Κώστας Παππής

1/13/2022

Ζιλκαλέ

Με χαρά πληροφορηθήκαμε πρόσφατα πως ο συμπατριώτης μας Νίκος Αντωνόπουλος κέρδισε το τρίτο βραβείο του Wiki Loves Earth, του μεγαλύτερου διεθνή διαγωνισμού φωτογραφίας που είναι αφιερωμένος στην φυσική κληρονομιά. Ο Νίκος είναι σε όλους μας γνωστός για το ταλέντο και το μεράκι του για την φωτογραφία μέσω των εξαιρετικών φωτογραφιών του από την περιοχή της Κορινθίας που αναρτά συχνά στο Facebook. Η βραβευμένη φωτογραφία του αναδεικνύει μια συναρπαστική θέα στην λίμνη Στυμφαλία.

Πληροφορήθηκα την βράβευσή του από την δική του σχετική ανάρτηση κι έσπευσα να τον συγχαρώ. Με την ευκαιρία σκέφθηκα να δω τις άλλες βραβευμένες φωτογραφίες. Και ιδού! Στην θέση 4 βλέπω ένα γνώριμο τοπίο που με πηγαίνει λίγα χρόνια πίσω, σ’ ένα ταξίδι που είχα κάνει στα μέρη του Πόντου, και που σχετίζεται με τους καιρούς τους βυζαντινούς και την ιστορία των Ελλήνων!

Είναι η φωτογραφία ενός μεσαιωνικού φρούριου, του Zilkale. Η βραβευμένη φωτογραφία το δείχνει ζωσμένο από την καταχνιά, τριγυρισμένο από ψηλά δασωμένα βουνά, χαμένο σ’ ένα φαράγγι. Διαβάζω την περιγραφή που δίνεται για το μνημείο: «Ο φωτογράφος έπιασε μια μυστηριώδη θέα στο Zilkale, ένα μεσαιωνικό κάστρο που βρίσκεται στην κοιλάδα Firtina ("Storm Valley") στα Ποντιακά Όρη, και είναι ένα από τα πιο σημαντικά ιστορικά κτίσματα στην περιοχή Çamlihemşin της επαρχίας Rize της Τουρκίας. Βρίσκεται επίσης στην προστατευόμενη περιοχή Kaçkar Dağlari Millî Parki». 

Το φρούριο είναι χτισμένο σε υψόμετρο 1.130 μέτρα και βρίσκεται στην άκρη ενός γκρεμού. Αποτελείται από εξωτερικά και μεσαία τείχη και εσωτερικό φρούριο. Υπάρχουν ενδιαιτήματα για την φρουρά και πιθανό παρεκκλήσι, καθώς και ψηλός πύργος. Όσον αφορά την ετοιμολογία της ονομασίας του φρουρίου Zilkale, zil σημαίνει «καμπάνα» και kale σημαίνει «φρούριο» στα τούρκικα. Άρα Zilkale = «Κάστρο της καμπάνας»). Εναλλακτικά: zir σημαίνει «κάτω» στα περσικά και kale σημαίνει «κάστρο» στα τούρκικα. Άρα Zirkale = «Κάτω Κάστρο».













Αναζητώ πληροφορίες για το φρούριο. Φαίνεται πως το Zilkale χτίστηκε σε στρατηγική θέση από αυτοκράτορες της δυναστείας των Κομνηνών που έζησαν και βασίλεψαν στην περιοχή στα μεσαιωνικά χρόνια, για την άσκηση ελέγχου πάνω στον δρόμο του μεταξιού. Στην ιστορική διαδρομή του, Γενουάτες, Έλληνες και Οθωμανοί χρησιμοποίησαν το κάστρο μέχρι τα τέλη του 1800.  

Ειδικότερα η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας άκμασε κατά τον 13ο έως τον 15ο αιώνα. Εκτεινόταν στην νοτιοανατολική πλευρά του Εύξεινου Πόντου και περιλάμβανε την  βορειοανατολική γωνία της Ανατολίας και την νότια Κριμαία. Αποτελούνταν από την στενή λωρίδα κατά μήκος της νότιας ακτής της Μαύρης Θάλασσας και του δυτικού μισού των Ποντιακών Άλπεων, μαζί με την Περάτεια ή νότια Κριμαία (Πριγκιπάτο του Θεοδώρου). Η δημογραφική της κληρονομιά άντεξε για αρκετούς αιώνες μετά την οθωμανική κατάκτηση το 1461 και η περιοχή διατήρησε έναν σημαντικό αριθμό Ελλήνων Ορθοδόξων κατοίκων μέχρι το 1923 (Έλληνες του Πόντου).

Η Αυτοκρατορία ιδρύθηκε κατά την διάρκεια μιας εξέγερσης από τους εγγονούς του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α' Κομνηνού, οπότε η Τραπεζούντα έγινε Βυζαντινό ελληνικό διάδοχο κράτος που ιδρύθηκε μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Τέταρτη Σταυροφορία, το 1204. Μαζί με την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ιδρύθηκαν η Αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου, ενώ μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από την Νίκαια το 1261, οι Αυτοκράτορες της Τραπεζούντας έγειραν αξιώσεις στον Αυτοκρατορικό θρόνο για δεκαετίες.

Για τους επόμενους δύο αιώνες η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας επωφελήθηκε από το εμπόριο από την Περσία και την Ανατολή που περνούσε από την πρωτεύουσά της στον δρόμο του μεταξιού, και από τα ορυχεία αργύρου στους λόφους πίσω απ’ αυτήν, κι απέκτησε στην Δύση μεγάλη φήμη για τον πλούτο της και την εξωτική ομορφιά της. Επέζησε των άλλων δυο βυζαντινών διάδοχων πολιτειών: του Δεσποτάτου της Ηπείρου, που διαλύθηκε σιγά-σιγά κατά τον 13ο και 14ο αιώνα και τέθηκε υπό τον έλεγχο της αναστηλωμένης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας γύρω στο 1340, και της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, που είχε γίνει η αναστημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κι έληξε το 1453, με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας συνεχίστηκε για λίγα χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, μέχρι το 1461, όταν ο Οθωμανός Σουλτάνος Μωάμεθ Β' την κατέκτησε μετά από ένα μήνα πολιορκία και αιχμαλώτισε τον ηγεμόνα της και την οικογένειά του.

Οι Έλληνες του Πόντου, μαζί κι οι Τραπεζούντιοι, παρέμειναν κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Μαύρης Θάλασσας και της ενδοχώρας της στις Ποντιακές Άλπεις, καθώς και στην βορειοανατολική Ανατολία, μέχρι τα χρόνια αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εκείνοι που είχαν διατηρήσει την χριστιανική ορθόδοξη πίστη και την ελληνική τους ταυτότητα τράπηκαν σε φυγή ή σκοτώθηκαν κατά την γενοκτονία των Ποντίων (1917-1921). Οι λίγοι που είχαν απομείνει έπρεπε να φύγουν το 1923 με την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Πολλοί εγκαταστάθηκαν στην Μακεδονία, ενώ όσοι ζούσαν στην Κριμαία και στην ρωσική επαρχία του Καρς, μεγάλο μέρος της οποίας βρίσκεται στην σύγχρονη Γεωργία, έμειναν περισσότερο, με ορισμένα ελληνόφωνα χωριά να συναντιώνται και στις δύο περιοχές μέχρι και σήμερα.


1/05/2022

Κώστα Παππής, «Φωταγωγός – Διηγήματα», 2021, Εκδόσεις Ενύπνιο


Μετά από μια κυοφορία που κράτησε αρκετό καιρό, πολιορκημένο από ενάντιες δυνάμεις και ψάχνοντας για οδό διαφυγής προς το φως, το νέο βιβλίο μου με διηγήματα, βρήκε τελικά την μόνη διαθέσιμη έξοδο: από τον φωταγωγό! Όχι περίεργο που πήρε τον τίτλο που πήρε! 

