τα αστέρια. Το σπίτι ήταν διώροφο... πήγα να ανοίξω την πόρτα και δεν άνοιγε γιατί είχε πέσει άλλο σπίτι μπροστά. Μπατάρισα την πόρτα, την έσπασα και βγήκαμε.. φώναζε η γυναίκα μου και πήγαμε να βγάλουμε τη μάνα της και τον πατέρα της που μένανε σ’ άλλο σπίτι... στο δρόμο βλέπουμε ανθρώπους γυμνούς και ξυπόλυτους μέσα στο κρύο... είδα ένα γερό, τον μπάρμπα Παντελή που ήταν πάνω σε μία σκεπή και φώναζε «βοήθεια, βοήθεια» αλλά ποιος να τον βοηθήσει; Πήγα και έβγαλα τη μητέρα μου που έμενε μοναχή. 





Και παντού άκουγες φωνές, άλλος «το παιδί μου», άλλος «τη μάνα μου»... ανάβαμε φωτιές όλη τη νύχτα για να ζεσταθούμε και το πρωί που ξημέρωσε ήταν τα χείλια μας πρησμένα όπως των αραπάδων και τα μάτια μας δεν άνοιγαν από το θειάφι... ένας άνθρωπος ήτανε μέσα στη γη πλακωμένος και όπως πήγε κάποιος να κατουρήσει από πάνω του,  άκουσε τα βογγητά και έτσι τον σώσανε... σκοτώθηκαν πολλοί τότε, όχι μόνο στο χωριό αλλά και έξω στα καλύβια. Μετά πέσανε φαντάροι πολλοί γιατί ήταν στρατιωτικός νόμος και είχαμε δικτατορία... δεν μας άφηναν να πάμε να πάρουμε τα πράγματα μας ούτε αν είχες οικονομίες ή κάτι κρυμμένο δεν άφηναν να πλησιάσουμε…

Στην αρχή μέναμε σε σκηνές. Ένα πολεμικό πλοίο μας έφερε αντίσκηνα και μοίρασε νερό και ψωμιά... μείναμε έτσι πολλούς μήνες μέσα στα τσαντίρια και μετά αρχίσαμε να φτιάχνουμε παράγκες με ό,τι μαζεύαμε απ’ τα μπάζα. Έφτιαξα κι εγώ παράγκα και την έκανα μαγαζάκι στη Λεωφόρο... 

Μετά το σεισμό άρχισαν την κατεδάφιση... ο κόσμος δεν ήθελε γιατί τα σπίτια δεν είχαν πέσει όλα και πολλά είχαν μόνο μικροζημιές... αντί όμως να βγάλουν μία επιτροπή να τα εξετάσει και να αποφασίσει πως θα φτιαχτούν, τα έκαναν όλα μπάζα και τα έριξαν στα περιβόλια. Μας έφτιαξαν τα σπίτια που έχουν σήμερα, με τσιμεντόλιθους και δεν μπορείς να καθίσεις μέσα, γιατί το χειμώνα είναι κρύα και το καλοκαίρι γίνονται φούρνοι... δεν μπορούσαμε όμως να μιλήσουμε τότε γιατί υπήρχε ο φόβος και κυβερνούσαν οι στρατιωτικοί. 


Ακόμα και τις εκκλησίες κατεδαφίσανε οι εργολάβοι. Η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων έστεκε αλλά την κατεδαφίσανε μετά το σεισμό. Η άλλη εκκλησία, που ήταν η Μητρόπολη, που ήταν η καλύτερη, δεν έπεφτε και έβαλαν δυναμίτες για να τη ρίξουν... ήταν όλο κολώνες με «τζενέτια» πιασμένη, φτιαγμένη από καλούς μαστόρους πλουμισμένη και όμορφη. Ένας μετανάστης στο Κογκό, ο Νικόλας Μακρής, είχε γίνει ευεργέτης κι είχε δώσει όλη του τη ζωή γι’ αυτή την εκκλησία. 

Της «χώρας το πηγάδι» που είχε οκτώ ωραίες κολώνες γύρω-γύρω με πατούρες για να βάζουν οι γυναίκες τις στάμνες τους δεν υπάρχει πια... κατεδαφίστηκε όπως και η εκκλησία του Ταξιάρχη που ήταν απέναντι».