Για την ακρίβεια, και για να προσγειωθούμε, στο νέο βιβλίο δανείστηκα τον τίτλο από το ομότιτλο πρώτο – και μεγαλύτερο – διήγημα της συλλογής: ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ. Η οδός που οδηγεί στο φως, έξω από την φυλακή μιας ζωής μόνο για την επιβίωση, σ’ ένα γραφείο όπου δεν εισχωρεί αχτίδα του ήλιου. 

Είναι το τέταρτο βιβλίο μου στον χώρο της λογοτεχνίας, μετά τις «Ψυχές των τόπων - Οδοιπορικό σε μιαν άλλη Κορινθία», το «Αγκάθι του Χριστού - Διηγήματα», και το «Μυστικό της ξέρας – Νουβέλα».

Στ’ άλλα διηγήματα του ΦΩΤΑΓΩΓΟΥ, ο ήρωας μπαίνει στην τάξη αποφασισμένος να κερδίσει τις καρδιές των παιδιών μ’ ένα αλλιώτικο πρώτο μάθημα. Ένας άλλος ξεθάβει στο οστεοφυλάκιο του χωριού του μια εικόνα που τον στοιχειώνει από τα χρόνια τα παιδικά και ανακαλύπτει μια τραγική ιστορία. Κι ένας άλλος, σε μιαν αρχαία φρυκτωρία στους Φούρνους της Ικαρίας μοιράζει τα τελευταία τσιγάρα του μάρκας Σαντέ με το φάντασμα του συμπατριώτη του Σικυώνιου Ασκληπιάδη. 

Στο πέμπτο διήγημα ο συγγραφέας ακολουθεί δυο γυναίκες του έρανου αγάπης, μέχρι που ένα πρεζόνι και το βλέμμα του παπά της ενορίας τούς κόβουν την όρεξη γι’ άλλες αγαθοεργίες. Μετά είναι η σειρά του Τριαντάφυλλου του ψαρά που παίρνει ανέλπιστα, την τελευταία στιγμή, θέση κάτω από τα γκολπόστ και χαρίζει την νίκη στην ομάδα του.

Στο έβδομο διήγημα ο ήρωας λαχταράει τα παιδιά των άλλων, που αυτός δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε ν’ αποκτήσει, ενώ μετέωρο μένει το ερώτημα «να ’χεις παιδιά;». Κι ένας άλλο στο άδειο σπίτι του ονειρεύεται κόσμο και την γυναίκα του να φοράει φόρεμα βυσσινί, του πένθους. Στο επόμενο διήγημα, ο συγγραφέας ακολουθεί το καραβάνι των προσφύγων στον δεύτερο, οριστικό ξεσπιτωμό τους. Και στο τελευταίο, το δέκατο, βγαίνει μεσάνυχτα, μέσα στ’ αγιάζι του Δεκέμβρη, ν’ ανταμώσει στον ουρανό την θεία φάτνη.

Ήδη το βιβλίο, σε εκδόσεις Ενύπνιο, έχει πάρει θέση σε κεντρικά βιβλιοπωλεία στην Αθήνα (ΠΟΛΙΤΕΙΑ, ΙΑΝΟΣ κλπ) και στην Θεσσαλονίκη (ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ - ΑΝΘΟΥΛΑ ΠΟΥΛΟΥΚΤΣΗ).

Επίσης διατίθεται στα βιβλιοπωλεία του Κιάτου (Γιάννη Καλού, Οικονόμου, Σταύρου Μπεγλίτη και Λευτέρη Αχμέτη – «Το μπλε γιασεμί»), και στην Κόρινθο (βιβλιοπωλείο Οικονόμου).

Διατίθεται επίσης στο βιβλιοπωλείο του «Ενύπνιου» (εκδότη του βιβλίου, Δερβενίων 22, Εξάρχεια, Αθήνα), ενώ στην ιστοσελίδα https://www.enipnio.gr/, Ελληνική Πεζογραφία, θα βρείτε πληροφορίες για τα περιεχόμενα του βιβλίου, που τα συνοψίζω παραπάνω, για το βιογραφικό μου, για το πώς μπορείτε να το παραγγείλετε (e-shop) κ.λπ. Εννοείται ότι μπορεί να παραγγελθεί από οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο στην Ελλάδα!

Καλό διάβασμα!


11/23/2021

1821-2021: απόψεις για την επέτειο

 

Λίγο πριν εκπνεύσει το 2021, ας κάνουμε κι εμείς την οφειλόμενη (;) αναφορά σε μιαν επέτειο που συνοδεύεται από ποικιλία εορτασμών:  στο 1821 και στα διακόσια χρόνια που συμπληρώνονται φέτος. Το ερωτηματικό στην λέξη «οφειλόμενη» δεν είναι τυχαίο. Εκφράζει την αμφιθυμία που χαρακτηρίζει την αντιμετώπιση του τρόπου που προσεγγίζεται και εορτάζεται η επέτειος: από τις κενές δοξολογίες στο ένα άκρο, μέχρι τις προσπάθειες για λογική και ψύχραιμη ανάλυση με σκοπό την συναγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων, και, στο άλλο άκρο, μέχρι την θυμηδία και την σάτιρα. Το διατυπώνει εύστοχα η εισαγωγή στο αφιέρωμα με τίτλο «Το ζωντανό 1821», στο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού «Χάρτης» (https://www.hartismag.gr/):

«…Οι όποιοι εορτασμοί δεν προκαλούν ως τώρα ιδιαίτερα ρίγη συγκίνησης. Παρά την πληθώρα δημοσιεύσεων από ειδικούς και μη, διαπιστώνει κανείς συχνά μια συγκατάβαση και κάποτε μια θυμηδία, η οποία φτάνει ανέτως μ’ έναν πήδο ως την αλύπητη ροΐδεια σάτιρα… Έφταιξε μήπως η προέλαση του κορονοϊού; Πιο πολύ βάρυνε η δυσπιστία απέναντι στη θεσμική οικειοποίηση του ορόσημου «1821», μια δυσπιστία με ρίζες στα θρανία και στις αλήστου μνήμης έδρες των σχολικών τάξεων· όσο κι η κόπωση από τις κάθε λογής ιδεολογικές και ρητορικές χρήσεις της ιστορίας. Το «1821» αντιστέκεται σθεναρά στις μονόπλευρες αναγωγές και στα κανονιστικά σχήματα, μάλιστα η πρόοδος της έρευνας κατά τις τελευταίες δεκαετίες πέτυχε σε μεγάλο βαθμό την απεμπλοκή του «1821» από τα στερεότυπα του παρελθόντος...».


Για να τεκμηριώσει τα παραπάνω, ο συγγραφέας της εισαγωγής του αφιερώματος 
Νι­κή­τας Σι­νιό­σο­γλου μας προτείνει να συλλογιστούμε πόσο διαφέρει ο Κοραής από τον Μακρυγιάννη, δυο εμβληματικές μορφές των χρόνων της επανάστασης του 1821. Παραθέτω ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του  Μακρυγιάννη όπου αποδίδει την ανάσταση της Ελλάδας στην παρέμβαση της θείας πρόνοιας. Το εντόπισα σε ένα άλλο αξιόλογο αφιέρωμα, (1821 - Διακόσια χρόνια ιστορίας, η δημοκρατική παράδοση, 14 + 1 κείμενα, επιμέλεια Αντώνης Λιάκος, Εκδ. Θεμέλιο):

«Εσύ, Κύριε, θ’ αναστήσεις στους πεθαμένους Έλληνες, τους απογόνους αυτεινών των περίφημων ανθρώπων, οπού στόλισαν την ανθρωπότη μ’ αρετή. Και με την δύναμή σου και την δικαιοσύνη σου θέλεις να ξαναζωντανέψεις τους πεθαμένους, και η απόφασή σου η δίκια είναι να ματαειπωθεί Ελλάς, να λαμπρυθεί αυτείνη και η θρησκεία του Χριστού και να υπάρξουν οι τίμιοι και οι αγαθοί άνθρωποι, εκείνοι οπού ’περασπίζονται το δίκιον».

Από την άλλη μεριά, μακριά από τα οικόπεδα της πίστης στην παρέμβαση του θείου στις ανθρώπινες υποθέσεις, στέκουν οι Έλληνες διανοούμενοι της εποχής, ανάμεσά τους κι ο Κοραής. Είναι γνωστή η πεποίθησή του, που επαναλαμβανόταν συχνά, πως η Επανάσταση ήταν πρόωρη: «Ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑλλάδος ἦτο δικαιοτάτη, ἀλλὰ ἔγινεν ἀκαίρως. Ὁ καιρός της ἦτο τὸ 1850 ἔτος, ὅτε ἠθέλαμεν ἔχει πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἔτι σπουδάζοντας νέους μας, ἡλικιωμένους ἄλλους μεταξὺ 30 καὶ 40 ἐτῶν, καὶ ἄλλους ὑπὲρ τὰ 40, καὶ διδαγμένους ἀπὸ τὰ συμβάντα καὶ συμβαίνοντα σήμερον εἰς τὴν Εὐρώπην, ἱκανοὺς νὰ δράξωσι τὰ πράγματα καὶ νὰ διαλύσωσι τὰς φατρίας». Και δεν ήταν μόνο η αντίρρησή του για την σπουδή στην κήρυξη της Επανάστασης, και την σύνδεσή της που έκανε με την άνοδο του εκπαιδευτικού επιπέδου των Ελλήνων. Έθετε σαν προϋπόθεση τον προηγούμενο περιορισμό της κοινωνικής επιρροής των κοτσαμπάσηδων, ιερωμένων και των Φαναριωτών, για να μην αντικατασταθούν οι Τούρκοι από χριστιανοὺς τουρκίζοντας.

Στο ίδιο κείμενο διαβάζουμε: «Σήμερα αμφιβάλλει κανείς αν υφίσταται ακόμη καμιά αδήριτη ανάγκη να βρεθεί μια ομογενοποιητική αφήγηση γύρω από το 1821. Κι είναι αυτή μια γόνιμη αμφιβολία, ένα δείγμα ωρίμανσης του στοχασμού και της έρευνας. Το 1821 δεν λειτουργεί πια καλά ως τυπικό ιστορικό ορόσημο που κάτι πρέπει να σημαίνει· αλλά ως απρόβλεπτη κι ελεύθερη γεννήτρια ιδεών… το «1821» τροφοδοτεί την επιστήμη και τη δημιουργία προκαλώντας άμεσα ή έμμεσα τον αναστοχασμό και την εκλέπτυνση της ιστορικής αυτοσυνείδησης».

Στο ίδιο κλίμα, ο Δημοσθένης Αγραφιώτης σημειώνει στο ίδιο αφιέρωμα του Χάρτη: «Λόγοι/λογισμοί, αφηγήσεις, ιστορίες, Ιστορία, θεατρικά έργα, ζωγραφικοί πίνακες, αφιερώματα, συνέδρια παραστάσεις του Καραγκιόζη, ακόμη και ο επίσημος κρατικός εορτασμός [ανάμεσα σε ιλαροτραγωδία και μπου-φονικό δρώμενο] προσεγγίζουν, αναλύουν και προσπαθούν να οριοθετήσουν εντέλει το «1821». Τι απομένει να λεχθεί; Γιατί να λεχθεί κάτι επιπλέον εν μέσω επιδημίας του Covid-19; Μια συνολική και γενική σιωπή ίσως θα ’χε πιο καθαρτική και θεραπευτική αποτελεσματικότητα; Η μιμητική προδιάθεση διαλύοντας αντιστάσεις και δισταγμούς, θα δικαιολογούσε τη μορφοποίηση πληθωριστικών κειμένων; Ποιας επιστημολογίας, ποιας νομιμότητας και ποιας ρητορικής υφής; Η διατύπωση ερωτημάτων της προαναφερόμενης κοπής μπορεί να συνεχιστεί, σχεδόν επ’ άπειρον…».

Ο ίδιος καταθέτει μια πρόταση: «αντί να γίνουν οι εορτασμοί στο όνομα των 200 χρόνων με αναφορά στους προγόνους μας, ας επιχειρηθούν πολλαπλές δράσεις διευκρίνισης και προετοιμασίας με ορίζοντα το 2221. Στη διαδικασία αυτή αναγκαστικά να ληφθεί υπόψη το δίπτυχο «παρελθόν – παρόν/1821-2021» ως αφετηρία και ως αναφορά, μόνο που δεν θα γίνει για εορταστικούς σκοπούς αλλά ενόψει των τεράστιων δυσκολιών και των εμποδίων που περιμένουν τους Νεο-Έλληνες (π.χ. η εξασφάλιση της γεωγραφικής ακεραιότητας, η επιβίωση της ελληνικής γλώσσας, οι δομές της ελληνικής οικογένειας, οι μορφές του κοινωνικού ελέγχου, κ.ά.). Η διαδικασία αυτή δεν θα αποτελέσει και τη λύση, αλλά θα συμβάλλει σίγουρα στη θεμελιωμένη επιλογή μέσων και σκοπών. («Όταν φυσάει αέρας άλλοι χτίζουν τοίχους και άλλοι μύλους» –«αν δεν έχεις στο μυαλό σου ένα λιμάνι, δεν θα υπάρξει ευνοϊκός άνεμος»– κινέζικες παροιμίες σε σχέση με την αντιμετώπιση των μελλοντικών προοπτικών)...».

Στο κείμενο αυτό δανείστηκα λόγια που εκφράζουν αξιόλογες σκέψεις για το 1821 και τα διακόσια χρόνια που συμπληρώθηκαν φέτος, αντί να καταθέσω δικές μου σκέψεις. Για την επιλογή τους, φυσικά, φέρω την ευθύνη. Νομίζω, πάντως, πως κι οι αναγνώστες μου αυτό θα προτιμούσαν.

10/30/2021

Ο Γιάννης Σπανός της ευαισθησίας μας


Δυο χρόνια κλείσανε από τότε που χάσαμε τον Γιάννη Σπανό, τον σπουδαίο δημιουργό, τον συμπατριώτη μας. Τον «χάσαμε» - τρόπος του λέγειν, αφού ο Γιάννης δεν χάνεται, με το έργο του είναι και θα είναι πάντα παρών στην ζωή μας, να μας σεργιανάει στο περιβόλι της μουσικής του.

 

Είχαμε τότε ετοιμάσει ένα αφιέρωμα για την εφημερίδα μας, την Σικυωνίων Πολιτεία. Το θυμήθηκα και το ανέβασα στο blog μου. Διαβάστε το.

 

 ********************

Για το αφιέρωμα της εφημερίδας μας στο Γιάννο Σπανό, τον αγαπημένο συνθέτη που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κιάτο, που δέθηκε με το Κιάτο, και που χάσαμε πρόσφατα, είχαμε μια μεγάλη τύχη: Ανακαλύψαμε στη «Γνώμη του Κιάτου», τη μηνιαία εφημερίδα της Κίνησης Πολιτών Κιάτου, μια συνέντευξή του που μιλάει για όλα! Η «Γνώμη του Κιάτου», που εκδόθηκε τη δεκαετία του 1990, υπήρξε ο … προπάτορας για τη «Σικυωνίων Πολιτεία». Τα ερωτήματα στο Γιάννη έθεσε ο Κώστας Παππής, μέλος κι αυτός, όπως κι ο Γιάννης, της Κίνησης Πολιτών Κιάτου. Η συνέντευξη, που αναδημοσιεύεται πιο κάτω, δημοσιεύθηκε στο φύλλο 18 της «Γνώμης του Κιάτου», τον Αύγουστο του 1992.