Εκτός από την παραπάνω μαρτυρία του Αντώνη Δεληγιάννη, υπάρχουν κι άλλες σχετικές στην έκδοση με θέμα το αρχείο του Βασίλη Μανικάκη. Όμως στο ζήτημα του σεισμού γίνονται δραματικές αναφορές και σε ένα άλλο βιβλίο με τίτλο «Ιστορία της νήσου Αγίου Ευστρατίου (Άη Στράτη)» (Αθήνα, 1983) του Ιωάννη Αργ. Γιάννου. Η παρακάτω μιλάει για την επόμενη μέρα του σεισμού:


«Ρόδιζε πια η αυγή και όταν σε λίγο βγήκε ο ήλιος φάνηκε μ’ όλη του τη φρικαλεότητα το κακό. Βιβλικό το θέαμα της καταστροφής. Και όσο ανέβαινε ο ήλιος λαμπρός λαμπρός από τη μία ζέσταινε παρήγορα τα ξυλιασμένα κορμιά, αλλά και αποκάλυπτε πιο έντονα την καταστροφή. Σωροί πέτρες, ξύλα, κεραμίδια, οικοσκευές, στέγες συντριμμιασμένες, γυρτές, όρθιες, αναποδογυρισμένες. Σπίτια ερειπωμένα κατά τον ένα τοίχο να χάσκουν ισκιωμένα σαν πύλες Άδου, άλλα αυλακωμένα από τις ρωγμές, ετοιμόρροπα. Και γύρω γύρω στις άκρες του χωριού ένα πολύχρωμο πλήθος να κινείται αέναα… Και όμως σαν να ένιωθες μία νεκρική σιωπή τριγύρω. Όλα φαίνονταν αποσταμένα, πληγωμένα, νεκρά. Τριγύρω κυριαρχούσε ο φόβος και η αίσθηση πως λίγο πριν από δω διάβηκε ο θάνατος…».


Τέλος, στο παρακάτω απόσπασμα, ο Ιωάννης Αργ. Γιάννος μιλάει στο βιβλίο του για το φοβερό πλήγμα της καταστροφής του παλιού οικισμού του Άη Στράτη εξαιτίας του σεισμού:

«Ελάχιστα είναι τα κτίσματα που γλίτωσαν από το φονικό λεπίδι της μπουλντόζας όταν ισοπέδωσε τον πληγωμένο από τους σεισμούς του 1968 παλιό οικισμό. Βαρύ και σκληρό το πλήγμα αυτό της καταστροφής ενός ολόκληρου οικισμού, έχει αφήσει στις ψυχές των κατοίκων ένα βαρύ και αμετακίνητο άλγος. Ένας παραδοσιακός οικισμός 500 περίπου σπιτιών αιγαιοπελαγίτικης αρχιτεκτονικής, μοναδικής ίσως στο Βόρειο Αιγαίο, χάθηκε. Θεμελιωμένος μετά την τελευταία ερήμωση του νησιού κατά τον εποικισμό του 1540, ίσως και προγενέστερα. Δεμένος συναισθηματικά με βιώματα και αναμνήσεις, τα ανεξίτηλα βιώματα που μας δίνει η γενέθλια γη…».

Στις φωτογραφίες, φαίνεται η σημερινή όψη του οικισμού, που σήμερα απλώνεται και στις δυο όχθες του ποταμιού λίγο πριν καταλήξεισ τη θάλασσα. Πριν το σεισμό, ο οικισμός έπιανε μόνο την όχθη που ανεβαίνει στην πλαγιά του λόφου ως το κοιμητήριο. Εκεί ήσαν τα σπίτια και τα μαγαζιά. Τα περισσότερα κατέρρευσαν ή έπαθαν ανεπανόρθωτες ζημιές, ώσπου τα αποτελείωσαν οι μπουλντόζες, για να αντικατασταθούν από άλλα, μίζερα. Κάποια από αυτά είναι τώρα ακατοίκητα. Τα σπίτια που άντεξαν, επιδιορθώθηκαν ή στέκονται έρημα, μάρτυρες ενός παρελθόντος που πέρασε χωρίς ελπίδα επιστροφής. Υπήρχαν και μια σειρά από ανεμόμυλους, που σωριάστηκαν σε ερείπια και τώρα δεν υπάρχει κανείς. Ο σεισμός διέλυσε γειτονιές, δεσμούς, ένα τρόπο οργάνωσης της κοινωνικής ζωής. Οι σύγχρονοι κάτοικοι του οικισμού έβαλαν όλη τη νοικοκυροσύνη τους και τον ομόρφηναν, έδωσαν χρώμα στα μίζερα σπίτια που τους δόθηκαν, ενώ οργάνωσαν τη μικρή τους κοινωνία σε νέες βάσεις. Και μπορεί να πει κανείς πως επιτέλους τα παλιά τραύματα επουλώθηκαν. Γιατί η ζωή δεν σταματάει...