 

Ο Γιάννης Σπανός της ευαισθησίας μας

 

Μία συζήτηση για το Κιάτο, για την Κίνηση Πολιτών, για τη μουσική, για την «Οδό Αριστοτέλους»

 

Τον Γιάννη Σπανό, είτε τον γνωρίζεις προσωπικά είτε όχι, δεν μπορείς παρά να τον αγαπάς.

 

Τον αγαπάς έτσι κι αλλιώς για τα τραγούδια του. Γιατί τα τραγούδια του είναι όμορφα και έχουν μία ευαισθησία ελληνική - ίσως γιατί στηρίχθηκαν πολύ στον ελληνικό ποιητικό λόγο, αλλά κυρίως γιατί φαίνεται πως ο ίδιος είναι ευαίσθητος σε κάθε τι ελληνικό. Τα τραγούδια του είτε μιλούν για αγάπη, είτε για λύπη, για χαρά, για τους καημούς και τα μεράκια των Ελλήνων, μιλούν κατευθείαν στην καρδιά. Είναι τραγούδια ευγενικά - πρέπει να το λέμε και να το υπογραμμίζουμε αυτό σήμερα, που η χυδαιότητα κατακλύζει το ελληνικό τραγούδι, ρυπαίνοντας μία από τις πιο καθάριες πηγές του πολιτισμού μας. Είναι απίστευτο το πόσα από τα τραγούδια που άγγιξαν την ευαισθησία μας και που τραγουδήσαμε τα τελευταία 30 χρόνια είναι δικά του. Κάποιος που θα επιχειρούσε να γνωρίσει λεπτομερώς τους συντελεστές του ελληνικού τραγουδιού αυτής της περιόδου, θα απορούσε συνεχώς: «Μα κι αυτό είναι του Σπανού;».

 

Αν τυχαίνει να τον γνωρίζεις προσωπικά, ο Γιάννης Σπανός είναι ένας άνθρωπος τρυφερός, με πνεύμα που λάμπει, με χιούμορ σπάνιο, που βγαίνει από την καρδιά μιας βαθιάς σοφίας. Μίας σοφίας που μάζεψε, από μία γεμάτη ζωή, κάποιος που παραμένει έφηβος.

 

Τη συζήτηση με το Γιάννη Σπανό έκανε ο Κώστας Παππής με σκοπό να δημοσιευτεί στη Γνώμη του Κιάτου.

 

ΓΝΩΜΗ: Γιάννη, θα ήθελες να μας μιλήσεις για τους δεσμούς σου, παλιούς και νέους, με το Κιάτο;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Θα έλεγα ότι έχω πιο πολύ νέους δεσμούς πάρα παλιούς. Έφυγα πολύ νωρίς από το Κιάτο. Έφυγα στη μέση της έβδομης από το Κιάτο γιατί ήταν στη μέση οι σπουδές μου του πιάνου, και τελείωσα το γυμνάσιο στο 8ο Αθηνών. Μετά έφυγα για τη Γαλλία, όπου έζησα αρκετά χρόνια, έκανα ό,τι έκανα, καριέρα και λοιπά, και είχα αποξενωθεί από το Κιάτο. Τη Γαλλία την έκανα καινούργια πατρίδα. Στο Κιάτο ερχόμουνα μόνο για να ψηφίσω. Ποτέ δεν θέλησα να πάρω τα εκλογικά μου δικαιώματα από εδώ, γιατί ήξερα ότι οπωσδήποτε θα επανασυνδεθώ με το Κιάτο. Οπότε θεωρώ ότι έχω καινούργιους δεσμούς, και ειδικά με τη νεολαία του Κιάτου πιο πολύ .

 

ΓΝΩΜΗ: Πότε έγινε η επανασύνδεση;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ:  Τότε που ξεκίνησα το μαγαζί, την «Οδό Αριστοτέλους», δηλαδή το 1986. Είχα κάνει μία πολύ επιτυχημένη σεζόν στην Αθήνα με το Χατζηνάσιο που άφησε εποχή. Ήταν ένας χειμώνας καταπληκτικός που ανατάραξε αν θες και λίγο τα δεδομένα της «νύχτας» γιατί ποτέ δύο συνθέτες δεν είχαν εμφανιστεί μαζί. Και θα μπορούσα βέβαια να το κάνω και τον επόμενο χρόνο, αλλά είπαμε με τον Γιώργο το Χατζηνάσιο πως μία επιτυχία, αν επαναληφθεί, θα φθαρεί ενώ αν μείνει έτσι μένει και στη μνήμη. Και την επόμενη χρονιά ξεκινάω το μαγαζί στο Κιάτο. Τώρα η απόφαση για το Κιάτο συνδέεται και με ένα γεγονός προσωπικό, δικό μου, ένα οικογενειακό μου θέμα (έχασα ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο που επρόκειτο να δουλέψουμε μαζί) που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην απόφασή μου.

 

ΓΝΩΜΗ:  Υπάρχουν κάποια έργα σου που έχουν κάποια στενότερη σχέση με το Κιάτο;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Δεν μπορώ να πω ότι επηρεάζομαι τόσο πολύ από το χώρο όσο από τις εμπειρίες που κουβαλάω. Όπου και να είμαι λειτουργώ ως ένας απλός πολίτης που καταγράφει με την ευαισθησία του ορισμένα πράγματα που μετά γίνονται μουσική. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι τοπικός συνθέτης ή Έλληνας συνθέτης με την έννοια των συνόρων και των ορίων. Βέβαια, το Κιάτο το κουβαλάω μέσα μου αναγκαστικά, απαιτητικά κιόλας, γιατί εκεί που γεννήθηκες εκεί και ανήκεις.

 

ΓΝΩΜΗ: Στις τελευταίες δημοτικές εκλογές ήσουν υποψήφιος της Κίνησης Πολιτών Κιάτου. Τι σε έκανε να συνδεθείς, και μάλιστα τόσο ζεστά, με την Κίνηση;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η ιδέα και αυτή η Κίνηση γιατί ήταν υπερκομματική. Εγώ με τα κόμματα δεν τα πάω καθόλου καλά. Μπορεί να ψηφίζω, προοδευτικά πάντα, αλλά δεν ανήκω σε κανένα κόμμα. Έχω μία αντικειμενική, όσο μπορώ, γνώμη για τα κόμματα και τους ηγέτες τους. Την Κίνηση τη βρήκα ότι ήταν η πιο σωστή. Πρώτα πρώτα δεν επρόκειτο να κερδίσουμε,  γι αυτό κάποτε είπα ότι είναι η πιο πετυχημένη αποτυχία, αν το θυμάσαι. Γούσταρα το πνεύμα όλων που συνεργαζόμαστε, ήμασταν όλοι υπεράνω κάθε υποψίας από κάθε πλευρά. Θέλαμε να κάνουμε μία κίνηση για όλους τους πολίτες γιατί, εδώ που τα λέμε, ο οποιοσδήποτε δήμαρχος πρέπει να είναι ακομμάτιστος. Αλίμονο το Δήμαρχο που τον προτείνει ένα κόμμα. Ο δήμαρχος είναι ταλέντο. Ο δήμαρχος είναι ο πατέρας και η μητέρα των πολιτών. Δεν μπορεί να είναι υπέρ των ομοϊδεατών και κατά των άλλων. Ο δήμαρχος είναι σπουδαίο θέμα για την Ελλάδα αλλά κάπου το έχουμε παρεξηγήσει. Γι αυτό ήμασταν μαζί στην κίνηση.

 

ΓΝΩΜΗ:  Να έρθουμε στο θέμα της πολιτιστικής ζωής στο Κιάτο. Πώς τη βλέπεις;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Η πολιτιστική ζωή στο Κιάτο, και σε κάθε Κιάτο, εξαρτάται από τη νεολαία. Η νεολαία είναι αυτή τη στιγμή αποπροσανατολισμένη. Αν και πιστεύω ότι είναι σε ένα επίπεδο πολύ πιο ώριμο από άλλες γενιές. Δεν τη φροντίζουμε αρκετά. Το μαγαζί εδώ γεμίζει πιο πολύ με νέους και χαίρομαι γι αυτό, που διψάνε για κάτι. Θέλουν, βέβαια, την εκτόνωση αλλά θέλουν και να ακούσουν και ωραία πράγματα. Ας πάρουμε τα Σικυώνια. Από ό,τι διάβασα, γιατί δεν ήμουνα συνέχεια εδώ, δεν κάνανε ένα άνοιγμα στη νεολαία πιο ροκ. Ο Λάκης ο Μπόμπολας έκανε μία πολύ ωραία εμφάνιση, αλλά σε άλλα μέρη στην Ελλάδα σε τέτοιες γιορτές δίνεις την ευκαιρία στους νέους να δουν και κάποια νεανική βεντέτα, να πάει ο νέος να δει, να ακούσει και να πει «Εντάξει, δικός μας είναι». Κατάλαβες; Εγώ δεν μπερδεύω το μορφωτικό, που αφορά τις γνώσεις και είναι για τα σχολεία, με το πολιτιστικό, που θέλει εκτόνωση, θέλει ποικιλία. Τα Σικυώνια πρέπει να έχουν κάθε μέρα και κάτι διαφορετικό, είτε ντόπιο είτε όχι ντόπιο.

 

ΓΝΩΜΗ:  Τα Σικυώνια έχουν περιοριστεί σε αυτό που γίνεται εδώ. Προβάλλεται στους ντόπιους η δουλειά που γίνεται από τους νέους του Κιάτου στο Πολιτιστικό Κέντρο στο χορό, στη μουσική, στο θέατρο.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Είναι πολύ ευγενές αυτό το πράγμα και πολύ σπουδαίο αλλά είναι βοηθητικό, θα έλεγα. Θα έπρεπε μαζί με αυτό να δουν και κάτι άλλο οι νέοι.

 

 ΓΝΩΜΗ: Θα ήθελες δηλαδή τα Σικυώνια να γίνουν ένας θεσμός πολύ πιο σημαντικός, που να ξεπερνάει τα όρια του Κιάτου;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Ναι, δεν πρέπει να είμαστε τοπικιστές. Εγώ δεν ήμουν ποτέ τοπικιστής στις ιδέες μου. Είμαι παγκόσμιος Έλληνας. Εδώ υπάρχουν ντόπιοι που έχουν κάνει δουλειά. Να γίνει μία έκθεση ζωγραφικής του Πανιάρα. Δεν μιλάω για συναυλία δικιά μου γιατί την έχω κάνει, δεν θέλω να κάνω άλλη. Άλλωστε για τους άλλους εγώ υπάρχω με το μαγαζί μου. Ο Λάκης ο Μπόμπολας έκανε πολύ καλά. Το θεατρικό τμήμα, κι αυτό καλά. Όμως ακούγοντας ή βλέποντας κάποιον φτασμένο ανεβαίνουν και οι ίδιοι.

 

ΓΝΩΜΗ:  Εσύ θα ήθελες να βοηθήσεις στα Σικυώνια;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Με τη γνώμη και τις εμπειρίες που έχω ναι, ασφαλώς. Όχι να εμφανίζομαι εγώ, προς Θεού, δεν είναι εκεί το θέμα.

 

ΓΝΩΜΗ:  Θέλεις να μιλήσεις περισσότερο για τη νεολαία του Κιάτου; Είπες ότι είναι αποπροσανατολισμένη αλλά πιο ώριμη σε σχέση με παλιότερες γενιές.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ:  Αποπροσανατολισμένη με την εξής έννοια, ότι τους δίνεις ελάχιστα ερεθίσματα. Είναι γνώστες της ξένης μουσικής, της χορευτικής μουσικής, των τραγουδιών των σκυλάδικων. Δεν υπάρχουν πολλά ανοίγματα για να ακούσουν κάτι άλλο. Όχι ότι εγώ στο μαγαζί μου δεν βάζω. Βάζω και ωραία σκυλάδικα και ωραία ποιοτικά και ωραία ρεμπέτικα. Αλλά οι νέοι δεν έχουν πολλά ανοίγματα. Άσε που τους θεωρούν Εξάρχεια και λοιπά. Το Κιάτο είναι χωρισμένο σε δύο τμήματα. Στους παλιούς, που είναι μονόχνωτοι, που μπορεί να είναι και γονείς των παιδιών, και στους νέους που διψούν για κάτι χωρίς να ξέρουν τι είναι. Και όποτε βρεθούμε με τη νεολαία αυτή μουσικά αλλά και συντροφικά, καταλαβαίνουμε ότι είναι πολύ ώριμοι άνθρωποι. Οι μεγάλοι δεν το έχουν καταλάβει ότι η νεολαία η δικιά μας είναι ώριμη .

 

ΓΝΩΜΗ:  Μίλησες για τη δική σου παρουσία στην οδό Αριστοτέλους. Οι Κιατανιώτες είχαν πράγματι την τύχη να σε γνωρίσουν πιο στενά μέσα από τη δουλειά που έχεις κάνει εδώ. Εδώ θα έλεγα ότι προσφέρεις καταρχήν ποιοτικό τραγούδι. Όμως πρόσεξα ότι, αν εξαιρέσουμε εσένα, λείπουν ως ένα βαθμό οι κλασικοί του ελληνικού τραγουδιού, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης,  Ξαρχάκος. Από την άλλη μεριά, όπως το είπες και εσύ, κάποια στιγμή ακούγονται και τραγούδια που ορισμένοι θα τα χαρακτήριζαν φτηνά .

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Έλα όμως που εγώ το μαγαζί δεν το έχω για τους «ορισμένους»! Εγώ πιστεύω ότι σήμερα ο μέσος Έλληνας, και εγώ θεωρώ τον εαυτό μου μέσο Έλληνα και ας είμαι γνωστός, τυχαία γνωστός τέλος πάντων, θέλει εκτόνωση. Τώρα, με το ν’ ακούς ποιότητα από το πρωί ως το βράδυ, κοιμάσαι και χάνεις ζωτικότητα. Η ζωή μας είναι τόσο γρήγορη, ο ρυθμός τόσο έντονος, τα προβλήματα τόσο έντονα, που δεν μπορείς να κάθεσαι στο σαλόνι σου και να ακούς ανώτερα πράγματα. Πρέπει να συνδυάσεις, να βρεις τη χρυσή τομή μεταξύ του καλού και του καθημερινού. Δεν είναι χυδαίο το καθημερινό. Ένα τραγούδι δεν είναι χυδαίο επειδή έχει μπουζούκι ή επειδή το είπε η Άντζελα Δημητρίου. Μπορεί να είναι ένα ωραίο τραγούδι και να μείνει ενώ να είναι χυδαίο κάποιο ποιοτικό. Το τι είναι χυδαίο είναι κάτι υποκειμενικό .

 

ΓΝΩΜΗ: Η εκτόνωση μπορεί να βρεθεί και αλλού. Γιατί να μη κρατήσουμε τη μουσική, μια που μιλάμε γι αυτή, σε ένα επίπεδο ποιοτικά ψηλό και την εκτόνωση να την αναζητήσει ο νέος είτε στο χορό, είτε στη φύση, είτε στα σπορ από όπου έχει απομακρυνθεί σε μεγάλο βαθμό;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Ναι αλλά όταν μιλάμε για μουσική δεν μιλάμε για σπορ. Η μουσική είναι εκτόνωση. Ακόμα και κάποιος  που θέλει να ακούσει ποιότητα, για προσωπική εκτόνωση θα την ακούσει. Η εκτόνωση είναι μέσα στη ζωή μας. Ο Έλληνας είναι ένας λαός που θέλει να χορέψει, θέλει να τιναχτεί επάνω, θέλει να χορέψει το ζεϊμπέκικο, το τσιφτετέλι, το χει μέσα του. Δεν είναι χυδαίο αυτό. Χυδαία είναι η αντιμετώπιση των άλλων, που λένε «Κοίταξε ο λαουτζίκος». Εγώ αυτά δεν τα πιστεύω. Και η ποιότητα εκτόνωση είναι. Δεν αποκλείει το ένα το άλλο, απλώς οι επιλογές πρέπει να είναι καλύτερες, αλλιώς όλα χρειάζονται, και το δημοτικό και το ρεμπέτικο και το σκυλάδικο και ο Χατζιδάκις, μια και τον αναφέραμε. Εγώ κάνω και τσιφτετέλια και καρσιλαμάδες και δεν ντρέπομαι για τίποτα, αρκεί να τα υπογράφω. Και κάτι άλλο: εγώ πηγαίνω και σε έντονα μαγαζιά, σε μπαράκια νεανικά σε DJ, ακούω ξένη μουσική, πάω σε σκυλάδικα, στα πάντα. Γιατί αν θα απαγόρευα στον εαυτό μου θα σταμάταγα να κάνω μουσική .

 

ΓΝΩΜΗ:  Μια τελευταία ερώτηση για το Κιάτο. Όχι ως εκτόνωση και διασκέδαση αλλά ως πόλη και ως κοινωνία. Τι άποψη έχεις

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Το Κιάτο είναι μία μικρογραφία της Ελλάδας. Στο Κιάτο υπάρχουν τα πάντα. Υπάρχει η άρχουσα τάξη, η εργαζόμενη τάξη, υπάρχει η νοοτροπία των παλαιών, υπάρχει νεολαία που βρίσκεται στα στέκια τα δικά της, τα πάντα. Σε άλλες επαρχίες δεν συμβαίνει αυτό. Γι αυτό είναι τόσο έντονη η ύπαρξη του Κιάτου όπου όλα, όλες οι αντιθέσεις, είναι συγκεντρωμένες σε ένα μικρό χώρο. Υπάρχουν διαφορές νοοτροπιών και δυστυχώς τάξεων που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Υπάρχουν οι λεγόμενοι παλαιοί Κιατανιώτες που ακόμα θεωρούν το Κιάτο φέουδο και ότι τους ανήκει αλλά που μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Υπάρχουν οι νεότεροι Κιατανιώτες, νεοφερμένοι στο Κιάτο, που πιστεύω ότι έχουν το δικαίωμα να θεωρούνται πιο πολύ καταναλωτές από τους άλλους.

 

ΓΝΩΜΗ:  Πολλοί έχουν την άποψη ότι το Κιάτο είναι μια εγκαταλειμμένη πόλη, ότι δεν τη φροντίζει ο Δήμαρχος, η δημοτική αρχή, οι ίδιοι οι Κιατανιώτες.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Εμείς εκλέγουμε τους δημάρχους, εμείς φταίμε, δεν φταίει ο δήμαρχος. Μην τα ρίχνουμε όλα στο δήμαρχο. Αν θέλουμε να έχουμε ένα δήμαρχο πιο κατάλληλο, να τον εκλέξουμε. Έχουμε μία παραλία καταπληκτική που γεμίζει νταλίκες. Πάρκινγκ νταλικών είναι. Το λιμάνι δεν μπορεί να αλλάξει δυστυχώς. Αλλά εκείνο που μου κάνει εντύπωση είναι ότι αυτή η παραλία είναι νεκρή από μαγαζιά. Μιλάμε τώρα μεταξύ της γέφυρας στα λεγόμενα Εξάρχεια (Ελικώνας ποταμός) και των Σφαγείων. Σε όλη αυτή την παραλία μόνο ο Ντάλιας είναι και ο Ζαφειρόπουλος ο Αχιλλέας και ένα μπαράκι, το Μemphis, τίποτα άλλο. Αυτή η παραλία έπρεπε να ήταν γεμάτη. Και πάμε προς το συνοικισμό που οι άνθρωποι είναι πιο ζωντανοί, πιο έξυπνοι και φτιάχνουνε μαγαζάκια. Δηλαδή το Κιάτο είναι καλό εκτός Κιάτου!

 

ΓΝΩΜΗ:  Τελειώνοντας, ξέρω το στενό φιλικό δεσμό που είχες με τον Ηλία τον Φάγκρα και τη λύπη και τον πόνο σου μετά τα γνωστά θλιβερά γεγονότα. Θα ήθελες να πεις κάτι;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ: Είναι μερικοί άνθρωποι που απλώς πεθαίνουν και είναι κάποιοι άλλοι που δεν χάνονται ποτέ. Όλοι πεθαίνουμε κάποτε, αλλά είναι μερικοί άνθρωποι που η μνήμη τους είναι τόσο ζωντανή, που έχουν το χάρισμα να μην πεθαίνουν ποτέ…. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους είναι και ο Ηλίας.

 

ΓΝΩΜΗ:  Γιάννη, σ’ ευχαριστούμε πολύ.

  

10/04/2021

Στους Ολύμπους της Χίου

 4 Οκτωβρίου 2021





Από τον βορρά στον νότο. Γιατί η Χίος δεν τελειώνει φυσικά με τον Γιόσωνα και το Πιτυός. Θα σας πάω σήμερα, σε μια περιοχή του νησιού με πολύ ενδιαφέρον και πασίγνωστη για τα χωριά της, τόσο για την αποκλειστικότητα στην παραγωγή της μαστίχας όσο και για την ιστορία τους, αφού είναι χωριά μεσαιωνικά, που αρκετά κρατούν αναλλοίωτο τον χαρακτήρα τους, δηλαδή την μεσαιωνική αρχιτεκτονική τους, ακόμα και μετά τον σεισμό του 1881 που έκανε μεγάλες καταστροφές. 

Τα Μαστιχοχώρια είναι ένα σύνολο 27 χωριών (αλλού αναφέρεται ο αριθμός 21, και κάπου αλλού «περίπου 22»), που ονομάστηκαν έτσι γιατί στην περιοχή τους καλλιεργείται, εκεί και πουθενά αλλού στον κόσμο, το μαστιχόδεντρο ή μαστιχοφόρος σχίνος (pistacia lentiscus, var. chia), που δίνει την μαστίχα Χίου. Είναι μια αρωματική ρητίνη, που εκκρίνεται σαν δάκρυα από τον κορμό και τα μεγάλα κλαδιά του μαστιχόδενδρου με επιφανειακές τομές των παραγωγών. Η μαστίχα έχει αντιοξειδωτικές, αντιβακτηριακές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες, μειώνει τα λιπίδια και την γλυκόζη στο αίμα, ανακουφίζει από ενοχλήσεις στο στομάχι και στο γαστρεντερικό σύστημα, χρησιμοποιείται για δερματικά προβλήματα κι έχει επουλωτική δράση! 

Η ιστορία των χωριών ξεκινάει περίπου στα μέσα του 14ου αιώνα, όταν κυριαρχούσαν στο νησί οι Γενοβέζοι (1346-1566). Από τα πιο γνωστά μαστιχοχώρια είναι τα Μεστά, που αποτελούν το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα φρουριακής οχύρωσης των χωριών της νότιας Χίου και το πιο καλοδιατηρημένο από τα υπόλοιπα. Επίσης το Πυργί, από τα μεγαλύτερα χωριά της Χίου, με σπίτια στολισμένα με τα γνωστά “ξυστά”, μια τεχνοτροπία με ανάγλυφα γραμμικά σχέδια στις εξωτερικές επιφάνειές τους. 

Όμως εγώ από αυτά τα χωριά διαλέγω να σας μιλήσω για τους Ολύμπους. Γιατί; Ίσως επειδή στα Μεστά, που επίσης επισκεφθήκαμε, αλλά αμέσως μετά τους Ολύμπους, η κοσμοπλημμύρα (μέσα Αυγούστου) ήταν τέτοια, που μας έδιωξε και μας έστρεψε ξανά στο προηγούμενο χωριό. Ήταν πολύ πιο ήσυχα εκεί και θα μπορούσαμε να φάμε χωρίς μεγάλες αναμονές. 






Το χωριό βρίσκεται σε οδική απόσταση 31 χιλιομέτρων από την πόλη της Χίου κι είναι κτισμένο σε ομαλή έκταση, μακριά από την θάλασσα. Τα Μεστά είναι το πλησιέστερο χωριό, στα 3,5 χιλιόμετρα. Στους Ολύμπους διασώζεται, σε κάπως μικρότερο βαθμό από ό,τι στα Μεστά, η μορφή του μεσαιωνικού «χωριού-κάστρου», δηλαδή χωριού περίκλειστου με τείχος που διαμορφώνουν οι εξωτερικοί τοίχοι των περιφερειακών σπιτιών, που ήταν ενωμένοι μεταξύ τους. Ενωμένα στο ύψος του πρώτου ορόφου ήταν (και είναι) και τα σπίτια του χωριού, αφήνοντας στο ισόγειο εσωτερικά δρομάκια που σχηματίζουν στοές. Η αρχιτεκτονική αυτή εξασφάλιζε την άμυνα απέναντι στους πειρατές, που αποβιβάζονταν κατά τον Μεσαίωνα και μέχρι την Τουρκοκρατία στις ακτές της Χίου κι έκαναν επιδρομές στα χωριά για να τα λεηλατήσουν. Την περίοδο της Γενουοκρατίας, το χωριό όπως και τα υπόλοιπα μαστιχοχώρια γνώρισε μεγάλη ευημερία, κι αυτό έκανε το μέρος ελκυστικό στόχο για τους πειρατές. Έτσι, την εποχή εκείνη, το χωριό περιτειχίζονταν από τείχος ύψους 5 μέτρων (7 μέτρα με τις πολεμίστρες) που είχε 4 πύργους. Η είσοδος και η έξοδος γινόταν από μια και μόνο πόρτα, που σώζεται και σήμερα στην θέση Κάτω Πόρτα - μετά το 1821 ανοίχθηκαν κι άλλες δύο πόρτες. Η κεντρική πόρτα έκλεινε την νύχτα, όπως κι όταν γινόταν επιδρομή πειρατών, οπότε οι κάτοικοι έμπαιναν μέσα στο χωριό για να αμυνθούν.

Η εξέλιξη του πληθυσμού του χωριού τις τελευταίες δεκαετίες δείχνει σταθερά μειωτικές τάσεις (από 620 το 1951 έπεσε στους μισούς το 2001). Αφού περάσαμε την κεντρική πύλη και τον αμυντικό πύργο, που διατηρείται μισοερειπωμένος, η βόλτα στα καλντερίμια, περνώντας ανάμεσα σε πέτρινα σπίτια και κάτω από θολωτά πέτρινα τόξα, μας πήγε στον ενοριακό ναό («χωριοεκκλησιά») των Ολύμπων, τον Άη Γιώργη. Στην βόλτα μας, σε κάποιες επιφάνειες σπιτιών, πρωτογνωρίσαμε τις ζωγραφιές του Μπάμπη Κοίλιαρη, που είδαμε στις ζωγραφισμένες πόρτες του Πιτυού. Φτάνοντας στην κεντρική πλατεία του χωριού, αξίζει να επισκεφτεί κανείς την μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής με ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου αιώνα. Παραδίπλα της βρίσκεται η εκκλησία του Ταξιάρχη. 






Στο κέντρο της πλατείας δεσπόζει ένα παλιό, μεγάλο διώροφο κτίριο, η «Τράπεζα των Ολύμπων», που χρησίμευε μάλλον σαν διοικητήριο τα μεσαιωνικά χρόνια, αλλά και σαν έσχατο σημείο άμυνας στην περίπτωση που οι εχθροί κατόρθωναν να περάσουν την εξωτερική οχύρωση. Είχε μακρόστενες αίθουσες και τοίχους που διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Σήμερα στεγάζει μαγαζιά. Σε ένα από αυτά καθίσαμε να φάμε, από ένα μακρύ κατάλογο ντόπιων εδεσμάτων. Σ’ αυτό θα ξαναπάμε και την επόμενη φορά! Ελπίζουμε μόνο να μη μας «ψυχαγωγήσει» ξανά η «λαική» (θού Κύριε!) «μουσική» που πυροβολούσε τ’ αυτιά μας, επιλογής κάποιων πελατών ενός άλλου μαγαζιού, στην άλλη πλευρά της «Τράπεζας»! Θα μου πεις, «γούστα είναι αυτά»… 

Το βράδυ διαβάζω πως την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς αναβιώνει στην κεντρική πλατεία του χωριού, όπως και σε μερικά ακόμη χωριά, το έθιμο του Αγά, ένα έθιμο που οι ρίζες του βρίσκονται μεταξύ του 1830-1840. Ο Αγάς είναι ένας αυστηρός δικαστής που ορίζεται από τους κατοίκους του χωριού για να «δικάσει» τους παρευρισκομένους, σε μια δίκη που κύριο χαρακτηριστικό της είναι το χιούμορ. Αυτός που θα καταδικαστεί είναι υποχρεωμένος να «εξαγοράσει» την ποινή του. 










Διαβάζω ακόμα πως λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό βρίσκεται ο όρμος «Φανά», που στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν από τους ναυτικούς ως ασφαλές αγκυροβόλιο. Η περιοχή έχει ονομαστεί έτσι από τον ναό του Φαναίου Απόλλωνα που βρίσκεται στην περιοχή και που αρχαιολογικά ευρήματά του χρονολογούνται από τον 6ο αιώνα π.Χ. Εννοείται ότι το μυαλό μου πήγε στην Ανάφη, που πήρε το όνομά της από το γεγονός που μυθολογείται, ότι το νησί «φάνηκε» στους ναυτίλους της Αργώς που παράδερνε στο αφρισμένο, σκοτεινό πέλαγος, όταν ο Απόλλωνας το φώτισε για να βρει εκεί το καράβι ασφαλές καταφύγιο! 


9/30/2021

Συνεχίζουμε στο Πιτυός

 29 Σεπτεμβρίου 2021




















Όσες φίλες κι όσοι φίλοι ήρθατε μαζί μου στο Πιτυός, το χωριό βόρεια της Χίου, στο βόρειο-βορειοανατολικό κομμάτι του νησιού, ετοιμαστείτε για την συνέχεια της ξενάγησης και για τις άλλες εκπλήξεις. Είπαμε: αυτές δεν τελειώνουν στις ζωγραφισμένες πόρτες των παλιών ακατοίκητων σπιτιών, έργα των χεριών του Μπάμπη Κοίλιαρη. Συνεχίζουμε, λοιπόν.

Επόμενη έκπληξη: το Πιτυός ήταν αρχαίο χωριό! Πίτυς είναι αρχαία ελληνική λέξη, που σημαίνει πεύκο. Από αυτή την λέξη ονομάστηκε το χωριό. Αυτό αποτελεί μια πρώτη απόδειξη ότι το Πιτυός ήταν αρχαίο χωριό - άλλωστε σε χρυσόβουλο του 13ου αιώνα του Μιχαήλ Παλαιολόγου αναφέρεται με το όνομα Πιτυούς. Ολόκληρα νησιά στην αρχαιότητα, όσα διέθεταν αφθονία πεύκων, είχαν ονομασία ή προσωνύμιο που προερχόταν από αυτή την λέξη. Για παράδειγμα, αυτό ίσχυε για ολόκληρη την Χίο, που μια από τις ονομασίες της ήταν «Πιτυούσσα». Οι Σπέτσες στην αρχαιότητα ονομάζονταν κι αυτές «Πιτυούσσα», για τον ίδιο λόγο. Ακόμα κι η Ύδρα είχε αυτό το όνομα αφού, μην κοιτάτε τώρα που είναι σκέτος βράχος, χωρίς δέντρων σκιά, τότε ήταν καλυμμένη με πεύκα. Ακόμα και πέρα, στην μακρινή Ιβηρική, ο Στράβων αναφέρει δυο νησιά με τ’ όνομα «Πιτυούσσαι».

Αλλά η ιστορία του χωριού πάει πολύ πιο πίσω αφού, σύμφωνα με τον μύθο, εδώ έφθασε περιπλανώμενος ο Όμηρος! Κι ενώ κοιμόταν στο ύπαιθρο την νύχτα, έπεσε πάνω του ένα κουκουνάρι («καρπός της πίτυος»), και… νάτο το όνομα του χωριού! 

Αυτά τα γράφει, στο «Περί Ομήρου γενέσεως» ο Ηρόδοτος. Ή, για σταθείτε, μήπως… Συναντήσαμε το σχετικό απόσπασμα γραμμένο σε μαρμάρινη στήλη στον δρόμο απέναντι από την έκπληξη που σας φυλάω για το τέλος:

«… Ο δε Όμηρος...την δε ημέραν πορευόμενος και πλανώμενος απίκετο ες το χωρίον τούτο ο Πίτυς καλέεται». Ηρόδοτος,  Περί Ομήρου Γενέσιος, κεφάλαιον κ.  

Ηρόδοτος… μεγάλο κεφάλαιο για την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας! Αλλά αποδεικνύεται ότι βιάστηκα! Δεν πρόσεξα ένα «Ψ», γραμμένο μπροστά από το όνομά του: «Ψ Ηρόδοτος»! Δείτε το κι εσείς στην φωτογραφία. Τι σημαίνει; Μα πως δεν ήταν ο Ηρόδοτος που τα έχει γράψει αυτά, αλλά κάποιος άλλος, που δεν γνωρίζουμε το πραγματικό όνομά του, και που ονομάστηκε από τους ιστορικούς Ψευδο-Ηρόδοτος!

Μια ακόμα έκπληξη του χωριού είναι ο μεσαιωνικός πύργος που βρίσκεται στο όριό του στα νότια, κοντά στον δρόμο που έρχεται από τα Καρδάμυλα. Είναι πολυγωνικό διώροφο κτίσμα, καλά συντηρημένο και επισκέψιμο, ύψους 13 μέτρων, που ορθώνεται πάνω σε βράχο, περιτριγυρισμένο από λαγκάδι. Η κατασκευή του τοποθετείται στον 14ο αιώνα, στην περίοδο που κυριαρχούσαν στο νησί οι Γενοβέζοι (1346-1566). Είναι εύκολα προσβάσιμος χάρη στο νεότερο κλιμακοστάσιο που οδηγεί στην είσοδο.

Δίπλα στον Πύργο που δεσπόζει  στο χωριό υπάρχει ένας παλιός μύλος.  Θα μάθουμε από μια πινακίδα που έχει καταρρεύσει, πως πρόκειται για ένα λιθόκτιστο κτίσμα που χρησιμοποιήθηκε σαν ανεμόμυλος για το άλεσμα σιτηρών. Χρονολογείται πιθανότατα από τον 19ο αιώνα και αναπτύσσεται  σε δύο επίπεδα, ισόγειο και υπόγειο. Το ισόγειο περιλαμβάνει  τον κύριο χώρο του ανεμόμυλου, με τους μηχανισμούς παραγωγής, και το υπόγειο έχει αποθηκευτικούς χώρους. Η λειτουργία του μύλου αξιοποιεί τον άνεμο. Μέσα από τα εξωτερικά πτερύγια μεταδίδεται η κίνηση στον οριζόντιο άξονα και από κει στον κατακόρυφο και τις μυλόπετρες, δυο βαριές πέτρινες κατασκευές σε σχήμα δίσκου, η μία πάνω στην άλλη, που χρησιμοποιούνται για την λειτουργία του αλέσματος. Ανάμεσα στις δύο οριζόντιες μυλόπετρες  συνθλίβονται οι καρποί για να γίνουν αλεύρι.

Η τελευταία έκπληξη μας περιμένει  καθώς, διασχίζοντας το χωριό που είναι γεμάτο κόσμο, ιδίως νέους και παιδιά, φτάνουμε  στην ταβέρνα που θα φάμε απόψε. Πρόκειται για  την ταβέρνα του Μάκελου, στην άκρη του χωριού, κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο,  που κουβαλάει κι αυτός μέρος της ιστορίας του. Δεν είναι μόνο η υπέροχη τοποθεσία, η άψογη εξυπηρέτηση, το καταπληκτικό, πλούσιο μενού που θα μας κλέψουν φεύγοντας όλα τ’ αστέρια που έχουμε στην διάθεσή μας για την αξιολόγησή της. Γιατί εκεί ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας,  ο Νίκος Γεωργούλης, εκτός από τ’ αστέρια κλέβει την καρδιά μας! Ο Νίκος, που αγαπάει τον τόπο, αγαπάει αυτό που κάνει, αγαπάει τους πελάτες του και το δείχνει με την περιποίηση και την φροντίδα του, λύνοντάς μας κάθε απορία και βοηθώντας μας να καταλάβουμε πόσο τυχεροί ήμασταν που είχαμε βρεθεί σ’ αυτό το χωριό. 

Από τον Νίκο μάθαμε πως το όνομα "Μάκελος" της περιοχής αυτής του χωριού, από όπου πήρε το όνομά της και η ταβέρνα, έχει την ρίζα του στο μακελειό που έγινε εκεί, στον τόπο που οι Τούρκοι τιμώρησαν τους Πιτυανούς για την αντίστασή που πρόβαλαν - το Πιτυός ήταν ο μόνος οικισμός του νησιού που πρόβαλε αντίσταση στην Σφαγή της Χίου. 

Απέναντι από την ταβέρνα του Μάκελου, στην άλλη, την βορεινή είσοδο του χωριού, υπάρχει μεγάλος ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο τον Χιοπολίτη, που μαρτύρησε το 1807 στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας. Ο ενοριακός ναός (η «χωριοεκκλησιά») του Πιτυούς είναι άλλος. Είναι κι αυτός στο όνομα του Αγίου Γεωργίου, αλλά του Τροπαιοφόρου. Σημαντικός είναι και ο ναός της Αγίας Παρασκευής στο κέντρο του χωριού, κτισμένος το 1817.

Αποχαιρετούμε το Πιτυός με την υπόσχεση να ξανάρθουμε!